Του Rainer Mausfeld, Ζero Hedge

[ Γραμμένο με το νυστέρι πεπειραμένου οξυδερκούς χειρούργου, αν και από καθηγητή άλλης ειδικότητας, το σπάνιας κοινωνικής σημασίας κατωτέρω άρθρο, η μυστική διεθνής σπείρα με το ψευδώνυμο «Ακεραιότητα» και άλλες ανάλογες μυστικές υπηρεσίες, δεν θα μπορέσουν –όσο και αν λαχταρούν- να το στιγματίσουν ως Fake Story, ψευδή είδηση, φτιαχτή από τους καταχθόνιους εχθρούς στον Βορρά. Ο συντάκτης του είναι καθηγητής Emeritus της Ψυχολογίας στο γερμανικό πανεπιστήμιο του Κιέλου και προβαίνει με αυτό σε μιαν εξονυχιστική ανατομική ανάλυση των πολιτικών μηχανισμών και των ψυχοτεχνικών μεθόδων παραγωγής του νεωτερικού ανθρωπίνου τύπου, τελείως στερημένου δυνατότητας επιλογής αλλά και προσωπικής κρίσης και βούλησης για  δημοκρατία και ελευθερία, του οποίου ο κοινωνικός βίος  απορροφάται πλήρως από τον ρόλο του πολιτικά αδιάφορου καταναλωτή.                                                                                                                         Τα αποτελέσματα, αυτής της μακράς και πεισματικής αναμορφωτικής διαδικασίας,  τα υφιστάμεθα και τα βλέπουμε καθημερινά, οι ευτυχείς πολίτες της  Δυτικής «δημοκρατίας», αλλά μόνον ως υποκείμενα, θεατές ή ανύποπτοι κομπάρσοι, αυτού του μακάβριου θεάτρου. Ο Rainer Mausfeld, με αυτό το άρθρο του,  μας εισάγει και μας ξεναγεί στις σκοτεινές στοές, με τα μεφιστοφελικά εργαστήρια, όπου εκπονούνται  οι  οργανωτικές μορφές εξουσίας και οι ψυχοτεχνικές χειραγώγησης της νοητικής λειτουργίας του πολίτη, για  την υποταγή της στην υπηρεσία  των στόχων του αθέατου σκηνοθέτη του Θεάτρου Δημοκρατίας. Προσφέρει έτσι γνώση πολύτιμη, « απαραίτητη για την ανάπτυξη μιας στρατηγικής αποτελεσματικής αντίστασης,σε μιαν ισχύουσα τάξη που στηρίζεται στην δύναμη και στην βία».]

Παρουσίαση: Μιχαήλ Στυλιανού

Οι πολίτες έχουν απογυμνωθεί από τα πολιτικά δικαιώματά τους και έχουν υποβληθεί σε ψυχολογικό εθισμό  μείωσής τους σε υπόσταση απαθών καταναλωτών. Στις τελευταίες δεκαετίες η δημοκρατία έχει αντικατασταθεί από την ψευδαίσθηση της Δημοκρατίας. Νέες μορφές οργάνωσης της εξουσίας και ψυχολογικές μέθοδοι χειραγώγησης του υποσυνειδήτου μας προστατεύουν τους ισχυρούς από τους κινδύνους της δημοκρατικής ενδυνάμωσης και ενισχύουν την θέση τους.

Δημοκρατία και ελευθερία. Δυο λέξεις που είναι φορτισμένες με ανήκουστες κοινωνικές υποσχέσεις και που μπορούν να ελευθερώσουν τεράστιες δυνάμεις ενέργειας για την αλλαγή και την πραγματοποίηση τους. Τι συνέβη, όμως; Ποτέ στο παρελθόν δυο λέξεις,  που είχαν ταυτιστεί με τόσο φλογερές ελπίδες, δεν είχαν αδειαστεί από την αρχική τους έννοια  σε τόσο δραματική έκταση. ΄Εχουν παραποιηθεί, βιαστεί, διαστρεβλωθεί και έχουν αντιστραφεί εναντίον εκείνων των οποίων οι σκέψεις και οι πράξεις εμπνέονται από αυτές.

Η Δημοκρατία σήμερα σημαίνει στην πραγματικότητα μιαν εκλεγμένη  ολιγαρχία πολιτικών και οικονομικών  Ελίτ («επιλέκτων»), στην οποία κεντρικοί τομείς της κοινωνίας – και ιδιαίτερα η οικονομία- έχουν αφαιρεθεί από οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο και υποχρέωση λογοδοσίας. Ταυτόχρονα, μεγάλα μέρη της κοινωνικής οργάνωσης της ζωής μας βρίσκονται εκτός του χώρου της δημοκρατίας.                                                                             Και  ελευθερία σήμερα σημαίνει προπάντων την ελευθερία των οικονομικά ισχυρών.

Με αυτήν την Οργουελιανή  παρερμήνευση, οι δύο αυτές λέξεις έχουν  καταλάβει τώρα ξεχωριστή θέση στο απέραντο λεξικό των πλαστογραφημένων λέξεων στην διαδρομή της ιστορίας. Με την τοξίνωση αυτών των δύο λέξεων, οι ελπίδες μας για μιαν πιο ανθρώπινη κοινωνία και τον περιορισμό των μεθόδων βίας στην λύση προβλημάτων, περιπίπτουν σε σύγχυση, θολώνουν, θρυμματίζονται και έχουν σχεδόν σαρωθεί έξω από την συλλογική μνήμη μας. Η απώλεια των ονείρων πολιτισμού που συνδέονται με τις δυο αυτές έννοιες καθιστά δύσκολο για εμάς σήμερα να προτείνουμε ένα ελκυστικό, σωστό εναλλακτικό πολιτικό σύστημα, αντί του σημερινού των σχέσεων ισχύος -και ακόμη χειρότερο, έστω και να σκεφτούμε κάποιο.

Η Δημοκρατία, που αρχικά συνδεόταν με μεγάλες προσδοκίες για πολιτική αυτοδιάθεση και προστασία της εσωτερικής και της εξωτερικής ειρήνης, έχει μείνει μόνο σαν ένα εθιμοτυπικό κέλυφος στην πραγματική δομή της κοινωνίας.

Η Δημοκρατία έχει υποβιβαστεί σε ένα σκηνοθετημένο θέατρο περιοδικών εκλογών, όπου ο πληθυσμός μπορεί να  διαλέξει από ένα  δειγματολόγιο εμπίστων της «ελίτ». Η πραγματική  Δημοκρατία έχει αντικατασταθεί από μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας και η ελεύθερη δημόσια συζήτηση αντικαταστάθηκε από την κατευθυνόμενη «γνώμη» και την σκηνοθετημένη               «εκρηκτική αγανάκτηση». Η καθοδηγούσα αρχή συνείδησης του υπεύθυνου πολίτη αντικαταστάθηκε από το νεοφιλελεύθερο ιδεώδες του  πολιτικά απαθούς καταναλωτή.

Από τις ελπίδες που συνδέονται με τις έννοιες της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, μόνο οι άδειες λέξεις των ψεύτικων υποσχέσεων έχουν διατηρηθεί από τους ολιγάρχες. Με αυτές τις λέξεις είναι δυνατό να χειραγωγήσεις τις συνειδήσεις της υποταγμένης πλειονότητας.

Το Διεθνές Δίκαιο έχει σήμερα επίσης σε μεγάλο βαθμό εξελιχτεί  σε ένα  όργανο απροσποίητης  πολιτικής της ισχύος. Η  αυτόκλητη «Δυτική Κοινότητα των Αξιών» έχει απροκάλυπτα επιστρέψει στην σχεδόν θρησκευτική πίστη της στην αποτελεσματικότητα της βίας, την ωφελιμότητα των βομβών και της καταστροφής, των σκοτωμών με ιπτάμενα ρομπότ και των βασανιστηρίων, την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων, τον οικονομικό στραγγαλισμό και άλλες μορφές βίας που εξυπηρετούν τους σκοπούς της. Αυτή είναι η πολιτική αγιοποίηση της βίας, της οποίας τα αποτελέσματα είναι εμφανή οπουδήποτε στον κόσμο.

Σχεδόν τίποτα,  εκτός από μιαν ιστορική ανάμνηση, δεν μένει από τις μεγάλες ελπίδες που κάποτε συνδέονταν με την δημοκρατία και το διεθνές δίκαιο, και συγκεκριμένα τις ελπίδες ότι ο πολιτισμός θα μπορούσε να περιορίσει την δύναμη και την βία. Τα λαϊκά πλήθη  πειθαναγκάζονται να δεχτούν την πολιτική ρητορεία περί δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου, με την οποία οι οικονομικά ή στρατιωτικά ισχυροί επιζητούν να εξασφαλίσουν την ανοχή του πληθυσμού για την πραγματική επίδοσή τους στην ρεάλ-πολιτίκ της βίας. Στην «πραγματιστική πολιτική» της εποχής μας, έχει προ πολλού γίνει αποδεκτό το «Δίκαιο του Ισχυροτέρου».

Διακόσια χρόνια μετά τον Διαφωτισμό, τον οποίο τόσο εξυμνούμε στην πολιτική ρητορεία μας, ζούμε σε μια περίοδο αντί-διαφωτισμού. Ταυτόχρονα όμως,, όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντα ισχύος τους, οι κρατούντες αρέσκονται να αναφέρονται στον διαφωτισμό , προκειμένου να πείσουν για την πνευματική υπεροχή τους έναντι εκείνων που θεωρούν εχθρούς τους.

Μια (ελιτιστική) Δημοκρατία των Επιλέκτων είναι ένα σχήμα οξύμωρο. Ενώ περιλαμβάνει εθιμοτυπικά αναμνηστικά δημοκρατίας, αυτά  περιορίζονται διαθρωτικά στο ελάχιστο.  Αλλά παρά την ελαχιστοποιημένη αυτή δημοκρατία, τα εναπομένοντα  ακόμη στοιχεία της δεν είναι -κατά την άποψη των οικονομικών και πολιτικών κέντρων εξουσίας-  τόσο ακίνδυνα όσο θα ήθελαν.

Έτσι, οι σημερινές ισχυρές ομάδες «επιλέκτων», για να θωρακίσουν την εξουσιαστική θέση τους,  φροντίζουν να εξασφαλιστούν από την απειλή των δημοκρατικών διεκδικήσεων.

Το αδύνατο σημείο είναι πλέον ο χώρος της δημόσιας συζήτησης, που –ειδικώτερα στις περιοδικές εκλογές- μπορεί να καταστεί επικίνδυνος για την σταθερότητα. Πως μπορεί  να ελεγχθεί αυτό σε μιαν δημοκρατία των επιλέκτων; Πως μπορεί ο κίνδυνος που δυνητικά εγείρει η δημοκρατία να κρατηθεί στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο; Εάν τα εναπομένοντα  δείγματα στοιχείων δημοκρατίας αφαιρούνταν δεν θα ήταν πια δυνατό να συνεχιστεί η  χρήσιμη για την αποφυγή επανάστασης δημοκρατική ρητορική, αφού η δημόσια συζήτηση και οι περιοδικές εκλογές είναι απαραίτητες  ακόμη και για την απλή ψευδαίσθηση της δημοκρατίας. ΄Ετσι, τα πραγματικά κέντρα εξουσίας θέλουν να διατηρήσουν αυτούς τους τύπους, αλλά  χρειάζονται  περίτεχνους τρόπους εξασφάλισης της σταθερότητας ,που να καθιστούν την δημοκρατία ακίνδυνη γι’ αυτούς.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες , οι ολιγάρχες κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να αναπτύξουν νέους τρόπους εξασφάλισης αυτής της σταθερότητας, προκειμένου να προστατεύσουν τα εναπομένοντα κατάλοιπα στοιχεία στην ελιτιστική «δημοκρατία των προκρίτων» , από τους κινδύνους της δημοκρατικής χειραφέτησης.

Αυτοί ειδικώτερα περιλαμβάνουν νέες δομικές μορφές οργάνωσης της εξουσίας, όσο και ψυχολογικές μεθόδους χειραγώγησης της συνείδησής μας. Φυσικά οι ρίζες αυτών των εξελίξεων πηγαίνουν πολύ πίσω, αλλά αυτές οι τελειοποιήσεις έχουν πολύ επιταχυνθεί και στερεωθεί θεσμικά στις τελευταίες δεκαετίες. Η διαδικασία της κοινωνικής μεταμόρφωσης που συνδέεται με αυτά έχει παρόμοια αποτελέσματα με «μιας επανάστασης εκ των άνω», δηλαδή μιας επανάστασης που αντιπροσωπεύει  ένα σχέδιο των οικονομικών μεγιστάνων (ελίτ) και αποβλέπει στην επέκταση και στερέωση των συμφερόντων τους.

Ο πρώτος πυλώνας αυτής της διαδικασίας μεταμόρφωσης  συνίσταται στο ότι οι οργανωτικές μορφές εξουσίας είναι σχεδιασμένες περισσότερο αφηρημένα και με μιαν εσκεμμένη διάχυση της κοινωνικής ευθύνης, έτσι ώστε η δυσφορία, η οργή και η αγανάκτηση των κυβερνωμένων να μη μπορεί να εντοπίσει συγκεκριμένους, δηλαδή πολιτικά αποτελεσματικούς στόχους. ΄Ετσι η βούληση για αλλαγή του πληθυσμού δεν μπορεί πια να  εστιασθεί μεταξύ αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις.

Αυτή η διαδικασία μεταμόρφωσης αποτελείται από μιαν υφέρπουσα –και όσο το δυνατόν αθέατη από τον λαό- δημιουργία κατάλληλων θεσμικών και συνταγματικών δομών. Με αυτές τις δομές οι σχέσεις ισχύος μπορούν να σταθεροποιηθούν και οι διαδικασίες ανακατανομής να αφαιρεθούν μόνιμα από την δημοκρατική πρόσβαση και να καταστούν έτσι πρακτικά μη ανατρέψιμες. Γι’ αυτό, οι δημοκρατικές δομές, που ιστορικά κερδήθηκαν μετά από σκληρούς αγώνες, πρέπει να εξαλειφθούν ή να διαβρωθούν, έτσι που να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά τους.

Επιπλέον το εσωτερικό και το διεθνές δίκαιο πρέπει να «εξελιχθεί» κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας να μπορούν νόμιμα να επιβάλλουν αξιωματικά τα συμφέροντά τους στο έτσι δημιουργημένο νομικό πλαίσιο. Ειδικώτερα, πρέπει να δημιουργηθεί ένα νομικό πλαίσιο που να καθιστά δυνατή την μεταμόρφωση της οικονομικής εξουσίας σε πολιτική εξουσία και να προσφέρει ένα νομικό πλαίσιο για τους επιθυμητούς ή εγκατεστημένους ήδη μηχανισμούς ανακατανομής προς τα  άνω, ώστε οι ελάχιστες εναπομένουσες δημοκρατικές δυνατότητες να μη μπορούν να τους ανατρέψουν.

Το οργανωμένο έγκλημα της τάξης των μεγάλων περιουσιών δεν προστατεύεται απλώς από μια τέτοια νομοθεσία, αλλά εξασφαλίζεται και για το μέλλον και σφραγίζεται εναντίον πιθανών δημοκρατικών επεμβάσεων.

O δεύτερος πυλώνας είναι η ανάπτυξη επιτηδευμένων και υψηλής αποτελεσματικότητας τεχνικών που μπορούν στοχευμένα να χειραγωγούν τις συνειδήσεις των κυβερνωμένων. Ιδανικά οι πολίτες δεν θα πρέπει ούτε να υποπτεύονται ότι υπάρχουν κέντρα υπερεξουσίας, πίσω από την πολιτική πρόσοψη της δήθεν δημοκρατικά ελεγχόμενης εξουσίας που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ. Ο σημαντικότερος στόχος είναι η εξουδετέρωση κάθε επιθυμίας του πληθυσμού για αλλαγή, ή η στροφή της προσοχής του σε πολιτικά ασήμαντες επιδιώξεις.

Για να επιτύχουν αυτόν τον στόχο, κατά τον πιο αποφασιστικό και σταθερό τρόπο, οι τεχνικές της χειραγώγησης αποβλέπουν σε πολύ περισσότερα από τον έλεγχο της πολιτικής γνώμης. Στοχεύουν, μπορούμε να πούμε, στην δημιουργία ενός «νέου ανθρώπινου όντος», του οποίου ο κοινωνικός βίος  απορροφάται  πλήρως από τον ρόλο του πολιτικά αδιάφορου καταναλωτή.

Υπό αυτή την έννοια (τα αθέατα αυτά κέντρα πραγματικής εξουσίας) είναι ολοκληρωτικά και ο μεγάλος θεωρητικός της Δημοκρατίας Sheldon Wolin έχει δίκιο όταν μιλά για έναν «διεστραμμένο ολοκληρωτισμό», μια νέα μορφή ολοκληρωτισμού που δεν εμφανίζεται στον πληθυσμό ως τοιούτος. Οι τεχνικές γι’ αυτό άρχισαν και  εξελίσσονται  εδώ και εκατό χρόνια, με μεγάλο κόστος και ουσιαστική ανάμειξη των κοινωνικών επιστημών, των οποίων η κοινωνική σημασία συνδέεται στενά με την προσφορά  μεθόδων κοινωνικού ελέγχου.

΄Ένα κεντρικό στοιχείο αυτών των τεχνικών για τον έλεγχο της συνειδήσεως των λαών είναι η δημιουργία των κατάλληλων ιδεολογιών, που είναι σε μεγάλο βαθμό αθέατες από τον κόσμο ως ιδεολογίες και έτσι παράγουν ένα μη αμφισβητήσιμο πλαίσιο που προσδίδει νόημα σε όλες τις κοινωνικές εμπειρίες του ατόμου.

Ο πυρήνας αυτών των ιδεολογιών, που κορυφώθηκε στην νέο-φιλελεύθερη ιδεολογία κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι η ιδεολογία μιας «δημοκρατίας της εμπειροκρατικής καπιταλιστικής ελίτ», στην οποία ικανές και αφοσιωμένες ελίτ θα πρέπει να διαχειρίζονται την μοίρα της κοινωνίας κατά τον πιο αποτελεσματικό κατά το δυνατόν τρόπο.

Και οι δυο εξελίξεις χρησιμεύουν στο να καταστήσουν την εξουσία απροσδιόριστη και επομένως αθέατη, προκειμένου να υπονομεύσουν τους φυσικούς μας πνευματικούς αμυντικούς μηχανισμούς εναντίον της υποτέλειας σε άλλους. Και οι δυο αποτελούν χαρακτηριστικά των νεωτερικών μορφών σύγχρονων «δημοκρατιών» της καπιταλιστικής εμπειροκρατικής «ελίτ».

Θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε αποτελεσματικές στρατηγικές αντίστασης στην ισχύουσα τάξη, που στηρίζεται στην δύναμη και στην βία, μόνο αν κατανοήσουμε πλήρως αυτές τις νέες οργανωτικές μορφές της εξουσίας. Το ίδιο ισχύει για τις τεχνικές της χειραγώγησης, με τις οποίες ορισμένες ιδιότητες του εγκεφάλου μας  μπορούν να υποταχθούν στην εξυπηρέτηση  πολιτικών σχεδίων.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016