Του Υποπτεράρχου (Ο) ε.α. Δημητρίου Δρόσου

(MBA, MSc, MA, LLB, BSc) Μέλους ΔΣ/Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Άμυνας

Η «Φινλανδοποίηση» είναι διεθνής όρος που υποδηλώνει την κατάσταση στην οποία περιήλθε η Φινλανδία μετά το πέρας του Β’ ΠΠ, δηλαδή τη διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας με αντάλλαγμα αφενός την ευμενή ουδετερότητά της και αφετέρου την πειθήνια στάση της στην τότε Σοβιετική Ένωση. Ως όρος στη διεθνή πολιτική σκηνή υποδηλώνει ότι μία ισχυρή χώρα πειθαναγκάζει μία μικρότερή της γειτονική χώρα να συμμορφώνεται με τους κανόνες της εξωτερικής πολιτικής της ισχυρής χώρας, επιτρέποντας με αυτό τον τρόπο να διατηρεί η μικρότερη χώρα μία «οιονεί» ανεξαρτησία και το δικό της οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Η «Φινλανδοποίηση» είναι δημιούργημα του φόβου ότι η μικρότερη χώρα εφόσον οδηγηθεί στη σύρραξη με τον μεγαλύτερο γείτονα θα απωλέσει πολύ περισσότερα.

Η Τουρκία από το 1974 ακολουθεί σταθερά αναθεωρητική πολιτική σε όλο το γεωγραφικό σύμπλοκο που ξεκινά από την Κύπρο και καταλήγει στον Έβρο. Εσχάτως οι διεκδικήσεις της ενέταξαν και την Κρήτη στα «υπό συζήτηση» θέματα, ενώ διαχρονικά έχουν αμφισβητήσει και το καθεστώς της νήσου Γαύδου. Η Τουρκία ιεράρχησε τις προτεραιότητές της, θέτοντας ως ύψιστη προτεραιότητα την απειλή χρήσης βίας κατά της Ελλάδος και τον ψυχολογικό καταναγκασμό της χώρας μας προκειμένου να επιτευχθεί η αλλαγή του status quo στο Αιγαίο επ’ ωφελεία της Τουρκίας. Η Τουρκία σταθερά προβαίνει στην αμφισβήτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου και του δικαιώματος της Ελλάδος να ανακηρύξει ΑΟΖ στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου λέγοντας ότι τα νησιά δεν διαθέτουν ΑΟΖ παρά μόνο τα Ηπειρωτικά παράλια (άραγε η Μάλτα και η Μεγάλη Βρεταννία δεν έχουν ΑΟΖ;). Η Τουρκία διεκδικεί με το παράνομο Τουρκολιβυκό σύμφωνο να προβεί σε παράνομες θαλάσσιες έρευνες και γεωτρήσεις τόσο στο Αιγαίο όσο και στο Νότιο Κρητικό Αρχιπέλαγος, για ανέυρεση υδρογονανθράκων.  Αμφισβητεί τα 10 μίλια του Εθνικού Εναέριου Χώρου (ΕΑΧ) και σαφώς δεν συζητεί το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδος για ανακήρυξη 12 ν.μ, καθώς απειλεί με casus belli.

Θέτει προσκόμματα στην έρευνα και διάσωση στο Αιγαίο (SAR), ενώ αμφισβητεί όχι μόνο την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα μίας σειράς Ελληνικών μικρονήσων (Οινούσσες, Παναγιά, Σύμπλεγμα Μεγίστης, Γαύδος, Φαρμακονήσι, κλπ), αλλά και σε εκατοντάδες βραχονησίδες. Θέτει θέμα αποστρατικοποίησης νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, εγκαλεί την Ελλάδα για μη σωστή μεταχείριση μεταναστών, παρενοχλεί πτήσεις που μεταφέρουν πολιτικά πρόσωπα, εκδίδει παράνομες NAVTEX. Σε συνεργασία με το Πακιστάν έκανε παράνομους ελέγχους στην Κυπριακή ΑΟΖ, κάνει παραβάσεις και παραβιάσεις του ΕΑΧ. Ωστόσο εσχάτως δύο γεγονότα εγείρουν μεγάλη ανησυχία: το πρώτο είναι ότι οι παραβάσεις και παραβιάσεις του ΕΑΧ έχουν αναβαθμιστεί και πλέον η Τουρκική ΠΑ πραγματοποιεί περισσότερες υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά. Πέραν του γεγονότος ότι υφίστανται κανόνες εμπλοκής σε τέτοιες περιπτώσεις, η Τουρκική ΠΑ είναι πολύ πιθανόν να φωτογραφίζει και βάσεις των ΕΕΔ ενώ βεβαίως υπάρχει και ο ψυχολογικός αντίκτυπος των κατοίκων των περιοχών αυτών καθόσον οι υπερπτήσεις γίνονται και σε χαμηλό ύψος. Το μείζον γεγονός όμως, είναι το Τουρκολιβυκό σύμφωνο που καθόρισε παράνομα ΑΟΖ μεταξύ αυτών των δύο χωρών, αποκόπτοντας τη χώρα μας από το Νότιο Κρητικό Αρχιπέλαγος.

Όλα αποτελούσαν πάγιο στόχο και υψηλή στρατηγική για την Τουρκική πολιτική, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΟΣ ΚΥΒΕΡΝΟΥΣΕ. Ας μην ξεχνάμε την Τσιλέρ, τον Ντεμιρέλ και τον Οζάλ. Ακόμη και εάν εκλείψει κάποια στιγμή ο Ερντογάν από το πολιτικό στερέωμα, ο διάδοχος που προαλείφεται (εκτιμώ ότι θα είναι ένα σχήμα όπου ο Νταβούτογλου θα έχει καίριο ρόλο), θα συνεχίσει την ίδια πολιτική έναντι της Ελλάδας. Επίσης είναι πολύ πιθανό ότι η Δύση που θα ευνοεί μία τέτοια πολιτική μετάβαση στην Τουρκία, να είναι ποιο «ουδέτερα ευμενής» προς αυτήν.

  Η χώρα μας ανέκαθεν φιλειρηνική ούσα, όχι μόνο δεν έδωσε αφορμή για επιθετικές βλέψεις σε βάρος της γείτονος χώρας, αλλά εφαρμόζει από το 1974 πολιτική «κατευνασμού» και «στρατηγικής ψυχραιμίας» έναντι του νευρικού γείτονα. Οι πολιτικές αυτές πλέον έχουν φθάσει γεωστρατηγικά στο τέλος τους, διότι  η ρεβιζιονιστική  Τουρκία το αντιλαμβάνεται ως ένδειξη αδυναμίας εκ μέρους της Ελλάδος, ενώ παράλληλα προσθέτει συνεχώς διεκδικήσεις που ουδέποτε είχαν ανακύψει στο παρελθόν και πίεση για «διάλογο» ή άλλως χρήση στρατιωτικής βίας. Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε την αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974, αλλά και την προσέγγιση που έκανε η Ελλάδα στο Νταβός το 1988, επ’ ωφελεία της Τουρκίας. Επίσης εκμεταλλεύθηκε την κρίση των Ιμίων το 1996, προσθέτοντας και τις γκρίζες ζώνες στην ατζέντα της, αλλά εκμεταλλεύθηκε και τη συμφωνία της Μαδρίτης το 1997.

Η  Cumhuriyet, είχε γράψει μετά την κρίση των Ιμίων ότι στα επόμενα 20-25 έτη δεν θα χρειασθεί καν να γίνει πόλεμος με την Ελλάδα καθόσον το ισοζύγιο ισχύος μεταξύ των δύο εταίρων του ΝΑΤΟ θα βαίνει διαρκώς υπέρ της Τουρκίας, άρα κατά την εν λόγω Τουρκική εφημερίδα η Ελλάδα θα περιέλθει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρείας, συνεπώς η Τουρκία πάντα κατά την εφημερίδα θα μπορούσε στο μέλλον να επιβάλλει ευχερέστερα τις «νόμιμες» κατά τους Τούρκους αξιώσεις τους.

Η Τουρκία αισθάνεται για τον εαυτό της ότι είναι περιφερειακή δύναμη. Οι ανθρώπινες ζωές των στρατιωτών της δεν έχουν για αυτή, την ίδια αξία που έχουν στη Δύση, καθώς τους νεκρούς στρατιώτες, τους θεωρούν μάρτυρες. Εκτός αυτού όμως, έχουν πολλούς φιλότουρκους τζιχαντιστές (Τουρκομάνους, Σύριους, Ουϊγούρους κ.α.) τους οποίους τους χρησιμοποιούν στον πόλεμο στη Λιβύη, στη Β. Συρία και στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Ο μύθος της απομωνομένης Τουρκίας ισχύει, εν μέρει. Η Τουρκία έχει συνάψει στρατηγική συμμαχία και διατηρεί στο έδαφός τους βάσεις στο Κατάρ και στη Σομαλία, εγγυούμενη παράλληλα και την βοήθειά της σε περίπτωση εισβολής. Το Κατάρ χρηματοδοτεί τους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Τουρκίας, πραγματοποιεί πλήθος επενδύσεων στην Τουρκία και εμμέσως στηρίζει την Τουρκική Λίρα. Με το πυρηνικό Πακιστάν οι σχέσεις είναι κάτι παραπάνω από αδελφικές και υφίσταται σύμφωνο στρατιωτικής αμοιβαιότητας μεταξύ τους. Με το Ιράν και τη Ρωσία διατηρεί μία ισχυρή συμμαχία, η οποία άσχετα με τις όποιες τριβές ακόμη υφίσταται. Με τον πρόεδρο Τραμπ ο Ερντογάν διατηρεί ικανοποιητική προσωπική σχέση. Οι επαφές του Ερντογάν (τηλεφωνικές κυρίως) τόσο με τον Τραμπ όσο και με τον Πούτιν είναι πολύ συχνές. Με την κυβέρνηση των Σκοπίων έχει εξαγγείλει στενότερη συνεργασία. Στην πρόσφατη κρίση στον Έβρο η κυβέρνηση Μπορίσωφ στη Σόφια έπαιξε ύποπτο ρόλο υπέρ της Τουρκίας. Τέλος ο Ερντογάν έχει αναπτύξει μία σειρά στενών στρατηγικών σχέσεων με χώρες όπως η Αλγερία, η Κένυα, η Τυνησία και η φιλοτουρκική κυβέρνηση της Τρίπολης της Λιβύης. Στα πλεονεκτήματα της Τουρκίας συγκαταλέγονται,  η μεγάλη ανάπτυξη της Τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας,η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της, η εξοικείωση των ΤΕΔ σε επιχειρήσεις στη Βόρεια Συρία και στο Τουρκικό Κουρδιστάν.

Είναι όμως τα πράγματα πράγματι τόσο άσχημα για τη χώρα μας; Η απάντηση είναι όχι. Η χώρα μας με την αντιμετώπιση της κατάστασης στον Έβρο, έδειξε εξαίρετα αντανακλαστικά. Απέδειξε ότι μία Ελλάδα με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα πετυχαίνει πολλά. Η Τουρκία έχει πολλά μειονεκτήματα. Η Τουρκική λίρα έχει υποτιμηθεί. Οι σχέσεις της με τον Αραβικό κόσμο ανέκαθεν ήταν καχύποπτες, αλλά το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις της με τις ηγέτιδες Σουνιτικές δυνάμεις, την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, και τα ΗΑΕ έχουν επιδεινωθεί ραγδαία. Η επιδείνωση παίρνει τη μορφή χάσματος καθώς η Τουρκία στηρίζει το Κατάρ και την ισλαμιστική κυβέρνηση της Τρίπολης, αμφότεροι άσπονδοι εχθροί των τριών προαναφερθέντων Σουνιτικών κρατών.

Η Ελλάδα για να αποφύγει την προσπάθεια της Τουρκίας να την «Φινλανδοποιήσει» και να σύρει τη χώρα μας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό θέση ισχύος και με ατζέντα που θα καθορίσει η ίδια η Τουρκία, πρέπει άμεσα να προβεί σε μία σειρά ενεργειών.

Η χώρα μας έχει αξιοποιήσει την επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με τις Σουνιτικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, όμως εν μέρει. Ήταν ορθή γεωπολιτικά η στήριξη της Σαουδικής Αραβίας με την πυροβολαρχία Patriot έναντι των εξωτερικών απειλών που αντιμετωπίζει. Τα οφέλη από αυτή την διπλωματική κίνηση, θα φανούν στο μεσοπρόθεσμο μέλλον και είναι ευνόητα και αυτονόητα. Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο φιλικών σχέσεων Ελλάδος και Αράβων (ειδικά με τους Σαουδάραβες) και αυτό αναμφίβολα πρέπει να συνεχισθεί.

Με την Αίγυπτο η στρατηγική μας σχέση πρέπει να εμβαθυνθεί ακόμη περισσότερο καθιστώντας ένα σημαντικό τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου απροσπέλαστο από τον οποιοδήποτε επιβουλέα, καθόσον και οι δύο χώρες διαθέτουν ισχυρές Ναυτικές Δυνάμεις, οι οποίες από κοινού αποτελούν πολλαπλασιαστή ισχύος. Απαραίτητη προϋπόθεση η ανακήρυξη κοινής συμπεφωνημένης ΑΟΖ μεταξύ των δύο κρατών, άμεσα. Εννοείται σε αυτό το θέμα ο παράγων του Ισραήλ δεν θα πρέπει να μείνει έξω. Το Ισραήλ θα πρέπει να είναι ενήμερο και να συμμετέχει στην όλη διαδικασία καθώς υφίσταται και το project του East Med. Εάν προσθέσουμε στο θέμα της ασφάλειας του αγωγού και το Ισραηλινό Ναυτικό, ότι θα κινείται Νότια της Κύπρου και Ανατολικά της Κρήτης θα «κλειδώνει» από τις αεροναυτικές δυνάμεις των τριών χωρών. Το κοινό ανακοινωθέν των πέντε (5) δυνάμεων (Ελλάδα, Κύπρος, ΗΑΕ, Αίγυπτος, Γαλλία) ήταν μία ορθή γεωστρατηγική κίνηση που κτυπά τον τουρκικό νεοηγεμονισμό και αναδεικνύει το μεγάλο ενδιαφέρον των Γάλλων για την Ανατολική Μεσόγειο.

Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι απαιτείται άμεση ενίσχυση της ΠΑ αλλά και του ΠΝ με ισχυρές μονάδες επιφανείας ώστε να διασφαλισθεί αεροναυτικά ο χώρος του Αιγαίου και η εγγύς Ανατολική Μεσόγειο, σε συνεργασία και με τις λοιπές διεθνείς δυνάμεις που προαναφέρθησαν και με δεδομένο ότι στην παρούσα χρονική στιγμή υφίστανται συγκλίνοντα συμφέροντα.

Η κρίση του COVID-19 οπωσδήποτε θα φέρει οικονομικές δυσκολίες στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, όμως η χώρα μας θα πρέπει να ιεραρχήσει τις προτεραιότητες ώστε να μην επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας για να επιτύχει την Φινλανδοποίηση της χώρας μας. Στο αέναο δίλημμα των μακροοικονομικών «κανόνια ή βούτυρο», που ήταν κυρίαρχο θέμα στις δεκαετίες του 1970 και 1980, η απάντηση πρέπει σήμερα να είναι «κανόνια». Οι δαπάνες του ΥΠΕΘΑ ως ποσοστό % στις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού φθίνουν συνεχώς. Ενδεικτικά ήταν: το 1980: 18%, το 1990: 7,9%, τα επόμενα έτη μειώθηκε το ποσοστό περισσότερο, ενώ από τη δημοσιονομική κρίση του 2010 και μετά με δεδομένο ότι συρρικνώθηκε και το ΑΕΠ οι απόλυτοι αριθμοί των δαπανών του ΥΠΕΘΑ ήταν πραγματικά εξαιρετικά χαημηλοί. Επίσης παλαιότερα ίσχυε η αναλογία 7:10 στην Αμερικανική βοήθεια μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η Ελλάδα στο παρελθόν και αναλόγως των εποχών μέχρι τουλάχιστον το 2008 βρισκόταν μπροστά εξοπλιστικά, τόσο σε ποιότητα όσο και σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Ενδεικτικά επισημαίνεται ότι στις 05 Απριλίου 1974 η χώρα μας ήδη διέθετε τα πρώτα έξι (6) Phantom F-4E τα οποία είχαν προσγειωθεί στην 117 ΠΜ στην Ανδραβίδα (το αεροσκάφος θρύλο της εποχής). Τον Ιούνιο του 1974 η Ελλάδα υπέγραψε σύμβαση για την προμήθεια A-7 Corsair (Α-7Η), τα οποία άρχισε να τα παραλαμβάνει στις 15 Αυγούστου 1975 (αεροσκάφος στρατηγικού βομβαρδισμού με δυνατότητα μεγάλου φόρτου όπλων και για αρκετά έτη είχε στρατηγικό πλεονέκτημα). Η Ελλάδα το 1974 είχε ήδη παραλάβει υπερσύγχρονα για την εποχή εκείνη Γερμανικά υποβρύχια Υ/Β (τα επονομαζόμενα υποβρύχια «τσέπης», ως το εικονιζόμενο), επίσης με στρατηγικό πλεονέκτημα. Πρόσφατα επίσης τα Υ/Β U214 δίνουν επίσης στην Ελλάδα στρατηγικό πλεονέκτημα στη χώρα μας, αν και η Τουρκία σύντομα θα αποκτήσει και αυτή .

   

Η πρόσκτηση ισχυρών Α/Α συστημάτων και συστημάτων πυροβολικού με διαφοροποίηση πηγών εξοπλισμού, έδωσε τα επόμενα έτη μεγάλο πλεονέκτημα στην πατρίδα μας, ειδικά στον τομέα αεράμυνας. Παρά την αναμφισβήτητη ποιοτική υπεροχή των οπλικών συστημάτων συστημάτων της χώρας μας έναντι της Τουρκίας κατά τις δεκαετίες 1970-2000, η Τουρκία ήταν αυτή που απειλούσε συνεχώς με πόλεμο ενώ πραγματοποίησε και την εισβολή στην Κύπρο. Είχαμε επίσης τις κρίσεις του 1976, του 1987, του 1996, που οδήγησαν τις δύο χώρες στο χείλος του πολέμου. Το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου παρέμενε πάντα στην πρώτη γραμμή αμφισβήτησης. Τις επόμενες δεκαετίες και μέχρι το 2009 απαρχή της δημοσιονομικής κρίσης, συνέχιζε να υφίστατο ένα σχετικό έστω ποιοτικό εξοπλιστικό πλεονέκτημα υπέρ της Ελληνικής πλευράς, το οποίο όμως χρόνο με το χρόνο η Τουρκία το ψαλίδιζε. Το ποσοστό του ΑΕΠ που ξόδευε η Ελλάδα για την άμυνά της μειωνόταν σταθερά, ενώ αντίθετα της Τουρκίας αυξανόταν, και σε απόλυτους αριθμούς. Η Τουρκία επένδυσε πολλά και στην αμυντική της βιομηχανία, παράγοντας πολλά οπλικά συστήματα. Πέραν αυτού διαφοροποίησε και τις πηγές εξοπλισμού της.   

Η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες εκτίμησε, ότι η Τουρκία στο πλαίσιο της υποτιθέμενης ευρωπαϊκής της προοπτικής και ότι με την ψυχραιμία της χώρας μας θα κατευναζόταν η Τουρκία. Αυτό θα ίσχυε για το σύνολο ίσως των δημοκρατικών και πολιτισμένων κρατών, δυστυχώς όμως δεν ίσχυσε για το χαϊδεμένο παιδί Ανατολής και Δύσης, την Τουρκία. Πρόσφατο παράδειγμα, ακόμη και ο Ελληνικής καταγωγής Ναύαρχος Σταυρίδης πρώην SACEUR, ο οποίος με τις δηλώσεις του, ότι θεωρεί την Τουρκία ανάχωμα στον Ευρασιατικό κίνδυνο (κατά τις ΗΠΑ ο εν λόγω κίνδυνος) και ειδικότερα ενάντια στη Ρωσία, έχοντας μείνει προφανώς στα ισχύοντα κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, όπου η Τουρκία είχε ύψιστο στρατηγικό ρόλο. Όμως σε έναν πολυπολικό κόσμο πλέον, ο ρόλος της Τουρκίας έχει πλέον μεταβληθεί και αυτή η χώρα δεν είναι το «frontline» της Συμμαχίας. Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει για τον εαυτό της αυτό το ρόλο, καθώς είναι η ουσιαστική δύναμη ανάσχεσης των μεταναστευτικών ροών που εξαπολύει το καθεστώς Ερντογάν προς τη Δύση για να εκβιάσει, πολιτική στήριξη και οικονομική βοήθεια, αλλά και η μόνη σταθερή αξία σε ένα ασταθές γεωγραφικό σύμπλοκο, όπως της Μέσης Ανατολής (μαζί βέβαια με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο).

Όσον αφορά τη σχέση της Τουρκίας με την Ε.Ε., είναι μία σχέση που άπτεται πολλών παραγόντων και μέσα σε αυτούς προστέθηκε τα τελευταία έτη και το μεταναστευτικό. Η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας. Μπορεί η Ε.Ε. στην άσκηση των ψυχολογικών επιχειρήσεων της Τουρκίας έναντι της χώρας μας, (προκειμένου η Τουρκία να καλλιεργήσει το φόβο στον Ελληνικό λαό), να λέει «βρείτε τα», αλλά σε περίπτωση εμπλοκής της Τουρκίας με ένα κράτος μέλος της Ε.Ε. η αντίδραση θα είναι διαφορετική. Είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση απόβασης των ΤΕΔ σε Ελληνική βραχονησίδα αυτή θα πρέπει να εξαϋλωθεί, ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υφίσταται έστω και ως υποθετικό σενάριο, η απόβαση των ΤΕΔ σε μικρή κατοικημμένη νησίδα. Η συνεχής ενίσχυση των Ελληνικών Ειδικών Δυνάμεων σε έμψυχο δυναμικό, σε εκπαίδευση αλλά και εξοπλισμό πρέπει να συνεχισθεί (ενθαρρυντικά τα τελευταία μέτρα και η απόκτηση των μέσων) και να είναι διαρκής. Ευκίνητες μικρές ειδικές μονάδες με ισχύ πυρός αποτελούν ισχυρή αποτρεπτική λύση.

Απαιτείται συνεπώς η άμεση ενίσχυση των εξοπλιστικών προγραμμάτων των Ε.Δ., η άμεση πρόσληψη ΕΠΟΠ ή ΟΒΑ στις κρίσιμες και επιχειρησιακές ειδικότητες κυρίως του ΣΞ, ενώ πρέπει να συνετεξασθεί ίσως και η πρόσκτηση Α2/ΑD όπλων (αντιόπλων, με κόστος πρόσκτησης και συντήρησης σαφώς μικρότερο από αυτό των οπλικών συστημάτων). Η αύξηση των διαθεσιμοτήτων πρέπει να ανέβει (παρά το καλό επίπεδο που βρίσκονται μετά την κρίση, ωστόσο στο καλό υπάρχει και το βέλτιστο). Ο πόλεμος στη Λιβύη, όπως εξελίσσεται θα μπορούσε να ονομασθεί ως ο πόλεμος των drones, και η χώρα μας μπορεί να αντλήσει υπερπολύτιμα συμπεράσματα για το πως ίσως θα είναι οι πόλεμοι του μέλλοντος. Οι τελευταίες ενέργειες του ΥΠΕΘΑ και της ΓΔΑΕΕ σε αυτό το σημείο είναι θετικές και πρέπει να συνεχισθούν, άλλωστε ο εκνευρισμός της γείτονος χώρας ήταν εμφανής εσχάτως.

Στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής πρέπει να εφαρμοσθεί μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική η οποία πέραν της εμβάθυνσης της προσέγγισης με τα Αραβικά κράτη, να περιλαμβάνει και στρατηγική συνεργασία με την Ινδία (σχετικό άρθρο: https://www.militaire.gr/quot-giati-einai-monodromos-i-vathyteri-proseggisi-ellados-indias/ ), αλλά και με άλλες χώρες. Θα έγραφα ότι πρέπει να εξευρεθεί εκ νέου άμεσος δίαυλος επικοινωνίας με τη Συρία (ανέκαθεν οι Μπααθικές δυνάμεις ήταν φιλικές προς την Ελλάδα και έντονα αντιτουρκικές).

Θα πρέπει να βρεθεί τρόπος ώστε να εμποδισθεί η παράνομη μεταφορά όπλων από την Τουρκία στην Τρίπολη, αν και με τις τελευταίες εξελίξεις δηλαδή την κατάληψη του Α/Δ Al-Watiya από τις φιλοτουρκικές πολιτοφυλακές, ο Ερντογάν θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει από αέρος τη μεταφορά όπλων στον Σάρατζ. Ο Ερντογάν βαλτώνει στη Λιβύη και η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να επενδύσει στην ήττα των φιλοτουρκικών δυνάμεων. Ο Ερντογάν αιμμοραγεί οικονομικά και σε έμψυχο υλικό, ενώ προς το παρόν κρατείται εκεί απασχολημένος. Θα επιδιώξει η Τουρκία μία γρήγορη νίκη στη Λιβύη, αλλιώς τα χάνει όλα. Η ήττα της την κρατά μακριά από τις γεωπολιτικές αναδιατάξεις της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ επίσης δεν αντέχει και τη μακροχρόνια εμπλοκή της στον πόλεμο στη Λιβύη.

H Ελλάδα πρέπει με αποφασιστικότητα να δείξει στην Τουρκία, ότι το κόστος χρήσης στρατιωτικής βίας εις βάρος της Ελλάδος θα είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όποιο όφελος. Η νίκη του Έβρου άλλωστε το απέδειξε. Η Ελλάδα οφείλει να προπαρασκευασθεί και να προετοιμασθεί για κάθε ενδεχόμενο (σχετικό άρθρο: https://www.militaire.gr/i-epitaktiki-anagki-proparaskeyis-tis-choras-enanti-tis-toyrkias-poy-quot-trechei-quot-tis-exelixeis/ ).

Ύστερα από τα ανωτέρω μία προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστήριο προϋποθέτει ότι πρέπει να έχει οριστικοποιηθεί η ατζέντα. Η χώρα μας παγίως υποστήριζε ότι η μόνη διαφορά με την Τουρκία είναι η υφαλοκρηπίδα και σε αυτό το ζήτημα και μόνο ίσως θα μπορούσε να προσφύγει στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Όλα τα άλλα δεν είναι καν διαπραγματεύσιμα. Η Τουρκία λέει ότι δεν έχει αποφασίσει να πάει στη Χάγη, εάν όμως τελικά συμφωνήσει, θέλει όλο το πακέτο των διεκδικήσεών της να τεθεί στο καθεστώς διαπραγματεύσεων. Εν τοις πράγμασι όμως μία τέτοια θέση οδηγεί εκ προοιμίου σε αδιέξοδο, συνεπώς δεν έχει κανένα νόημα σε τέτοια περίπτωση η προσφυγή στη Χάγη.

Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο πόσο μάλλον ο ελληνικός λαός που ανέκαθεν ήταν φιλειρηνικός, φιλόξενος και δημοκρατικός. Στον Ελληνικό λαό δεν πρέπει να τεθεί το ερώτημα εάν επιθυμεί πόλεμο ή όχι, διότι η απάντηση είναι πρόδηλα πασιφανής, πως δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Το δίλημμα και η ερώτηση που πρέπει να τεθούν είναι: Επιθυμεί ο Ελληνικός Λαός μία πατρίδα περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας, με παράδοση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και στο Νότιο Κρητικό πέλαγος, σμίκρυνση του ΕΑΧ, συνεκμετάλλευση υδρογονανθράκων, μη ανακήρυξη ΑΟΖ και 12 ν.μ., δηλαδή ειρήνη μεν αλλά με οιονεί δουλεία ως δορυφόρος της Τουρκίας; Επιθυμεί με άλλα λόγια ο Ελληνικός λαός την Φινλανδοποίησή του ώστε η Τουρκία να σταματήσει την απειλή χρήσης βίας ή την πιθανή χρήση βίας; Επειδή και εδώ η απάντηση είναι όχι και προκειμένου να μην καταστεί εφικτή η «Φινλανδοποίηση» της Ελλάδος, η ενίσχυση της εθνικής άμυνας και η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική είναι επιτακτικές και άμεσες ανάγκες.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016