Γράφει ο ΚΡΙΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η πρώτη υπόθεση βιασμού που κάλυψα δημοσιογραφικά στα τέλη της δεκαετίας του 1980 είχε ως θύμα μια ανήλικη με νοητική υστέρηση.

Ο κατηγορούμενος ήταν αστυνομικός.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο δράστης παρέσυρε το θύμα με την μέθοδο της παραπλάνησης, υποσχόμενος ότι θα την μετέφερε με το αυτοκίνητό του στον καταυλισμό όπου διέμενε (το θύμα ήταν Ρομά) και την βίασε μέσα στο αυτοκίνητο.

Συγγενείς της μικρής που την αναζητούσαν, εντόπισαν το αυτοκίνητο και «συνέλαβαν» τον δράστη την ώρα της πράξης.

Ο δράστης δεν είχε ασκήσει σωματική βία.

Τα θέματα λοιπόν ήταν δύο: η συναίνεση και η ανηλικότητα.

Το πόσο δύσκολα αποδεικνύεται η έλλειψη συναίνεσης όταν δεν υπάρχουν ιατροδικαστικά ευρήματα που να πιστοποιούν την άσκηση βίας, το γνωρίζουν καλά όσοι-ες έχουν παρακολουθήσει τέτοιες υποθέσεις- άλλωστε ακόμα και όταν υπάρχουν τέτοια ευρήματα,υπάρχει πάντα ο ισχυρισμός ότι το θύμα «το ήθελε άγριο».
Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχαν ούτως ή άλλως ιατροδικαστικά ευρήματα.

Ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του κατηγορούμενου ήταν ο αναμενόμενος : δεν γνώριζε ότι η κοπέλα ήταν ανήλικη (όντως, είχε τέτοια σωματική ανάπτυξη που θα μπορούσε κανείς να την θεωρήσει ενήλικη) και κυρίως, η πράξη είχε τελεστεί με την συναίνεσή της-και μάλιστα ήταν εκείνη που την επεδίωξε.

Υπήρχαν από την μία οι μαρτυρίες της κοπέλας και των συγγενών της (όλοι Ρομά) και από την άλλη οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου αστυνομικού.

Σε μία αίθουσα γεμάτη από «συναδέλφους » και με έναν εισαγγελέα που έδινε μάχη για να…κονιορτοποιήσει την κατηγορία, το μόνο που κατάφερε το θύμα –καθώς δεν καταλάβαινε καν ερωτήσεις του τύπου «σε εξανάγκασε να προβείς σε ασελγείς πράξεις;»-ήταν να σπαράξει στο κλάμα την ώρα που ακούστηκε το «αθώος».

Τις προηγούμενες ημέρες στην θέση της κοπέλας βρέθηκε η Λογική και στην θέση του βιαστή οι «δημοσιογράφοι».

Η ετυμηγορία των «ενόρκων», δηλαδή της «κοινής γνώμης», είναι ότι η κυβέρνηση «πήγε να κάνει τον βιασμό από κακούργημα πλημμέλημα».

Η πραγματικότητα είναι ότι στόχος της περίφημης διάταξης ( που ήταν η 5η παράγραφος ενός άρθρου που είχε ακόμα 4 παραγράφους που προβλέπουν μέχρι και ισόβια όταν εξαιτίας του βιασμού επέρχεται ο θάνατος του θύματος) ήταν να διευρύνει την έννοια του βιασμού, συμπεριλαμβάνοντας και πράξεις προσβολής της γεννετήσιας αξιοπρέπειας που δεν τελούνται με την χρήση ή την απειλή χρήσης βίας.

Το νομοσχέδιο για την αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα δεν ήταν έργο της κυβέρνησης, αλλά αποτέλεσμα της πολυετούς εργασίας Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής η οποία συγκροτήθηκε με την συμμετοχή κορυφαίων νομομαθών όλων των πολιτικών πεποιθήσεων.
Αλλά οι βιαστές της Αλήθειας παρέλειψαν και αυτή την… «λεπτομέρεια».

Η κυβέρνηση ηττήθηκε πανηγυρικά, όπως σε όλα τα μικρά και μεγάλα πολιτικά ζητήματα στο επίπεδο της «επικοινωνίας» γιατί απλούστατα δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να καταλάβει ποτέ της αυτό που κάποιοι «φωνάζουμε» από την πρώτη ημέρα, ότι δηλαδή στην εποχή μας η «επικοινωνία» ΕΙΝΑΙ η πολιτική.

Και φυσικά γιατί οι άνθρωποι που ανέλαβαν όλα αυτά τα χρόνια να αντιμετωπίσουν θεσμικά και πολιτικά το παρακράτος της «δημοσιογραφίας» είναι όχι απλώς ανεπαρκείς, αλλά πολιτικά αστείοι.

Και κάπως έτσι, ακόμα και σήμερα, μέρες μετά από την απόσυρση της συγκεκριμένης παραγράφου από το Άρθρο 336 του νέου Ποινικού Κώδικα, η πλειοψηφία των πολιτών πιστεύει ότι ο βιασμός έγινε… πλημμέλημα.

Και έτσι, με αυτή την αποπνικτική κυριαρχία της λάσπης, της συκοφαντίας και της παραπληροφόρησης, πάμε στις εκλογές με πραγματικό αντίπαλο όχι τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά το παρακράτος των βιαστών της Αλήθειας, το κόμμα των «δημοσιογράφων».

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016