Ο ΥΕΘΑ Νίκος Παναγιωτόπουλος στην ομιλία του για την κύρωση της Συμφωνίας ΥΠΕΘΑ και ΥΠΑΜ Ισραήλ για την Προμήθεια Εξοπλισμού & Υπηρεσιών Άμυνας, αναφέρθηκε στα πλεονεκτήματα της και αναφέρθηκε και στις εξελίξεις στα ναυπηγεία Ελευσίνας.

Η ομιλία του:

Θεωρούμε ότι η συνεργασία με το Ισραήλ ενισχύει έναν πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν λειτουργεί αποσταθεροποιητικά. Άλλα πράγματα λειτουργούν αποσταθεροποιητικά στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι όμως η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας της χώρας με το Ισραήλ. Βαίνει αυξανόμενη αποτελώντας με αυτό τον τρόπο και αντίβαρο στην ασταθή και αποσταθεροποιητική συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία όπως ξέρετε συνεχίζει να προκαλεί και να δείχνει ότι δεν υπολογίζει τις επιταγές του Διεθνούς Δικαίου αλλά μόνο το «δίκαιο του ισχυρού» απέναντι στο οποίο, υπάρχει ένας μόνο τρόπος αντίδρασης, η ανάπτυξη ενός ισχυρού πλέγματος αποτροπής, η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας. Για μένα, για την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου -με τον κύριο Υφυπουργό- γίνεται μόνο με ένα τρόπο που στηρίζεται σε δύο άξονες:

  • Αφενός ενίσχυση των Στρατηγικών συμμαχιών της χώρας, σε όλα τα επίπεδα εντατικοποίηση δηλαδή της Αμυντικής Διπλωματίας.
  • Αφετέρου, αναβάθμιση των εξοπλιστικών δυνατοτήτων της χώρας με αυτή την προσπάθεια που κάνουμε, που είναι διαρκής και πολύ εντατική γιατί δεν υπάρχει χρόνος. Έχει χαθεί πολύς χρόνος και είναι εθνικά επιβεβλημένο να μη χαθεί άλλος, να εξοπλιστεί καλύτερα η χώρα ή να αναβαθμίσει τα ήδη υφιστάμενα αμυντικά εξοπλιστικά στοιχεία της.

Η συγκεκριμένη συμφωνία που κατατίθεται προς κύρωση αποτελεί ακριβώς αυτή την έκφραση της στρατηγικής μας για τη θέση της χώρας στο διεθνές περιβάλλον και την εμβάθυνση διμερών σχέσεων με στρατηγικό ενδιαφέρον και κυρίως επωφελή τρόπο για τα εθνικά συμφέροντα.

Επωφελής είναι κι αυτή συμφωνία:

Πρώτον, γιατί δημιουργεί μία διαδικασία και δίνει τη δυνατότητα απρόσκοπτης συνέχισης της εφοδιαστικής υποστήριξης αμυντικού υλικού όταν και όποτε παραστεί ανάγκη. Με αυτό τον τρόπο όπως καταλαβαίνετε, συμβάλει στην αύξηση των δυνατοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων μας, καθώς θεσμοθετεί εναλλακτική οδό πραγματοποίησης των απαραίτητων εξοπλισμών και υπηρεσιών για κάλυψη απαιτήσεων των Ενόπλων Δυνάμεων. Δημιουργεί ένα πλαίσιο προμηθειών με γενικούς όρους, με διαδικασίες που θεσπίζονται, το οποίο βασίζεται στην κατάρτιση διακρατικών συμφωνιών -δηλαδή συμφωνιών “G to G”- δίνοντας τη δυνατότητα και στις δύο χώρες για σύναψη επιμέρους συμβάσεων.

Αυτό είναι το πλαίσιο που μπαίνει με αυτή τη συμφωνία. Νομίζω ότι καλό είναι ενόψει της κινητικότητας που θα αναπτυχθεί στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, από το ενδιαφέρον που έχουν εκφράσει πλείστες όσες ισραηλινές εταιρείες παραγωγής αμυντικού υλικού να έρθουν στη χώρα μας, όχι μόνο για να πουλήσουν ή να αγοράσουμε αλλά για να αναπτύξουν σχήματα συμπαραγωγής και συνέργειας για την παραγωγή αμυντικού υλικού στην Ελλάδα κατά τρόπο επωφελή και για τα δύο μέρη, για τους δικούς του λόγους το καθένα. Δεδομένης λοιπόν αυτής της επικείμενης κινητικότητας, καλό ήταν να έχει κυρωθεί κι επομένως να έχει θεσμοθετηθεί με αυτό τον πανηγυρικό τρόπο από τη Βουλή των Ελλήνων αυτή η συγκεκριμένη συμφωνία, η οποία όντως ισχύει από το 2016, πλην όμως δεν έχει εξοπλιστεί μ’ αυτόν τον ενισχυμένο θεσμικά τρόπο.

Η διαδικασία προβλέπει στοιχεία υποστήριξης από την ισραηλινή πλευρά, τόσο κατά τα στάδια ποιοτικής παραλαβής των συστημάτων, όσο και για την εν συνεχεία υποστήριξή τους κι αυτό είναι επίσης σημαντικό. Στόχος είναι να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος, να αναβαθμιστούν μεθοδικά αλλά και με λύσεις αιχμής όσον αφορά στις νέες τεχνολογίες, οι δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων. Όλοι ξέρουν ότι το Ισραήλ παράγει κυρίως Άμυνα και Ασφάλεια. Το Υπουργείο Άμυνάς τους διαθέτει προϋπολογισμό περί τα 36 δισ. απέναντι στα δικά μας 530 εκατομμύρια ευρώ ετησίως και γι’ αυτό το λόγο είναι σε θέση να παράξει προηγμένα συστήματα στο χώρο της Άμυνας και Ασφάλειας.

Ζητούμενο για μας είναι να επωφεληθούμε απ’ αυτές τις παραγωγικές δυνατότητες ιδίως στο πεδίο συστημάτων με τεχνολογίες αιχμής και ει δυνατόν να προχωρήσουμε σε συμπαραγωγή μέρους αυτών των συστημάτων στη χώρα μας. Ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη η σύμβαση χρονομίσθωσης συστήματος μη επανδρωμένων αεροσκαφών, των λεγομένων “Heron”, από την Ισραηλινή Αεροδιαστημική Βιομηχανία. Αποτελεί την πρώτη του είδους στις Ένοπλες Δυνάμεις, αυτή η σύμβαση. Η έναρξη της επιχειρησιακής εκμετάλλευσης των στοιχείων αυτών θα λάβει χώρα σε μερικούς μήνες από σήμερα. Ήδη τα συστήματα έχουν έρθει, το προσωπικό εκπαιδεύεται και σε μερικούς μήνες θα επιχειρούν στα θαλάσσια και χερσαία σύνορά μας.

Ενδεχομένως μέχρι τότε, θα έχουν έρθει κι άλλες προτάσεις, είτε πρόσκτησης, είτε συμπαραγωγής συστημάτων μη επανδρωμένων οχημάτων διαφόρων δυνατοτήτων, πράγμα το οποίο μειώνει το κόστος της επιχείρησης, αλλά και τον κίνδυνο στον οποίο υπεισέρχεται το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων όταν διεξάγει μια σειρά από αυτές τις αποστολές που μπορούν να εκτελέσουν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έχουμε αποκτήσει (και σχεδιάζουμε να αποκτήσουμε περισσότερα).

Στην πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού και της κυβερνητικής αποστολής στο Ισραήλ συζητήθηκαν όλα αυτά τα ζητήματα και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών εδράζεται κατά κύριο λόγο στον αμυντικό τομέα. Σας εξήγησα γιατί. Όμως η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι ενώ εις το παρελθόν είχαμε διάφορες εξαγγελίες και δηλώσεις «αγαθών προθέσεων» -αν μου επιτραπεί η έκφραση- μεταξύ των δύο κρατών. Αυτή τη στιγμή, είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε σε συγκεκριμένα βήματα, να κάνουμε δηλαδή πράγματα απτά με μετρήσιμα αποτελέσματα που να αποδεικνύουν στην πράξη τη στρατηγική σχέση μας, πέρα από το επίπεδο των εξαγγελιών ή μια εντατική δραστηριότητα σε στρατιωτικές ασκήσεις.

Δεύτερον, η συμφωνία συμβάλει στην περαιτέρω ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων. Δεν αποτελεί πλαίσιο κατάρτισης συμβάσεων, προμήθειας υλικών και μέσων αλλά αποτελεί την απόδειξη της σταθερούς σύμπλευσης των δυο κρατών.

Η επιδιωκόμενη ασφάλεια εφοδιασμού δεν είναι κάτι το οποίο επιτυγχάνεται μέσω μιας σύμβασης με μία εταιρεία της αλλοδαπής καθώς συνέπειες της αθέτησης των όρων υπερβαίνουν την οικονομική διάσταση του ζητήματος όσον αφορά σ’ αυτή τη συμφωνία. Διότι εδώ, το Ισραήλ ως στρατηγικός εταίρος αναλαμβάνει μέσω της συμφωνίας να εξασφαλίσει την αδιάκοπη εκτέλεση των επιμέρους συμβάσεων, επιτρέποντας στις Ένοπλες Δυνάμεις να σχεδιάζουν και να υλοποιούν προμήθειες απαραίτητες για τις επιχειρησιακές ανάγκες τους. Θυμίζω ότι οι συμβαλλόμενοι, όπως έχετε δει, είναι αφ’ ενός το Υπουργείο Άμυνας της Ελλάδος και αφ’ ετέρου το Υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ. Άρα υπάρχει μία θεσμική εποπτεία, επίβλεψη, κατοχύρωση των συμφωνιών που θα ακολουθήσουν, σε εφαρμογή αυτής της κεντρικής συμφωνίας.

Η σταθερή στρατηγική συνεργασία μέσω κοινών ασκήσεων αλλά και σε υψηλότερο επίπεδο σχεδιαζομένων έργων, όπως ο “East Med”, είναι ακριβώς η απόδειξη του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού αυτής της στρατηγικής σχέσης.

Τρίτον, με τη συμφωνία αυτή επεκτείνεται η στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών και στον τομέα της Αμυντικής Βιομηχανίας, με την προστιθέμενη αξία που την έχουμε τόσο ανάγκη και αναμένεται να προκύψει για την εγχώρια οικονομία. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω της ουσιαστικής συμμετοχής της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας, τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής, αλλά και άλλων φορέων που μπορούν να συνδράμουν.

Μετά από πολλά χρόνια αδράνειας και απόλυτου τέλματος που στοίχισε αναμφίβολα και στις δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, νομίζω ότι βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε ένα τοπίο «υπερδραστηριότητας». Κι αυτό οφείλουμε να το μετουσιώσουμε σε απτά αποτελέσματα.

Σήμερα στα «Ναυπηγεία Ελευσίνας» ανακοινώθηκε η έλευση αμερικανικών κεφαλαίων σε συνέργεια με εγχώριο επενδυτή ο οποίος έχει αποδείξει ότι μπορεί να παράξει έργο στον τομέα της ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας με την προοπτική αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος σε αυτά τα ναυπηγεία. Σύντομα -προς το τέλος του μήνα- το Πολεμικό Ναυτικό θα παραλάβει το έκτο από τα επτά σκάφη τα οποία πασχίζει να παραλάβει εδώ και αρκετά χρόνια. Από το 2009, αν δεν κάνω λάθος, μετρά η πρώτη σύμβαση και από το 2016 η τροποποιημένη σύμβαση, με την οποία το Πολεμικό Ναυτικό ανέλαβε να πληρώνει πλέον τους εργαζόμενους των «Ναυπηγείων Ελευσίνας», προκειμένου να συνεχίσουν αυτή τη ναυπήγηση των πυραυλακάτων υπ’ αριθμόν «6» και «7».

Μέχρι το τέλος του μήνα θα έχει παραλάβει σχεδόν ολοκληρωμένο το σκάφος νούμερο «6». Θα μένουν κάποιες προσαρμογές οπλικών συστημάτων που μπορούν να ολοκληρωθούν συντομότατα. Στόχος μας είναι να πετύχουμε και την καθέλκυση του σκάφους νούμερο «7». Συμφωνήσαμε να δώσουμε μία ακόμα μικρή, πολύ μικρή, παράταση προκειμένου να πειστούν οι εργαζόμενοι των «Ναυπηγείων Ελευσίνας» ότι δεν τους εγκαταλείπουμε στην τύχη τους, έως ότου στο μεταξύ ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στο νέο επενδυτή ο οποίος θα κινηθεί με αμερικανικά κεφάλαια. Νομίζω ότι η πίεση που ασκήσαμε, ο καθένας από την πλευρά του, με συντομότερες προθεσμίες και καθαρές εξηγήσεις ότι πλέον το Πολεμικό Ναυτικό θέλει τα πλοία του -γιατί αν όχι τώρα, πότε άραγε θα τα έχει περισσότερη ανάγκη- έφερε αυτό το αποτέλεσμα.

Στην πορεία αναμένεται και μία πρόταση η οποία έχει ήδη δει το φως της δημοσιότητας, συνεργασίας μεταξύ του επερχόμενου επενδυτή και των ισραηλινών ναυπηγείων, μία πρόταση (την οποία δεν έχει αποδειχθεί, αλλά ασφαλώς τη μελετά το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού) για την μελλοντική ναυπήγηση, ανάλογα με τις δυνατότητες και τα επιμέρους της, ελληνικών πλοίων με συνέργεια ισραηλινών και ελληνικής εταιρείας, εδώ, στην Ελλάδα. Είναι η περίφημη κορβέτα «Θεμιστοκλής». Αυτή τη στιγμή το Πολεμικό Ναυτικό επεξεργάζεται την πρόταση, δεν μπορώ να σας πω κάτι περισσότερο, το δεδομένο όμως είναι ότι υπάρχει πολύ μέλλον και πολλή δραστηριότητα εκεί που πριν από ένα – δύο χρόνια δεν υπήρχε απολύτως τίποτα, παρά διεκδικήσεις εργαζομένων (δίκαιες δεν μπορώ να πω) και απόλυτη αβεβαιότητα ως προς το μέλλον και των «Ναυπηγείων Ελευσίνας» και της Αμυντικής Βιομηχανίας. Περισσότερα θα έχουμε τις επόμενες βδομάδες. Πάντως το Πολεμικό Ναυτικό έχει κάθε λόγο να επιχαίρει διότι επιλύεται ένα χρόνιο πρόβλημά του και παραλαμβάνει ένα καράβι (την πυραυλάκατο «6») που έχει απόλυτη ανάγκη αυτή την ώρα και βλέπει πλέον ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για να παραλάβει και το τελευταίο.

Η δυνατότητα σύμπραξης μεταξύ εταιρειών των δύο χωρών και συμπαραγωγής εξοπλισμού δύναται, λοιπόν, να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης για την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία. Πάντα μου άρεσε να λέω «όχι μόνο για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, αλλά για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας», διότι  η Ελλάδα διαθέτοντας Ένοπλες Δυνάμεις με αυτή την παρουσία, αυτές τις δυνατότητες και την ποιότητα, πρέπει να υποστηρίζονται. Κι είναι κρίμα να μην υποστηρίζονται από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ισάξια και το ίδιο εξίσου λειτουργική.

Θεωρώ ότι αυτή η Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας με το Ισραήλ, θα ανοίξει το δρόμο προκειμένου να πάμε σε συνέργειες με εταιρείες παραγωγής αμυντικού υλικού προηγμένης τεχνολογίας αυτής της χώρας, η οποία φυσικά για να αντιμετωπίσει τις δικές της προκλήσεις ασφαλείας και επιβίωσης έχει αναπτύξει σε αυτό τον μέγιστο βαθμό. Όμως εδώ, επειδή προφανώς επιδιώκει και τη στρατηγική συνεργασία με κάποια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι επομένως τις προοπτικές εισόδου της σ’ αυτή την αγορά, βλέπει με εξαιρετικό ενδιαφέρον τη συνεργασία με την Ελλάδα.

Δεν θέλω να πω περισσότερα κ. Πρόεδρε γιατί ήδη έχουμε μακρηγορήσει. Επαναλαμβάνω ότι μια συζήτηση για την Αμυντική Βιομηχανία στο σύνολο της, πρέπει να την κάνουμε. Θα προσπαθήσουμε να την προσδιορίσουμε κ. Πρόεδρε σε ημερομηνία η οποία -αν μη τι άλλο- μην δημιουργήσει υπόνοιες ότι υποκρύπτεται κάποιος δόλος, να περάσουμε κάποιο διεθνοπολιτικό μήνυμα και να ξεφύγουμε από μια συζήτηση που από μόνη της έχει πολύ μεγάλη ουσία. Να το κάνουμε αυτό σε συνεννόηση άλλωστε και με τις παρατάξεις.

Σας ευχαριστώ για τη συμμετοχή σας σε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση και σας καλώ ως Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας σήμερα, ως Σώμα αύριο, να κυρώσουμε αυτή τη συμφωνία διότι κατά την άποψή μου είναι εξαιρετικά επωφελής για το εθνικό συμφέρον και μόνο καλά μπορούν να προκύψουν για την Αμυντική Βιομηχανία μας κι επομένως για τη συνολική αμυντική δυνατότητα της χώρας.

Σας ευχαριστώ».

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016