Του Υuval Noah Harari (*)

Αν τον δούμε μακροπρόθεσμα, ο εθνικισμός ήταν μια δύναμη του καλού. Επέτρεψε σε λαούς να συνεργαστούν όπως ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Για σχεδόν διακόσια χρόνια, αυτό που έπειθε σε μεγάλο βαθμό τους ανθρώπους να πληρώνουν για την κοινωνική τους προστασία και το κοινωνικό κράτος ήταν το εθνικό συναίσθημα. Ο εθνικισμός έχει όμως και κακές πλευρές: την ξενοφοβία, που οδηγεί στον πόλεμο. Σήμερα λοιπόν οξύνει τα προβλήματα, δεν τα λύνει.
Ο εθνικισμός δεν έχει απαντήσεις στα παγκόσμια προβλήματα. Δεν είναι περίεργο ότι αυτοί που αρνούνται την κλιματική αλλαγή προέρχονται κυρίως από την εθνικιστική Δεξιά. Το όραμα των εθνικιστών, από τον Βίκτορ Ορμπαν μέχρι τη Μαρίν Λεπέν και τον Στιβ Μπάνον, είναι ένα δίκτυο φρουρίων που εμποδίζουν τη μετανάστευση και επιβάλλουν φόρους στα ξένα προϊόντα. Τα φρούρια αυτά υποτίθεται ότι θα προστατεύουν από τον πόλεμο, τους εχθρούς, την πολυπολιτισμικότητα. Κανένα φρούριο όμως δεν μπορεί να προστατεύσει από τις δύο μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας: την τεχνητή ευφυΐα και την κλιματική αλλαγή.
Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτές τις προκλήσεις σε εθνικό επίπεδο. Ακόμη κι αν η γαλλική κυβέρνηση μηδενίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και γίνει η καλύτερη μαθήτρια στην οικολογία, δεν θα καταφέρει τίποτα χωρίς διεθνή συνεργασία. Η συνεργασία αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να ελεγχθεί η τεχνητή ευφυία και η βιοτεχνολογία. Αν, για παράδειγμα, η Κίνα ή η Ρωσία αποκτήσει ένοπλα ρομπότ, θα ξεκινήσει ένας νέος αγώνας εξοπλισμών.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία ξεκινά από το αξίωμα ότι ο εγκέφαλός μας είναι ένα μαύρο κουτί γεμάτο με τις επιθυμίες μας και τις σκέψεις μας όπου έχουμε πρόσβαση μόνο εμείς. Με βάση αυτό το αξίωμα, ο ψηφοφόρος ξέρει τι κάνει. Το Brexit αποφασίστηκε επειδή δόθηκε πολύ μεγάλη σημασία στα συναισθήματα του βρετανού ψηφοφόρου. Και κανείς δεν προβληματίζεται για την ειλικρίνεια αυτών των συναισθημάτων.
Η σημερινή κρίση όμως προκλήθηκε από το γεγονός ότι διαθέτουμε πλέον τεχνολογίες με τη βοήθεια των οποίων μπορούμε να αντιγράφουμε όχι μόνο κινητά τηλέφωνα ή υπολογιστές, αλλά και ανθρώπινα όντα. Η επανάσταση είναι ότι μπορούν να καταλάβουν τις επιθυμίες σας, τα συναισθήματά σας, τις σκέψεις σας, και να σας ελέγξουν.
Τα “fake news” δεν είναι κάτι καινούργιο, τώρα όμως μπορεί κανείς να επιλέξει στόχους και να τους τροφοδοτήσει. Αν κάποιος μισεί τους μετανάστες, του δείχνεις μια ιστορία μεταναστών που βιάζουν Γαλλίδες και την πιστεύει εύκολα, ακόμη κι αν δεν είναι αλήθεια. Οι πλαστές ειδήσεις κατασκευάζονται για να προκαλέσουν την κατάρρευση της δημόσιας συζήτησης, για να οδηγήσουν τους ανθρώπους στα άκρα.
Στο ζήτημα της αποδοχής των μεταναστών, υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα τόσο από την πλευρά αυτών που θέλουν να τους δεχθούν όσο και από την πλευρά εκείνων που διάκεινται εχθρικά απέναντί τους. Η φιλελεύθερη δημοκρατία στηρίζεται ακριβώς στη δυνατότητα μιας τέτοιας συζήτησης. Αυτό που βλέπουμε όμως σήμερα είναι μια μανιχαϊστική μάχη ανάμεσα στο «Καλό» και στο «Κακό».
Αυτά που θεωρούμε αυθεντικά συναισθήματά μας μπορεί να είναι το αποτέλεσμα εξωτερικής χειραγώγησης. Δεν μπορεί να έχει κανείς εμπιστοσύνη. Το σύνθημα του 20ού αιώνα ήταν «Εμπιστεύσου τον εαυτό σου, ακολούθησε την καρδιά σου!» Η καρδιά σου όμως μπορεί να είναι ένας ρώσος πράκτορας! Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη σε κανέναν. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όμως ότι είμαστε ευάλωτοι στη χειραγώγηση.
Ποιος πρέπει να ελέγχει τις βάσεις δεδομένων: το κράτος ή οι επιχειρήσεις; Η απάντηση είναι δύσκολη, καθώς πρόκειται για επιλογή ανάμεσα σε δύο κακά. Αν η κυβέρνηση είναι δημοκρατική και οι θεσμοί λειτουργούν, είναι καλύτερα να έχει εκείνη τον έλεγχο. Αν όμως η κυβέρνηση γνωρίζει τα πάντα για σας, εύκολα ολισθαίνει σε μια ψηφιακή δικτατορία. Τα δεδομένα αποκτούν τόσο μεγάλη σημασία, ώστε όποιος τα ελέγχει αποτελεί την πραγματική κυβέρνηση. Αν η Amazon ήλεγχε όλες τις συναλλαγές μας και τους ιατρικούς μας φακέλους, θα ήταν εκείνη η κυβέρνηση.

(*) Ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι είναι ισραηλινός πανεπιστημιακός, ειδικός για τη στρατιωτική και μεσαιωνική ιστορία, συγγραφέας του βιβλίου «21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα»
 
(Πηγή: Συνέντευξη στην εφημερίδα Le Monde)

Print Friendly, PDF & Email
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016