Της Χριστίνας Σ. Φλάσκου

Λίγες εβδομάδες πριν τις κρίσιμες επαναληπτικές στην Κων/πολη, ο Ερντογάν φαίνεται διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει όλα τα «μέσα» προκειμένου να τις κερδίσει, επαναφέροντας ακόμη και ζητήματα όπως αυτό της στρατιωτικής θητείας που αφορά εκατομμύρια νέους Τούρκους και τις οικογένειες τους, αλλά και της χορήγησης αμνηστίας για την οποία είχε επέλθει ρήξη με τον σύμμαχό του Ντεβλέτ Μπαχτσελί το φθινόπωρο του 2018.

Σχετικά με τη στρατιωτική θητεία, όπου ο Ερντογάν είχε ήδη υποσχεθεί αλλαγές πριν τις τοπικές εκλογές της 31ης Μαρτίου, η κυβέρνηση επανεξετάζοντας τη δομή των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (TSK), εισάγει σημαντικές τροποποιήσεις στο νόμο που ρυθμίζει την υποχρέωση των Τούρκων στο ζήτημα αυτό. Ο νόμος ισχύει από το 1927 και έκτοτε έχει υποστεί κυρίως επουσιώδεις αλλαγές τόσο για τη διάρκεια, όσο και για την εξαγορά της θητείας. Να σημειωθεί, επίσης, ότι στην Τουρκία η στρατιωτική θητεία λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το κράτος και το λαό και ο στρατιωτικός νόμος θεωρείται ένας από τους θεμελιώδεις, αμετάβλητους νόμους της χώρας.

Αν και η επεξεργασία τροποποίησης του νόμου ξεκίνησε πριν τις τοπικές εκλογές της 31ης Μαρτίου, η εφαρμογή του καθυστέρησε για αδιευκρίνιστους λόγους. Οι υποστηρικτές του νομοσχεδίου επιδιώκουν το κοινοβούλιο να εγκρίνει τις αλλαγές γρήγορα, πριν από τις επαναληπτικές, γεγονός που δείχνει ότι η κυβέρνηση βλέπει το νέο νομοσχέδιο ως μέσο για να κερδίσει την εύνοια μεταξύ των νεαρών ψηφοφόρων.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, το οποίο έχει ήδη εγκριθεί από τις κοινοβουλευτικές επιτροπές, η εξαγορά της θητείας θα αποτελέσει ένα μόνιμο και όχι περιστασιακό μέτρο. Η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία θα μπορούσε να μειωθεί σε έξι μήνες από τους σημερινούς δώδεκα, ενώ οι στρατιώτες που ολοκληρώνουν έξι μήνες θα μπορούν να ζητήσουν παράταση της θητείας τους για ακόμη έξι. Για την πέραν των έξι μηνών θητεία τους θα λαμβάνουν το ποσό των 320 δολαρίων το μήνα.

Παρά τις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, ότι ο νόμος απλοποιεί το στρατιωτικό σύστημα και προετοιμάστηκε έτσι ώστε να εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, οι διατάξεις του ενδέχεται να περιπλέξουν σημαντικά τα πράγματα. Ο νέος νόμος θα μπορούσε να συρρικνώσει σοβαρά τις τάξεις του τουρκικού Στρατού, ο οποίος σήμερα έχει περίπου 470.000 προσωπικό. Εάν το κοινοβούλιο εγκρίνει το νομοσχέδιο, 140.000 στρατιώτες θα απολυθούν τους επόμενους τρεις μήνες, ενώ ο Στρατός προτίθεται να καλύψει τα κενά με επαγγελματίες, αν και είναι αμφίβολο το κατά πόσο θα ανταποκριθούν οι νέοι, δεδομένου ότι τα ενδιαφέροντα τους δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με τις προσδοκίες του νομοθέτη. Επισημαίνεται ότι ο τουρκικός Στρατός αντιμετωπίζει ήδη προβλήματα με τη στρατολόγηση προσωπικού για μάχιμες μονάδες, ειδικά για τις ειδικές δυνάμεις που πολεμούν κατά της τρομοκρατίας και λαμβάνουν μέρος σε διασυνοριακές επιχειρήσεις.

Το νομοσχέδιο ήδη δέχεται ισχυρές επικρίσεις ακόμη και από απόστρατους, καθώς θεωρείται ότι θα περιπλέξει αδικαιολόγητα το σύστημα στρατολόγησης και θα είναι δύσκολο στην εφαρμογή του. Επίσης, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ο νόμος θα υποβαθμίσει τη στρατιωτική θητεία η οποία σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας καθορίζεται ως «το δικαίωμα και το καθήκον όλων των Τούρκων» και η μετατροπή του σε επάγγελμα θα δώσει την ευκαιρία σε αυτούς που έχουν λεφτά να το αποφύγουν. Μετατρέποντας τη στρατιωτική θητεία σε ένα αμειβόμενο επάγγελμα, λένε οι επικριτές, θα έβλαπτε σοβαρά την αρχή της ισότητας στο στράτευμα, καθώς μόνο τα φτωχά και λιγότερο μορφωμένα στρώματα της κοινωνίας θα υπηρετούσαν. Όλα αυτά θα επηρέαζαν το ηθικό και την ποιότητα των ΤΕΔ. Πολλοί επίσης αντιτίθενται στο ότι έξι μήνες είναι πολύ μικρό χρονικό διάστημα για την εκπαίδευση, ώστε να εξασφαλιστεί η ικανότητα μάχης των στρατεύσιμων.

Ταυτόχρονα, ένα άρθρο του νέου νόμου είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο, καθώς αναφέρει ότι ο πρόεδρος θα καθορίζει ποιος θα υπηρετήσει. Είτε σε ειρήνη είτε σε πόλεμο ή κάπου ενδιάμεσα, ο καθένας που ο πρόεδρος θεωρεί ότι εξυπηρετεί έναν ουσιώδη ρόλο θα απαλλάσσεται από τη στρατιωτική θητεία. Το άρθρο είναι μια ασαφής, αυθαίρετη διατύπωση που δεν έχει θέση στους νόμους μιας δημοκρατικής χώρας, δεδομένου ότι δίνει στον πρόεδρο την εξουσία να εξαιρεί από τη στρατιωτική θητεία οποιονδήποτε θέλει χωρίς καμία δικαιολογία και κοινοβουλευτική έγκριση.

Οι αντιπολιτευόμενοι υποστηρίζουν ότι ο προτεινόμενος νόμος θα αποδυνάμωνε τον Στρατό, θα διερρήγνυε τις αρχές της ισότητας μεταξύ των στρατεύσιμων, θα έδινε στον πρόεδρο υπερβολικές εξουσίες για άμεση παρέμβαση στο στρατιωτικό σύστημα και θα αποδυνάμωνε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο σχετικά με τη δύναμη της προεδρίας.

Ένα άλλο «δωράκι» του  Ερντογάν είναι η υπόσχεση χορήγησης αμνηστίας, δηλώνοντας ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης εργάζεται πάνω σε ένα νομοσχέδιο γενικής αμνηστίας το οποίο θα ανακοινωθεί μετά την επανάληψη των τοπικών εκλογών της 23ης Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη.

Σύμφωνα με την Cumhuriyet, ο Ερντογάν ανέφερε ότι «το Υπουργείο Δικαιοσύνης μας εργάζεται επί του παρόντος για αυτά τα θέματα … Δεν είναι δυνατόν να απελευθερώσουμε όλους, αλλά το Υπουργείο Δικαιοσύνης εργάζεται για εκείνους που θα έπρεπε να αποφυλακιστούν».

Η ιδέα της αμνηστίας πρωτοεμφανίστηκε τον Μάιο του 2018, ενόψει των κοινοβουλευτικών και προεδρικών εκλογών της Τουρκίας, σαν μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του συμμάχου του AKP, Ντεβλέτ Μπαχτσελί (MHP).

Ο Μπαχτσελί είχε ασκήσει έντονες πιέσεις για τη χορήγηση αμνηστίας σε ορισμένες κατηγορίες φυλακισμένων, οι οποίες απορρίφθηκαν από τον Ερντογάν, δημιουργώντας ένταση μεταξύ των δύο κομμάτων και προκαλώντας, έστω και προσωρινή, ρήξη τον Οκτώβριο του 2018, όταν ο Ερντογάν δήλωσε ότι «δεν είναι δυνατόν να μας θυμούνται ως μια κυβέρνηση που δίνει συγχωροχάρτι στους εμπόρους ναρκωτικών σε μια εποχή που υπάρχουν πάνω από 50.000 εγκληματίες ναρκωτικών στις φυλακές».

Υπενθυμίζεται ότι το MHP είχε παροτρύνει το AKP για χορήγηση αμνηστίας σε πάνω από 160.000 φυλακισμένους, συμπεριλαμβανομένου του διαβόητου ηγέτη της μαφίας Alaattin Çakıcı.

Από την άλλη πλευρά, το Κόμμα Δικαιοσύνης (AP) δήλωσε τη στήριξή του προς τον Ιμάμογλου για τις επαναληπτικές της 23ης Ιουνίου, ενώ ο πρόεδρος του κόμματος Vecdet Öz ανέφερε ότι «η 23η Ιουνίου είναι ένα ορόσημο για την Τουρκία. Δεν είναι μια εκλογική διαδικασία για δημάρχους, αλλά μια εκδήλωση εθνικής βούλησης».

Προηγουμένως, το Κομμουνιστικό Κόμμα (TKP) και ορισμένοι ανεξάρτητοι υποψήφιοι επίσης αποσύρθηκαν στηρίζοντας ανοικτά τον Ιμάμογλου, ενώ οι υποψήφιοι του Δημοκρατικού Κόμματος (DP) και του Κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς (DSP) αποσύρθηκαν χωρίς να δηλώσουν στήριξη σε κανέναν.

Αξιοσημείωτη είναι και η δήλωση του νέου δημάρχου του Ντιγιάρμπακιρ, Adnan Selcuk Mizrakli, ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε «στις επερχόμενες εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, οι Κούρδοι θα σταθούν δίπλα σε αυτόν που είναι θύμα και όχι στον σφετεριστή… Δεν θα επιτρέψουμε να επιτύχουν οι κλέφτες όπως ο Binali Yıldırım».

Όλα τα ανωτέρω λαμβάνουν χώρα την ίδια στιγμή που ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Αχμέτ Νταβούτογλου, σε δημόσια εμφάνισή του υπονόησε ξεκάθαρα τη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε δείπνο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ικόνιο, ο Νταβούτογλου αναφέρθηκε σε μια «νέα κατάσταση πραγμάτων», η οποία ερμηνεύθηκε ευρέως ως επιβεβαίωση της μακράς φημολογίας για ίδρυση κόμματος.

Όπως είπε, μάλιστα, «η χώρα μας χρειάζεται ένα νέο όραμα, μια νέα ηγεσία, μια νέα στάση και μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Αν δεν τα βρούμε, δεν θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε τις βασικές μας αξίες και να περάσουμε την κληρονομιά στις νέες γενιές».

Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι ο Νταβούτογλου τον τελευταίο καιρό έχει αντιταχθεί ανοιχτά στις πολιτικές του AKP, εκφράζοντας ανησυχίες για την αμφιλεγόμενη απόφαση του YSK για ακύρωση των εκλογών στην Κων/πολη, αλλά και επικρίνοντας την οικονομική πολιτική του κόμματος, τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στα ΜΜΕ και τα πλήγματα στο διαχωρισμό των εξουσιών και στα θεσμικά όργανα της χώρας.

Η Χριστίνα Σ. Φλάσκου είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών με ειδίκευση στις Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές, Ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, επικεφαλής της έρευνας «Τουρκία και Συριακή κρίση» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Αρθρογράφος έντυπου και διαδικτυακού Τύπου

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016