Τα σχόλια που γίνονται στην ιστοσελίδα της Βουλής όπου είναι αναρτημένο το νέο ασφαλιστικό Βρούτση, έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αναφερόμαστε στα σχόλια των στρατιωτικών οι οποίοι θίγονται από τα όσα προβλέπει. Δύο απ΄ αυτά τα σχόλια ανήκουν στον Δημήτρη Δρόσο , απόστρατο Οικονομικό Αξιωματικό της ΠΑ. Οι παρατηρήσεις του για τα άρθρα  24 και 25 είναι εύστοχες:

Άρθρο 24:

Είναι πλέον κοινώς παραδεκτό, ότι οι «στρατιωτικές συντάξεις» είναι ίσως η μοναδική κατηγορία συντάξεων που υπέστη τις μεγαλύτερες περικοπές, οι οποίες αγγίζουν ποσοστά της τάξης του 65%, ειδικότερα μετά την εφαρμογή του ν.4093/12.
Επί της αρχής, αξίζει να καταγραφούν τα παρακάτω στοιχεία που τεκμηριώνουν την κατάφωρη αδικία που δέχθηκαν οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι:

Εξαιτίας της μικρής ηλικίας που αναλαμβάνουν εργασία, οι στρατιωτικοί, θεμελιώνουν σχετικά γρήγορα ηλικιακά, ώριμα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία είτε χρησιμοποιούν για να συνταξιοδοτηθούν όπως όλοι οι Έλληνες πολίτες που τεκμηριώνουν αντίστοιχα δικαιώματα, είτε αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα από την υπηρεσία, σε ηλικία κάτω των 58 ετών. Κάποιοι εξ αυτών έχουν 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, ενώ κάποιοι άλλοι δεν έχουν 35 χρόνια συντάξιμης υπηρεσίας.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα από ηλικίες των 53-56 ετών οι στρατιωτικοί πολλές φορές χωρίς τη θέλησή τους (λόγω αυτεπάγγελτης αποστρατείας από την Υπηρεσία ένεκα των κρίσεων που υποχρεωτικά πρέπει να γίνονται για την επιλογή Ηγεσίας αλλά και για τη ροή των τάξεων των παραγωγικών σχολών) να συνταξιοδοτούνται με πενιχρές συντάξεις όταν λόγω και οικογενειακών υποχρεώσεων έχουν και τις μεγαλύτερες ανάγκες και αυτή η σύνταξη να τους συντροφεύει έως τέλος της ζωής τους. Οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι, υπέστησαν επιπρόσθετες μειώσεις δυσανάλογες με τους άλλους Έλληνες πολίτες, με αναδρομικό χαρακτήρα μάλιστα, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτούς στελέχη που ήδη είχαν αποστρατευθεί, με διαφορετικό καθεστώς.

Είναι γνωστό και αναμφισβήτητο, ότι οι στρατιωτικοί είναι ίσως η μοναδική κατηγορία εργαζομένων που εκ της φύσης του επαγγέλματός τους, εργάζονται αμισθί για πάρα πολλές ώρες, πέραν του ωραρίου τους, λόγω ασκήσεων, αναγκαίων υπερωριών, βαρδιών κλπ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο μέσος στρατιωτικός, στα 30 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας, έχει εργασθεί αμισθί για επιπλέον 6 χρόνια. Παράλληλα και με την εφαρμογή του νέου ασφαλιστικού συστήματος του ν.3865/10 από 01-01-2011, μπορούν να αναγνωρίσουν (και αυτό υπό συνθήκες) μόνο 5 έτη διπλού συντάξιμου χρόνου σε μονάδες εκστρατείας, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του π.δ. 169/07 άρθρο 40 (όταν στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, δύνανται να αναγνωρίζουν περισσότερα έτη).

Είναι επίσης ίσως η μοναδική κατηγορία συνταξιούχων που η εφαρμογή του ν. 4093/2012, τους επέβαλε αναδρομικές μειώσεις συντάξεων, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως, ο αντίστοιχος ν.4024/2011 για το δημόσιο τομέα, δεν είχε αναδρομική ισχύ, ενώ με την εφαρμογή των διατάξεων του ν.4093/12, οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι, υπέστησαν τριπλή μείωση (η πρώτη με την μείωση των βασικών τους μισθών των εν ενεργεία στελεχών, η δεύτερη με τη μείωση των συντελεστών των μισθολογικών τους κλιμακίων των εν ενεργεία στελεχών και η τρίτη με τη μείωση 5,10,15% που ισχύει για όλες τις συντάξεις των όλων των κατηγοριών, με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β3 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, όπου η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και- μερισμάτων (όλων των συνταξιούχων και των στρατιωτικών), άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται κατά ποσοστό 5%, 10%, 15% για ποσά άνω των 1.000, 1.500, 2000, ευρώ αντίστοιχα.

Ο υπολογισμός αυτών των μειώσεων, εφαρμόσθηκε από την 01-01-2013 και έγινε στα ποσά των συντάξεων και μερισμάτων, όπως διαμορφώθηκαν την 31-12-2012, δηλαδή μετά την ως άνω εκ του μισθολογίου μείωση (βασικών μισθών και συντελεστών) και μετά την παρακράτηση όλων των μέχρι τότε επιβληθέντων εισφορών και μειώσεων. Ενώ λοιπόν οι άλλοι δημόσιοι συνταξιούχοι υπέστησαν μόνο τις μειώσεις του 5%, 10%, 15% στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι, με το ν.4093/12 οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι υπέστησαν και τις επιπρόσθετες μειώσεις λόγω των μειώσεων των εν ενεργεία αξιωματικών που αφορούσαν στο βασικό τους μισθό και στους συντελεστές των μισθολογικών κλιμακίων δηλαδή επί της ουσίας τριπλή μείωση. Αυτό διότι οι μισθοί των στρατιωτικών συνταξιούχων ήταν, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.4387/16, άρρηκτα συνδεδεμένοι με τους μισθούς των εν ενεργεία στελεχών.

Αντιθέτως ενώ μέχρι και το έτος 2009, στα πλαίσια της κατ’ έτος εισοδηματικής πολιτικής, δίνονταν αυξήσεις στις συντάξεις του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα, που έφταναν μέχρι και το 6%, οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι δεν έπαιρναν αυτές τις αυξήσεις, λόγω της σύνδεσης των συντάξεών τους, με το μισθολόγιο των εν ενεργεία συναδέλφων τους. Οι αυξήσεις που έπαιρναν οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι ήταν μόνον αυτές που προέκυπταν από τις όποιες αυξήσεις δίνονταν στο μισθολόγιο των εν ενεργεία, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση υπολείπονταν σημαντικά από τις πιο πάνω αυξήσεις των λοιπών συντάξεων. Συνεπώς ενώ μέχρι και το 2016 οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι ακολουθούσαν τις αποδοχές των εν ενεργεία στελεχών και άλλωστε το π.δ. 169/07 προσδιοριζε σαφώς ότι ο Κώδικας των Στρατιωτικών Συντάξεων ήταν διαφορετικός από τον Κώδικα των Πολιτικών Συντάξεων. Είναι άδικο όταν υπήρχαν αυξήσεις στις λοιπές συντάξεις να μην δίνονταν στους στρατιωτικούς συνταξιούχους και τώρα να τους επιβάλλονται και οι μειώσεις του μισθολογίου και οι μειώσεις των «πολιτικών συντάξεων».

Με διασταλτική ερμηνεία της παραγράφου 5 του άρθρου 34 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007) «5. Σε περίπτωση που αυξάνεται ο βασικός μισθός της παραγράφου 2 ή το επίδομα χρόνου υπηρεσίας αυξάνονται ανάλογα και οι συντάξεις,..», οποιαδήποτε μεταβολή (αύξηση ή μείωση) των στοιχείων του μισθολογίου των στρατιωτικών, που συμμετέχουν στη βάση υπολογισμού της σύνταξης, προκαλεί αντίστοιχες αυξήσεις ή μειώσεις στις στρατιωτικές συντάξεις και εκδίδονται οι ανάλογες Πράξεις Αναπροσαρμογής Σύνταξης. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις των περιπτώσεων 31 και 32 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/12, που προκάλεσαν μειώσεις στις μικτές αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών, αυτομάτως προκάλεσαν αντίστοιχες μειώσεις στις στρατιωτικές συντάξεις και εκδόθηκαν οι σχετικές Πράξεις Αναπροσαρμογής Σύνταξης, με αναδρομική εφαρμογή από την 01-08-2012. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι αναστέλλονταν οι μειώσεις που επιβλήθηκαν στους στρατιωτικούς συνταξιούχους ένεκα των μειώσεων στις λοιπές συντάξεις και παραμείνουν οι μειώσεις που επιβλήθηκαν, εξαιτίας της σύνδεσης του ειδικού μισθολογίου με τις στρατιωτικές συντάξεις, οι συνολικές μειώσεις επ’ αυτών, θα είναι αρκετά μεγαλύτερες από εκείνες των λοιπών συντάξεων τόσο του Δημοσίου όσο και του Ιδιωτικού τομέα.

Για τις περικοπές που είχαν συντελεσθεί με το ν.4093/12 και ειδικότερα για τις στρατιωτικές συντάξεις, είχαν κατατεθεί προσφυγές στα αρμόδια δικαστήρια από τις Ενώσεις Αποστράτων, οι οποίες και δικαιώθηκαν από το ΣτΕ στο κομμάτι των διαδοχικών μειώσεων λόγω του μισθολογίου των εν ενεργεία κρίνοντας αντισυνταγματικές τις περικοπές των εν ενεργεία αλλά και συνταξιούχων στρατιωτικών. Το Δικαστήριο συνέδεσε το ειδικό εξουσιαστικό καθεστώς υπό του οποίου τελούν όσοι εργάζονται στις Ε.Δ., με την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση που διαχρονικά απολαμβάνουν ως αντιστάθμισμα, η οποία μάλιστα, συνιστά υποχρέωση του νομοθέτη εφόσον ως αρχή απορρέει από τα άρθρα 45 (Αρχηγός των Ε.Δ. είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας), 23 παρ. 2 (περιορισμός συνδικαλιστικών ελευθεριών) και 29 παρ. 3 (περιορισμοί πολιτικής έκφρασης) του Συντάγματος.

Έτσι το Δικαστήριο έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν έλαβε κατά τη λήψη των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων τα κριτήρια που επιτάσσει η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των συγκεκριμένων εργαζομένων αλλά το προδήλως απρόσφορο αριθμητικό κριτήριο σύμφωνα με το οποίο όλα τα ειδικά μισθολόγια αντιμετωπιζόμενα συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος θα έπρεπε να μειωθούν κατά ένα ποσοστό. Τότε λοιπόν το 2014, θεωρήθηκε ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων 31-33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του πρώτου άρθρου του ν.4093/12 αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης και στο άρθρο 4 παρ. 5 (οι πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους – ΑΡΧΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ) και στο άρθρο 25 παρ. 4 (το κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης – ΑΡΧΗ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ).

Το Δικαστήριο υπερθεμάτισε την ιδιαίτερη αποστολή των Στρατιωτικών, ενώ πέρα από τον περιορισμό των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους ελευθεριών δηλαδή η απαγόρευση του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης, είναι και η απαγόρευση της εργασίας άρα απαγόρευση επαγγελματικής ελευθερίας, (πλην στρατιωτικών ιατρών και μουσικών όπου επιτρέπεται η εργασία σύμφωνα με το ν.1400/73 άρθρο 63 παρ. 4), η υποχρέωση παραμονής στην Υπηρεσία για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η πειθαρχία και η ιεραρχική δομή ως τρόπος οργάνωσης της υπηρεσίας, οι ειδικοί περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων των Στρατιωιτκών όπως δηλαδή του δικαιώματος της συναθροίσεως. Πέρα από τους γενικούς περιορισμούς που επιβάλλει το Σύνταγμα υφίστανται και ειδικότεροι περιορισμοί που δικαιολογούνται από τη φύση της σχέσης των στρατιωιτκών με το κράτος και τις απορρέουσες από τη σχέση αυτή υποχρεώσεις. Επιπρόσθετα το Σύνταγμα θεσπίζει τα κωλύματα εκλογιμότητας (παρ.1,3 και 4), την υπαγωγή τους στη δικαιοδοσία στρατιωτικών δικαστηρίων (άρθρο 96 παρ. 4 και 5) και δεν περιέχει καμία άλλη ρύθμιση, γενική ή ειδική για τα συνταγματικά δικαιώματα των υπηρετούντων στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Συνεπώς η «ιδιαιτερότητα» των στρατιωτικών αποκτά κατά το ΣτΕ, μία ιδιότυπη προστατευτική λειτουργία των όσων αποδεδειγμένα δεν τελούν σε όμοια κατάσταση με τους υπόλοιπους και συνεπως γιαυτό λαμβάνει χώρα μία ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση. Ως απόρροια του δικανικού συλλογισμού ανακύπτει ότι, για αυτό το λόγο και το π.δ. 169/07 διαχωρίζει τις Πολιτικές από τις Στρατιωτικές Συντάξεις, ως ανταμοιβή για το ρόλο που επιτέλεσαν. Επίσης η αρχή της ισότητας διαπνέει όλη την έκταση του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου, συνδέοντας την εφαρμογή της απόφασης με την οικονομική διάσταση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αξιοπρεπούς διαβίωσης, σκιαγραφώντας για τους Στρατιωτικούς (εν ενεργεία και συνταξιούχους) ότι αποτελούν μία κοινωνική ομάδα σύμφωνα με το ρόλο που επιτέλεσαν και επιτελούν. Οι στρατιωτικοί κατά το Δικαστήριο θεωρήθηκε ότι ανήκουν στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας.

Δέον όπως επισημανθεί επίσης ότι επί της σώρευσης δυσβάσταχτων μειώσεων, εκ των παραλλήλων τριπλών μειώσεων, καταγράφεται σχετική γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που περιελήφθη στα Πρακτικά της 3ης Συνεδρίασης της 30-10-2012,που γνωμάτευσε μεταξύ άλλων ότι «στην περίπτωση που προβλέπεται με άλλο νομοσχέδιο η μείωση των αποδοχών οποιαδήποτε κατηγορίας λειτουργών και υπαλλήλων υπάρχει ο κίνδυνος οι συνταξιούχοι των κατηγοριών αυτών να υποστούν διπλή μείωση λόγω αναπροσαρμογής των συντάξεων τους και αυτοτελή μείωση με βάση το προς γνωμοδότηση νομοσχέδιο και συνεπώς πρέπει να διευκρινισθεί ότι μία μείωση είναι επιτρεπτή, άλλως θίγεται η αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας». Το οποίο όμως τελικά έγινε με το ν.4093/2012.

Οι αποφάσεις του ΣτΕ που έκριναν άκυρο και αντισυνταγματικό το ν.4093/2012 όσον αφορά στους στρατιωτικούς (εν ενεργεία και συνταξιούχους) συναρμονίσθηκαν με την ανωτέρω γνωμοδότηση αναφέροντας : «…. Οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλέστηκε η κυβέρνηση για την μείωση των συντάξεων, όπως είναι η περιστολή των δημοσίων δαπανών, προκειμένου να συνεχιστεί η χρηματοδότηση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας μας και η αποτυχία είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών….», «….δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές».

Και αυτό γιατί τα οικονομικά μέτρα που ελήφθησαν και οι περικοπές «συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ΄ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών». «Οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ΄ επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων».

Οι περικοπές των συντάξεων των Στρατιωτικών και «μάλιστα αναδρομικά από 01/08/2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 5 και 25 παράγραφος 4 και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες». Ακόμα, οι περικοπές των συντάξεων είναι αντίθετες στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται «ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, Γίνεται λοιπόν κατανοητό, ότι είναι αντισυνταγματικές ως προσκρούουσες στην αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας οι παράλληλες διπλές μειώσεις των συντάξεων….»

Ο ν.4307/14 (άρθρο 86) αποκατέστησε κατά το 50% τις περικοπές του ν.4093/12 τόσο στις στρατιωτικές συντάξεις όσο και στους μισθούς των εν ενεργεία στελεχών. Οι στρατιωτικοί προσέφυγαν εκ νέου στο ΣτΕ, όπου και δικαιώθηκαν με τις αποφάσεις 1125/2016 έως και 1128/2016, όπου κρίθηκε ότι η επαναφορά μόνο στο 50% των αποδοχών σύμφωνα με την ΚΥΑ που εκδόθηκε κατ΄εξουσιοδότηση του ν.4307/14 είναι αντισυνταγματική καθώς αποκαταστάθηκε μόνο μερικώς το μισθολόγιο των στρατιωτικών. Κρίθηκε ότι οι αποδοχές τους έπρεπε να επανέλθουν στα επίπεδα της 31ης Ιουλίου 2012. Η αντισυνταγματικότητα προσκρούει στα άρθρα 95,45,29,23 του Συντάγματος. Η Πολιτεία θεωρήθηκε ότι προσαρμόσθηκε πλημμελώς στις προηγούμενες αποφάσεις του 2014 της Ολομέλειας του ΣτΕ (2192-2196/2014) και δεν εφήρμοσε τη συνταγματικά προστατευόμενη αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών.

Με το ν.4575/2018 (ΦΕΚ Α’ 192) άρθρο 10, κατεβλήθη το αναλογούν ποσό του 50% για το χρονικό διάστημα 01/08/2012 έως 31/12/2016 στους εν ενεργεία στρατιωτικούς, ενώ με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου, κατεβλήθη και στους συνταξιούχους. Ωστόσο οι διατυπωθείσες διατάξεις του ν.4575/2018 είχαν μία ειδοποιό διαφορά με το ν.4307/2014. Για τους μεν εν ενεργεία στρατιωτικούς οι διατάξεις του άρθρου 10 δεν επηρέαζαν τις αποδοχές των στελεχών οι οποίες είχαν ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 155 του ν.4472/17 (Α’ 74), δηλαδή του νέου μισθολογίου. Παράλληλα για τους συνταξιούχους προβλεπόταν ότι μέχρι το χρονικό σημείο υπαγωγής τους στο ν.4387/2016 (01/01/2017) το εφάπαξ ποσό δεν επηρέαζε το ύψος της καταβαλλόμενης σύνταξης που είχε ληφθεί υπόψη για τον επανυπολογισμό και την αναπροσαρμογή που προβλεπόταν στον ν.4387/2016 (Α’ 85).

Συνεπώς ο ν.4585/2018 δεν παρήγαγε τα «εμπροσθοβαρή» αποτελέσματα που παραγόταν από το ν.4307/2014 άρθρο 86. Διότι οι αποδοχές της 31/07/2012 για κάθε κατηγορία στελέχους (εν ενεργεία ή συνταξιούχο) έπρεπε να μεταφερθούν επί της ουσίας στις 31/12/2016 και βάσει αυτών να υπολογισθούν είτε οι μισθοί με το ν.4472/2017 είτε οι συντάξεις με το ν.4387/2016 ή τους παλαιότερους συνταξιοδοτικούς νόμους. Τι έγινε όμως; Δόθηκε (σωστά) το υπόλοιπο 50% από 01/08/2012 έως 31/12/2016 αλλά αυτόματα έπαυσε χωρίς μεταφορά των ευεργετικών διατάξεων από 01/01/2017, με αποτέλεσμα όταν παρήχθησαν τα μισθολογικά αποτελέσματα του ν.4472/2017 και τα συνταξιοδοτικά του ν.4387/2016 αυτά να παράγονται με το 50% των αποδοχών και συντάξεων που ίσχυαν έως τις 31/12/2016 σύμφωνα με το ν.4307/2014. Οι όποιες συνέπειες της αποκατάστασης δεν μεταφέρθηκαν από 01/01/2017 ούτε στις συντάξεις ούτε στους μισθούς.

Σύμφωνα με το Άρθρο 95 του Συντάγματος υφίσταται υποχρέωση συμμόρφωσης της πολιτείας προς τελεσίδικες αποφάσεις του ΣτΕ, η οποία αυτή υποχρέωση εξειδικεύθηκε και με το ν.3068/2002 (άρθρο 1).

Επιπρόσθετα στους στρατιωτικούς συνταξιούχους, δεν αυξήθηκαν επί της
ουσίας οι συντάξεις τους με το ν.4307/2014, γιατί η εφαρμογή των νόμων των μειώσεων των «λοιπών συντάξεων» του ν.4093/2012 τους προκαλεί μειώσεις, όπως ήδη παρατηρήθηκε. Τυχόν μικρή αύξηση που τους δόθηκε, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις όπου για παράδειγμα από την περικοπή του 5% του ν.4093/2012 μπήκαν στο πλαφόν του 10% και η υποτιθέμενη αύξηση ήταν μηδενική. Εδώ έχοντας ως εμπειρία την εφαρμογή του ν.4307/2014 για το πρώτο 50%, στα εκκαθαριστικά σημειώματα του Ιανουαρίου 2015, όπου είχαν καταχωρηθεί οι νέες συντάξεις και τα αναδρομικά 6 μηνών, διαπιστώθηκε πως, η συγκεκριμένη «μερική αποκατάσταση των συντάξεων», ανερχόταν σε πλείστες περιπτώσιες σε μηνιαία αύξηση από 0,0 € μέχρι 65,0 €. Και αυτό οφειλόταν πρωτίστως στο γεγονός πως η εν λόγω αύξηση υπολογίστηκε στις μεικτές αποδοχές των στελεχών αυτών, με αποτέλεσμα να υποστούν τις μειώσεις των επί πλέον κρατήσεων διαδοχικά των ν.4093/2012, ν.4002/11 , ν.4024/11 και ν.4051/12.

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, ήταν να υποστούν υπερβολικές κρατήσεις-μειώσεις-εισφορές, που εξαφάνιζαν πλήρως την επιστροφή και αλλοιώναν ολοσχερώς το «πνεύμα-πρόθεση» του νομοθέτη, για επαναφορά στα επίπεδα του 50%. Πλέον των ανωτέρω θεωρείται δεδομένο πως ο κρατικός προϋπολογισμός επιβαρύνθηκε κατά πολύ λιγότερο, από τα αναφερόμενα ποσά στην αντίστοιχη οικονομική έκθεση του ν.4307/2014. Τα ίδια ισχύουν σαφώς και στο ν.4575/18, καθόσον οι όποιες αυξήσεις αφορούσαν μόνο το χρονικό διάστημα από 01/08/2012 έως και 31/07/2016, ενώ όχι μόνο δεν «μετακυλίθηκαν» στο νέο μισθολόγιο των εν ενεργεία στελεχών, αλλά ούτε και στις συντάξιμες αποδοχές από 01/01/2017, ώστε να υπάρξουν έστω και αυτές οι μικρές αναπροσαρμογές του ν.4307/2014 για το πρώτο 50%.

Τα στελέχη των Ε.Δ. έως την ψήφιση του ν.4387/2016 υπήγοντο σε ιδιαίτερο συνταξιοδοτικό καθεστώς (π.δ. 169/07: Κώδικας Στρατιωτικών και Πολιτικών Συντάξεων). Το καθεστώς αυτό είχε αναγνωρισθεί από όλες τις πολιτικές Ηγεσίες κατά τις αναμορφώσεις των ασφαλιστικών – συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων, όποτε ελάμβαναν χώρα. Το σύστημα ήταν διακριτό με ξεχωριστούς θεσμούς, το Δημόσιο και το Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Τα στελέχη των Ε.Δ., ουδέποτε ενετάχθησαν σε φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης όπως έπραξαν άπαντες οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο και στον Ιδιωτικό Τομέα. Ωστόσο αυτό το θεμελιώδες γεγονός, αγνοήθηκε όταν με το ν.4387/2016 όπου ενετάχθησαν τα στελέχη των Ε.Δ. στον ΕΦΚΑ. Οι δύο θεσμοί είχαν διαφορετική εννοιoλογική προσέγγιση και φιλοσοφία.

Στο συνταξιοδοτικό θεσμό του Δημοσίου, υπάγονταν τα άμεσα και έμμεσα όργανα του Κράτους, που συνδέονται με ειδική σχέση με αυτό, δηλαδή: Στρατιωτικοί, Δικαστικοί Λειτουργοί, Δημόσιοι Υπάλληλοι κλπ.. Εκτός από αυτό, τον εν λόγω θεσμό, τον προστάτευε και το Σύνταγμα, ενώ το Κράτος εγγυόταν να διασφαλίζει την επάρκεια των συτνάξεων και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Σε κάθε Υπουργείο (πλην του ΥΠΕΘΑ) ιδρύθηκε και ένα Ταμείο Αρωγής στα πρότυπα του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης με τους δικούς του όρους έκαστο. Αργότερα ενοποιήθηκαν αυτά τα ταμεία και απετέλεσαν το ΤΕΑΔΥ (Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων) όπου αργότερα αποτέλεσε κλάδο του ΕΤΕΑ (Εννιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης) και σήμερα με το ν.4387/2016 (άρθρο 74) μετονομάσθηκε σε ΕΤΕΑΕΠ (Εννιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών), όπου σύμφωνα με το άρθρο 75 εντάχθηκαν και τα Ταμεία Πρόνοιας (ΤΠΔΥ, ΤΑΠΙΤ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ, ΤΑΥΤΕΚΩ, ΕΤΑΑ, ΤΠΑΕΝ, ΤΠΚΕΝ,ΙΚΑ-ΕΤΑΜ). Τα στελέχη των Ε.Δ., ουδέποτε ίδρυσαν Ταμείο Αρωγής και επιβάρυναν στο παρελθόν το Ελληνικό Δημόσιο. Με το ν.2084/1992, όσοι προσλαμβάνονταν στο Δημόσιο ή στον Ιδιωτικό Τομέα, η ασφάλισή τους σε φορέα Επικουρικής Σύνταξης ήταν υποχρεωτική, πλην των στελεχών των Ε.Δ., καθόσον κατά τη συζήτηση τότε του νομοσχεδίου εκρίθη ότι η Κοινωνική Ασφάλιση δεν ταιριάζει στη φύση της αποστολής και του έργου των στελεχών των Ε.Δ. και τα στελέχη εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτικότητα της ένταξης που ίσχυσε για ΑΠΑΝΤΕΣ τους υπόλοιπους.

Αρκετά έτη αργότερα το ΣτΕ, με τις αποφάσεις του 2192-2196/2014, έρχεται να τελεσιδικήσει ακόμη μία φορά για την ειδική σχέση των στελεχών των Ε.Δ. που έχουν με το Κράτος. Η ίδρυση Ταμείων Αρωγής από τους άλλους Δημοσίους Υπαλλήλους αλλοίωσε το Συνταγματικό χαρακτήρα της Σύνταξης, αμφισβητώντας δηλαδή εν τοις πράγμασι ότι πρόκειται για «αμοιβή» αντί μισθού και σε συνέχεια αυτού. Εκτός αυτού επιβάρυναν τον κρατικό Προϋπολογισμό. Τα στελέχη των Ε.Δ. ουδέποτε ενετάχθησαν σε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ).

Αυτό συνιστά ουσιώδη λόγο εξαίρεσης των Στρατιωτικών από το ν.4387/2016, καθώς ο ν.4387/2016 (άρθρο 1) ρυθμίζει τα της Κοινωνικής Ασφάλισης, ενώ στον ΕΦΚΑ υπήχθησαν όσοι είχαν προηγουμένως ενταχθεί σε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (είτε άμεσα, είτε έμμεσα λόγω ίδρυσης Ταμείων Αρωγής και καταβολής Επικουρικών Συντάξεων). Σύμφωνα με το άρθρο 76 του ν.4387/2016 καθορίζει ποιοι υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΤΕΑΠ, όπου αναφέρεται ρητά ότι υπάγονται οι ήδη ασφαλισμένοι στο ΕΤΕΑ άρα με βάση την ανωτέρω επιχειρηματολογία έπρεπε να εξαιρούνται οι Στρατιωτικοί.

Επίσης ενώ στους στρατιωτικούς ε.ε. απαγορεύεται με το ν.δ. 1400/73 η άσκηση δεύτερης εργασίας, ενώ παράλληλα αποστρατεύονται πρώϊμα καθόσον εισέρχονται νωρίς στον εργασιακό βίο (18 ετών), συνεπως το μέγιστο που δύνανται να παραμείνουν είναι έως τα 58 έτη (και όχι το σύνολο αυτών διότι λόγω των ετησίων κρίσεων στις Ε.Δ. ένας ικανός αριθμός αποστρατεύεται σε ηλικίες 53-56 ετών), έρχεται επιπρόσθετα και το άρθρο 20 του ν.4387/2016 να θεσπίσει περιοριστικές διατάξεις στην εργασία των συνταξιούχων.

Το ΥΠΕΚΑΑ και ο ΕΦΚΑ με εγκυκλίους του (όπως: ΕΓΚ ΕΦΚΑ 33/19-09-2017, ΕΓΚ Φ.8/2018, Φ.80000/οικ.12151/274/19-03-18, ΕΓΚ ΕΦΚΑ 04-01-2019), ξεκαθάρισε ότι για κάθε απασχόληση συνταξιούχου που προκύπτει ασφάλιση που είναι υπακτέα στον ΕΦΚΑ, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 20, για το χρονικό διάστημα απασχόλησης. Μόνο εφόσον παραιτούνται του δικαιώματος είσπραξης αμοιβής για την απασχόληση εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 20. Επίσης εξαιρεί αμοιβές από πνευματικά δικαιώματα, έξοδα κίνησης, έξοδα παράστασης, κλπ. Εφόσον συνάφθηκε νέα σύμβαση εργασίας μετά την 13/05/2016 εμπίπτει στο άρθρο 20, αλλά και όταν σταματήσει την απασχόληση εμπίπτει στις διατάξεις του ν.4387/2016. Μόνο εφόσον δεν υπάρξει ούτε μία μέρα διακοπή από την προηγούμενη εργασία του και τη νέα σύμβαση (χωρίς χρονικό κενό δηλαδή) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.4387/2016.

• Τροποποίηση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.4387/2016 που υπαγάγει στον ΕΦΚΑ τους στρατιωτικούς και ένταξή τους στην παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.4387/2016 δηλαδή στις διατάξεις που δεν έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω παράγραφοι του άρθρου 4. Δηλαδή γενικά, οι στρατιωτικές συντάξεις θα πρέπει να αυξομειώνονται μόνον σε αντίστοιχες αυξομειώσεις του ειδικού μισθολογίου των εν ενεργεία στρατιωτικών, όπως συνέβαινε μέχρι και το έτος 2016. Συνεπώς πρέπει να αποδεσμευθούν οι στρατιωτικές συντάξεις από τις πολιτικές συντάξεις του ν.4387/16, όπως άλλωστε ορίζει και ο Κώδικας Στρατιωτικών και Πολιτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007), διαφοροποιώντας καθαρά και διακριτά αυτές τις δύο κατηγορίες. Τα θέματα συντάξεων είναι αρμοδιότητα μόνο του Υ.Ο. σύμφωνα με το άρθρο 73 του Συντάγματος, ενώ δεν αναφέρεται πουθενά το ΥΠΕΚΑΑ, το οποίο ΥΠΕΚΑΑ ήταν το επισπεύδον Υπουργείο του ν.4387/2016 (όπως άλλωστε εμφαίνεται και στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου). Με αυτό τον τρόπο θα διαμορφωθούν συντάξεις μίας ταχύτητας για τους στρατιωτικούς.

• Απαιτείται επαναφορά των συνταξίμων αποδοχών στο ίδιο επακριβώς μεικτό ποσόν αποδοχών της 31ης Ιουλίου του 2012, όπως ακριβώς επιτάσσουν και οι οικείες αποφάσεις του ΣτΕ, με συνέχιση εφαρμογής από 01/01/2017 (συνεπώς να επανυπολογισθούν μισθοί και συντάξεις με το νέο πλέον ποσό της 31/12/2016 και όχι με το ποσό που προέκυπτε από την εφαρμογή του 50% του ν.4307/2014). Εναρμόνιση των διατάξεων που διαμορφώνουν προσκρούσεις στις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, εκ της μη τελικώς πλήρους εφαρμογής των αποφάσεων του ΣτΕ, που έκαναν λόγο για αποκατάσταση αποδοχών στα επίπεδα της 31/07/2012.

• Τροποποίηση των διατάξεων του ν.4575/2018 άρθρου 10 παρ. 3 όπου θα απαλειφθεί η λέξη «δεν» και θα αναφέρεται ότι «οι διατάξεις του παρόντος επηρεάζουν τις αποδοχές των στελεχών των Ε.Δ… οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 155 του ν.4472/2017 Α’ 74».

• Τροποποίηση των διατάξεων του ν.4575/2018 άρθρου 15 με παρ. 1, 3 όπου θα προστεθεί η πρόταση ότι οι στρατιωτικές συντάξεις αναπροσαρμόζονται συμφώνως του άρθρου 10 του ίδιου νόμου. Εξυπακούεται ότι η ρύθμιση αυτή συνδέεται με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 4 του ν.4387/2016 για τους στρατιωτικούς συνταξιούχους, όπου οι στρατιωτικοί θα πρέπει να εξαιρεθούν από την υπαγωγή στον ΕΦΚΑ, άλλως η προτεινόμενη ρύθμιση θα πρέπει να διαμορφωθεί αναλόγως.

• Νομοθετική ρύθμιση όπου οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι να εξακολουθήσουν να εμπίπτουν στις διατάξεις του ν.2676/1999 (άρθρο 36), όπως αντικαταστάθηκε με το ν.4151/2013, και συνεπώς να εξαιρεθούν από το άρθρο 20 του ν.4387/2016.

Άρθρο 25:

Το προσωπικό των Ε.Δ. κατά τη διάρκεια της καριέρας του μετατίθεται πολλές φορές, υποχρέωση που ανακύπτει από τη φύση της αποστολής του, με όλες τις γνωστές συνέπειες από κάθε μετάθεση (π.χ. αντικειμενική αδυναμία έμμισθης απασχόλησής του/της συζύγου, δαπάνη μεταφοράς οικοσκευής που δεν καλύπτεται σε πολλές περιπτώσεις στο 100%, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος για τα παιδιά). Λόγω της φύσης της αποστολής, της έλλειψης προσωπικού και των συνεχώς αυξανομένων υποχρεώσεων, η ημερήσια απασχόληση πολλές φορές υπερβαίνει το κανονικό ωράριο εργασίας χωρίς πρόσθετη αποζημίωση, ενώ η εκτέλεση μηνιαίως 24ώρων υπηρεσιών, πέραν των επιφυλακών, ασκήσεων και άλλων έκτακτων αναγκών, δεν αποζημιώνεται μέχρι σήμερα, και η εργασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κίνδυνο.

Με τις διατάξεις της παρ. 1 και 3 του άρθρου 59 του π.δ. 169/2007, όπως ισχύει, ορίζεται ότι στους στρατιωτικούς που κατατάσσονται από 01/10/1990 και εφεξής επιβάλλεται κράτηση υπέρ Δημοσίου για σύνταξη στις μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές τους, ίση με το ποσοστό που ισχύει κάθε φορά για τους ασφαλισμένους στην κοινή ασφάλιση του τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ενώ καταβάλλονται στο διπλάσιο οι εισφορές για την αναγνώριση του χρόνου του άρθρου 40. Θεσμικό καθεστώς: άρθρο 15 παρ. 9 και 12, 40 και 41 π.δ. 169/2007 και άρθρο 8 του ν.2084/1992. Κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας τα έτη του άρθρου 40 (παρ. 5) του π.δ. 169/07 θεωρούνται ως έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και όχι πλασματικής.

• Με το άρθρο 20 (παρ. 1) του ν.3865/10 καθορίσθηκε ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα στελεχών των ΕΔ που θεμελιώθηκαν έως και την 31/12/2010 δεν θίγονται. Για τα στελέχη των ΕΔ που θεμελίωναν από 2011 έως και 2014 η υποχρέωση συντάξιμης υπηρεσίας προσαυξάνεται κατά 1,5 έτος έως και 6 έτη (παρ. 2) ιδίου άρθρου. Τα στελέχη που θεμελίωναν από 01/01/2015 και μετά διακιούνται σύνταξη εφόσον είχαν συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας τους είτε σαράντα έτη συντάξιμης υπηρεσίας. Στην ίδια παρ. 4 αναλύεται επακριβώς ο χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, ο χρόνος συντάξιμης που λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ή τριπλάσιο (πλασματικά έτη), καθώς και ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης.

• Με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/07, λαμβάνεται υπόψη ως συντάξιμος χρόνος, αυξημένος στο διπλάσιο ο χρόνος υπηρεσίας των στελεχών των Ε.Δ., που διανύθηκαν σε μονάδες εκστρατείας, μονάδες και υπηρεσίες ζωνών μάχης, πολεμικά πλοία, πτέρυγες μάχης κ.λ.π., ως ανταμοιβή για τα στελέχη που υπηρετούν σε θέσεις με δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης ή επικινδυνότητας. Επίσης ο χρόνος υπηρεσίας στα ΑΣΕΙ – ΑΣΣΥ λόγίζεται ως συντάξιμος.

• Με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.4609/2019 καθορίσθηκε ότι ο ανωτέρω χρόνος προσμετράται αυξημένος στο διπλάσιο και σε Μονάδες ή Υπηρεσίες ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού στις οποίες τα Στελέχη των Ε.Δ. έχουν υπηρετήσει ασκώντας καθήκοντα της ειδικότητάς τους.

• Η αιτιολογική έκθεση του εν ν.4609/19, αναφέρει ότι σκοπός των ν.3865/2010 και ν.3883/2010 ήταν όλα τα στελέχη να έχουν 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας και 5 πλασματικής και ότι αφορά το σύνολο των στελεχών, ανεξαρτήτως κλάδου, ειδικότητας, προέλευσης κλπ, καθώς τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι ενιαία. Επειδή οι σημερινές συνθήκες δεν αντανακλούν πλέον το σκοπό του ασφαλιστικού συστήματος του ν.3865/2010 με το συγκεκριμένο άρθρο κλείνει η εκκρεμότητα που υπάρχει, ειδικά για όσα στελέχη δεν δύνανται να υπηρετήσουν σε υπηρεσίες που προβλέπει το άρθρο 40 του π.δ. 169/2007. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται καθολικά η εφαρμογή του σχήματος 35 πραγματικά και 5 πλασματικά έτη. Ωστόσο η διαφοροποίηση που εντοπίζεται στη διατύπωση της εν λόγω τελικώς ψηφισθείσας διάταξης (άρθρο 11 του ν.4609/2019) σε σχέση με τα αναφερόμενα αρχικώς στην αιτιολογική έκθεση οφείλεται στην εκ των υστέρων αλλαγή της ρύθμισης προκειμένου να προσλάβει τελικώς διαφορετικό περιεχόμενο, ευνοϊκότερο για τα στελέχη των Ε.Δ.

• Η τελική διατύπωση του άρθρου 11 του ν.4609/2019 καθορίζει σαφώς ότι τα πέντε (5) σε Μονάδες και Υπηρεσίες ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού προσμετρώνται επιπλέον των πέντε (5) ετών στις Υπηρεσίες και Μονάδες που προβλέπει το άρθρο 40 του π.δ. 169/2007. Άλλωστε είναι σαφές ότι δεν προσδιορίζει ο νομοθέτης, ως ανώτατο όριο αυτό των πέντε (5) ετών για την αναγνώριση του διπλάσιου χρόνου ως λογιζόμενου για συντάξιμο σε Μονάδες εκστρατείας, καθώς σκοπός του δεν είναι να παγιώσει ως μέγιστο χρόνο λογιζόμενο ως διπλάσιο τα 5 έτη, αλλά συνυπολογίζοντας όλες τις δύσκολες συνθήκες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το επάγγελμα του στρατιωτικού να θέσει, εξ ορισμού ένα ελάχιστο αποδεκτό πλαίσιο 5 ετών, λογιζομένων ως διπλάσιο συνταξιοδοτικά.

• Στην αρχική κατάθεση του νομοσχεδίου προ της ψηφίσεως του νόμου, όπως τη βλέπουμε στο site του Ελληνικού Κοινοβουλίου που αναφέρεται ο ν.4609/2019, διαπιστώνουμε ότι η διατύπωση ήταν η εξής: «στις μονάδες και υπηρεσίες της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/2007 συμπεριλαμβάνονται αυτές στις οποίες στελέχη των Ε.Δ. έχουν υπηρετήσει ασκώντας καθήκοντα της ειδικότητάς τους». Η τελική ψήφιση επέφερε μία αλλαγή στη γραμματική διατύπωση η οποία ήταν: «πέραν των μονάδων και υπηρεσιών της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/2007 προσμετράται αυξημένος στο διπλάσιο ή τριπλάσιο μέχρι πέντε (5) έτη και ο χρόνος υπηρεσίας σε μονάδες και υπηρεσίες ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού, στις οποίες στελέχη των Ε.Δ. έχουν υπηρετήσει ασκώντας καθήκοντα της ειδικότητάς τους».

Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η αρχική μορφή όπως διατυπωνόταν, σήμαινε με γραμματική ερμηνεία της διάταξης ότι η προσμέτρηση του διανυθέντα χρόνου λογίζεται μόνο για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/2007, ήτοι επί της ουσίας έθετε ως πλαφόν τα πέντε (5) έτη. Η αιτιολογική έκθεση συνετάχθη βάσει αυτής της αρχικής διατάξεως για τον καθορισμό του σχήματος των 35 πραγματικών και 5 λογιζομένων ως διπλών συνταξίμων ετών. Με την τελικώς ψηφισθείσα διάταξη και τη διεύρυνση του αριθμού των Μονάδων – Υπηρεσιών ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού και κάλυψης συνεπώς όλου του προσωπικού, δεν καταστρατηγείται η σκοπιμότητα ύπαρξης πλασματικού χρόνου για την ανταμοιβή παροχής Υπηρεσίας υπό δυσμενείς συνθήκες, συνεπώς δεν θα υπάρξει διαφορετική αντιμετώπιση σε σχέση με αυτούς που όντως υπηρετούν ή υπηρέτησαν σε μονάδες αυξημένου κινδύνου αφού το κίνητρο αυτό διατηρείται μόνο με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή όσοι πράγματι υπηρέτησαν σε τέτοιες Μονάδες θα συνεχίσει να υφίσταται η προσμέτρηση των διπλασίων συντάξιμων ετών πέραν του γεωγραφικού τους προσδιορισμού.

• Ο σκοπός της τροποποίησης της αρχικής διατάξεως ήταν εμφανής, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος τροποποίησής της. Ήταν η θεσμοθέτηση διακριτού δικαιώματος για όλα τα στελέχη των Ε.Δ., αναγνωρίζοντας προφανώς όσα εκ των ανωτέρω έχουν αναφερθεί για την αποστολή και ρόλο των Ε.Δ., να έχουν πέντε (5) έτη επιπρόσθετα ως λογιζόμενα για διπλά συντάξιμα. Επίσης στο νόμο δεν τίθεται κανένας χρονικός ορίζοντας εάν αφορά νέους ή παλαιούς ασφαλισμένους ή ακόμη και όσοι έχουν εξέλθει εκ των Ε.Δ., καθώς δεν είναι αυτός ο σκοπός του νομοθέτη, ο οποίος μη θέτοντας χρονικούς προσδιορισμούς θέλει να καλύψει όλο τον πληθυσμό των Ε.Δ., είτε τελούν εν ενεργεία είτε είναι συνταξιούχοι. Αυτό άλλωστε προκύπτει τόσο από το π.δ. 169/2007, όσο και από το ν.3865/2010, οι οποίες σχετικές διατάξεις τους, αφορούσαν το σύνολο των στελεχών των Ε.Δ., (εν ενεργεία και συνταξιούχους), ανεξαρτήτως χρόνου εισόδου στο Στράτευμα ή εξόδου από αυτό.

• Η προσθήκη των 5 ετών εξορθολογίζει τις συντάξεις των στρατιωτικών ένεκα των λόγων που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ το γεγονός ότι οι στρατιωτικοί βγαίνουν νωρίτερα στη σύνταξη από ότι οι πολιτικοί υπάλληλοι, αντισταθμίζει τις όποιες πιθανές αντιδράσεις των τελευταίων, λόγω διαφοράς μισθού – σύνταξης. Επίσης δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με πολίτες αντίστοιχων κατηγοριών π.χ. οι ιατροί στα νοσοκομεία του ΕΣΥ παίρνουν εφημερίες. Οι δικαστικοί στα πολιτικά δικαστήρια έχουν άλλο μισθολογικό καθεστώς από τους στρατιωτικούς δικαστές κλπ. Είναι ουσιώδες να αποσαφηνισθεί με τη νέα διάταξη ή έστω στην αιτιολογική έκθεση ότι ακόμη και για τα στελέχη (εν ενεργεία ή συνταξιούχοι) με ημερομηνία κατάταξης έως την 30/09/1990 θεμελιώνονται τα 5 έτη του ν.4609/2019 χωρίς την υποχρέωση αντίστοιχης ασφαλιστικής καταβολής εισφοράς, καθώς είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3865/2010 και δεν υφίστανται έκτοτε επιπρόσθετες διατάξεις που να αναμορφώνουν το συνταξιοδοτικό τους ορίζοντα.

• Συνεπώς ανεξάρτητα του χρόνου θεμελίωσης, η αποσαφήνιση θα πρέπει να αφορά στον υπολογισμό του ποσού απόληψης της σύνταξης. Με αυτόν τον τρόπο όσοι συνταξιοδοτούνται από 01/01/2017 και εφεξής δεν θα επισωρεύσουν μόνο την αρνητική συνέπεια υπολογισμού σύνταξης του ν.4387/2016 αλλά θα πιστωθούν και τις ευεργετικές διατάξεις του νέου άρθρου 11 του ν.4609/2019. Η επίδραση στους συνταξιούχους έως 31/12/2016, θα είναι η μείωση της προσωπικής διαφοράς.

Με δεδομένο ότι με το ν.2084/1992 με πολιτική απόφαση κρίθηκε ότι η Κοινωνική Ασφάλιση δεν συνάδει με τη φύση της αποστολής και το έργο των Ε.Δ., αντίστοιχα με πολιτική απόφαση τα στελέχη των Ε.Δ. θα πρέπει να εξαιρεθούν από το ν.4387/2016. Τα στελέχη των Ε.Δ. εντάχθηκαν στην Κοινωνική Έτσι θα δημιουργηθούν συντάξεις μίας ταχύτητας, όπου στελέχη με τον ίδιο βαθμό με τα ίδια έτη υπηρεσίας και ίδια οικογενειακή κατάσταση θα λαμβάνουν την ίδια ακριβώς σύνταξη. Τα στελέχη των Ε.Δ., θα επανέλθουν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου ενώ δεν θα προκληθεί κοινωνικός αυτοματισμός καθόσον οι προσαρμογές θα είναι εξαιρετικά ήπιες και σε βάθος χρόνου. Ασφάλιση μόνο στον Κύριο Φορέα, όπως ίσχυε προ του ν.4387/2016 καθόσον εξαιρούνται από τον Επικουρικό Φορέα.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016