Του Κωνσταντίνου Δ. Μορτόπουλου, Δικηγόρου

(Πτυχ. ΑΠΘ, LLM,MA)

Τέως Στρατιωτικού Νομικού Συμβούλου Γ’ΣΣ, ΕΛΔΥΚ, ΕΛΔΥΚΟ, ΕΛΔΑΦ


Με αφορμή πρόσφατη εμπειρία σε Ένορκη Διοικητική Εξέταση στο σώμα της Αστυνομίας, στο οποίο πελάτης ήταν ο -εν τέλει- εγκαλούμενος, διαπιστώθηκε για μια ακόμα φορά αυτό που ήταν γνωστό θετικώς από προηγούμενες πράξεις: στις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας είναι κάποιος τυχερός αν ο διενεργών γνωρίζει έστω τα στοιχειώδη της διενέργειας διοικητικών πράξεων με πειθαρχικό περιεχόμενο.

Ας ξεκαθαρίσω από το πρώιμο αυτό σημείο του κειμένου μου ότι μεταξύ των διενεργούντων ΑΔΕ-ΕΔΕ στις ΕΔ και τα ΣΑ έχω δει αδαμάντινους χαρακτήρες και ικανότατους επαγγελματίες, τόσο ως στρατιωτικός όσο και ως δικηγόρος.

Ωστόσο, είναι αληθές ότι όλοι οι εγκαλούμενοι δεν απολαμβάνουν το χειρισμό που αξίζει στην αγωνία τους για τη θετική έκβαση της υπόθεσής τους.

Αυτό, όχι διότι οι διενεργούντες δεν δείχνουν τη σπουδή που αναμένεται, ας ξεκαθαρίσω και αυτό. Αλλά κυρίως διότι στην προσπάθειά τους να δουν τις λεπτομέρειες διενέργειας, βρίσκονται να σκάπτουν αλυσιτελώς σε κανονισμούς και διαταγές που έχουν ξεμείνει ανενημέρωτες εδώ και δεκαετίες.
Το Σώμα της Πυροσβεστικής, φερ’ειπείν, ρητώς στον κανονισμό διενέργειας ΕΔΕ του 1991 ορίζει την απαγόρευση παραστάσεως συνηγόρου του κατηγορουμένου, παρ’όλο που το Σύνταγμά μας έχει αναθεωρηθεί στο μεταξύ, παρ’όλο που τα δικαστήρια έχουν επανειλημμένα κρίνει απαράδεκτη την απαγόρευση και παρ’όλο που ο Συνήγορος του Πολίτη έχει με συνέπεια επιμείνει στην αλλαγή των σχετικών διαταγών που αρνούνται σε έναν πειθαρχικώς κατηγορούμενο τα δικαιώματά του.


Στις Ένοπλες Δυνάμεις, εξ άλλου, προ της ΠαΔ 9-8/2001/ΓΕΕΘΑ και της αναθεωρήσεως της ΠαΔ 4-3/ΓΕΣ, ρητώς αναφερόταν ότι στις ΕΔΕ «δεν υπάρχει κατηγορούμενος», με αποτέλεσμα ο ύποπτος να καταθέτει ενόρκως ως μάρτυρας εναντίον του εαυτού του, καθώς κινδύνευε να βρεθεί πέραν του κεντρικού παραπτώματος ένοχος και για ψευδορκία κατά 224 παρ.2 ΠΚ.

Ενώ, δηλαδή, το κύριο ερώτημα της ΕΔΕ μπορούσε να μην ενέχει καν ποινικές πτυχές (π.χ. βλάβη πραγμάτων του Στρατού από αμέλεια), ο εξαναγκασμός σε ένορκη κατάθεση μετέφερε αυτομάτως το σύνολο του ερωτήματος στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου. 

Σε όλες αυτές τις στρεβλώσεις, αξίζει να προστεθεί και τούτη, η οποία καλά κρατεί: αντίθετα με την δικαστική προδικασία, ο εγκαλούμενος-μάρτυρας των ΕΔΕ δεν μπορεί να προτείνει μάρτυρες στο στάδιο της κατάθεσης ή -ορθότερα- ακόμα και αν τους προτείνει, τίποτα δεν αναγκάζει τον διενεργούντα να τους κλητεύσει και τίποτα δεν αναγκάζει τους μάρτυρες να προσέλθουν.

Το ερώτημα, όμως, του παρόντος άρθρου δεν είναι οι στρεβλώσεις ποινικών αρχών και δικαιωμάτων με την κακέκτυπη εφαρμογή τους σε διοικητικές πειθαρχικές πράξεις. Το ερώτημα, ως φαίνεται, είναι ποιος τύπος (τελικώς) τιμωρημένου υιοθετείται από το κάθε μέλος των ΕΔ και ΣΑ. Και δεν θα αναφερθώ στον ορθό τύπο, μιας που καθένας μπορεί να τον διαμορφώσει στη σκέψη του και συνήθως δεν καταλήγει τιμωρημένος.

Εμπειρικώς διαπιστώνονται τρεις κύριοι τύποι -εσφαλμένης κατά τη γνώμη μου- στάσης, οι οποίοι χαρακτηρίζουν το μέλος ΕΔ και ΣΑ, από τα πρώτα στάδια των διοικητικών διαδικασιών και μέχρι τα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια:

Πρώτη κατηγορία είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η «Υπηρεσία θα δει το δίκαιό μου». Άνθρωποι οι οποίοι προσέρχονται στην πειθαρχική διαδικασία άνευ συνηγόρου, πρόθυμοι να εμπιστευτούν τον διενεργούντα την ΕΔΕ για ό,τι κι αν τους πει. Απαντούν ευθαρσώς και δεν διστάζουν να εισέλθουν και σε μια μορφή διαπραγμάτευσης με τον διενεργούντα για το «πώς θα το γράψουμε τελικά». Χωρίς να επικαλεστώ προσωπική εμπειρία, ας πω ότι στις πλείστες των διοικητικών-πειθαρχικών πράξεων αυτός ο τύπος συμπεριφοράς καταλήγει σε ποινή. Ευμενή ποινή μεν, ποινή δε.

Δεύτερη κατηγορία είναι εκείνη που λένε «θα τα βγάλω όλα στη φόρα». Και τούτοι προτιμούν να παρίστανται άνευ συνηγόρου, ανατρέχουν στο αρχείο τους για να βρουν συμπεριφορές άλλων συναδέλφων και παρελθούσες αμαρτίες του συστήματος, μεταφράζουν τα κείμενα γραμματικώς και με σχολαστικότητα, με την ενδόμυχη ελπίδα ότι η Υπηρεσία θα αισθανθεί αιδώ, θα ερυθριάσει και δεν θα συνεχίσει την υπόθεση. Συνήθως τούτη η συμπεριφορά είναι πηγή περαιτέρω παραπτωμάτων και συνήθως η πειθαρχική ποινή είναι αυστηρή και ίσως άλλες χειρότερες ακολουθούν.

Τρίτη κατηγορία είναι ο φαινομενικώς ψύχραιμος αλλά κατ’ ουσίαν πανικόβλητος. Αυτός ο τύπος αντίδρασης αναπτύσσει επιθετικότητα και, πολλές φορές, μια φιλυποψία υπέρ του δέοντος, καταστρέφοντας ένα πολύτιμο στοιχείο, αυτό της συνεργασίας κατά το δυνατόν, για την περαίωση της υπόθεσης. Και καθώς ο πανικός είναι κακός σύμβουλος γενικώς και στις διοικητικές πειθαρχικές πράξεις ειδικώς, αυτός ο τύπος με την εγγενή εχθρότητα προς τον διενεργούντα είναι και ο συνήθως αυστηρότερα τιμωρούμενος.

Σε όλα τούτα δεν θα ήταν άτοπο να μιλήσουμε και για τα τρία είδη διενεργούντων την ΕΔΕ, μιας που πραγματικά η κάθε τέτοια πειθαρχική πράξη ενέχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του εγκαλουμένου και της υπηρεσίας, μέσω του διενεργούντος.

Θα παραλείψουμε και εδώ τον (τέταρτο και ορθό)  τύπο του ανθρώπου που κάνει τη δουλειά του ιδανικά με γνώση των διαδικασιών και αμεροληψία στην εξαγωγή συμπερασμάτων.

Πρώτος τύπος διενεργούντος, και συνηθέστερος μεταξύ των τριών, είναι ο αδιάφορος, ο οποίος δείχνει με έμφαση ότι έχει αναλάβει τη διενέργεια ως πάρεργο ενώ έχει «άλλα, σημαντικότερα» πράγματα να κάνει. Είναι ο διενεργών που «θέλει να ξεμπερδεύει», μολονότι γνωρίζει όπως γνωρίζουν όλοι ότι μία πειθαρχική ποινή -ακόμα και εντελώς ελαφρά- είναι ικανή να καταστρέψει τη σταδιοδρομία των στελεχών, ιδίως των Αξιωματικών ή όσων διανύουν μεταβατικό καθεστώς εργασίας εν αναμονή μονιμοποιήσεως. Και τούτη η κατηγορία είναι αληθώς η καλύτερη και η χειρότερη: Η καλύτερη διότι προτιμά τις επιφανειακές καταθέσεις. Η χειρότερη για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Δεύτερος τύπος διενεργούντος είναι αυτός που θεωρεί ότι ουσιαστικώς «αυτός είναι η Υπηρεσία» και στα μάτια του είναι προασπιστής του κύρους της, μετατρέποντας τον εγκαλούμενο ουσιαστικώς σε εχθρό και απόβλητο. Με δεδομένο το ότι η διενέργεια πειθαρχικών διοικητικών πράξεων δεν είναι ένα αντικείμενο που κατέχει εξ επαγγέλματος, και με δεύτερο δεδομένο ότι διαβάζει τα κείμενα με γραμματική προσήλωση (που στερουμένης της συστηματικής και opinio juris ερμηνείας αποδεικνύεται η πλέον εσφαλμένη), βλέπει τον εγκαλούμενο με προσωπικό Ιαβερικό μένος και σαφή προκατάληψη υπέρ της υπηρεσίας, ξεχνώντας ότι η υπηρεσία είναι τελικώς ο κάθε συνάδελφός του ξεχωριστά. Στην κλήση για απολογία που θα συντάξει, δεν θα δείξει φειδώ στις κατηγορίες και δεν θα διστάσει να αναγάγει μια απλή πειθαρχική παρατυπία σε κίνδυνο «για το Σύνταγμα και τους Νόμους».

Τρίτος τύπος διενεργούντος είναι ο ενεργών με μικροϋπαλληλική νοοτροπία, που εκ της στάσης του αρνείται να κατανοήσει οτιδήποτε δεν βλέπει γραμμένο στη διαταγή διενέργειας, ακόμα και αν παρουσιάζεται πέραν κάθε αμφιβολίας μπροστά του. Εάν στα στοιχεία του εγκαλουμένου υπάρχει φερ’ειπείν εσφαλμένο το πατρώνυμο, αυτό το σφάλμα θα ακολουθήσει την ΕΔΕ μέχρι το πέρας αυτής. Ακόμα κι αν ενόρκως κατατίθεται από όλους ότι το πατρώνυμο είναι εσφαλμένο, ο διενεργών δεν θα ζητήσει την αυτεπάγγελτη έκδοση πιστοποιητικού της δημοτικής αρχής, αλλά θα τηλεφωνήσει επανειλημμένα στον προϊστάμενό του να ζητήσει οδηγίες και αυτό θα κάνει όσες φορές κι αν εμφανιστεί κάποια αναπάντεχη τροπή σε κατάθεση.

Και οι τρεις προαναφερθέντες τύποι οδηγούν μια υπόθεση σε εσφαλμένο τέλος.

Μολονότι τούτο ο κείμενο γράφτηκε με μια διάθεση ελαφρότητας και πνεύματος σχολίου, δεν παραβλέπω ότι αξιόλογη μερίδα ανθρώπων που φέρουν εθνόσημο βιώνουν μια στρεσογόνο περίοδο όταν περιμένουν να καταθέσουν σε μια ΕΔΕ για πιθανό δικό τους πειθαρχικό παράπτωμα. Δεν παραβλέπω επίσης ότι ενίοτε το αίσθημα αδικίας είναι πνιγηρό όταν επιβάλλεται μια ποινή αδίκως -κατά τη γνώμη του τιμωρημένου. Και, έχοντας διεκπεραιώσει πολλές τέτοιες πράξεις, συμβουλεύω το εξής μόνον: υποτίμηση ή υπερτίμηση της καταστάσεως είναι εξ αρχής εσφαλμένη. Εάν βρεθείτε σε παρόμοια κατάσταση μην ξεχνάτε ότι δεν πρόκειται για κοιλάδα απάτητου χιονιού αλλά ότι μύριοι συνάδελφοί σας έχουν περπατήσει και περπατούν την αυτή οδό. Το ότι θα χρειαστεί να την περπατήσετε κι εσείς δεν είναι επιλογή σας. Επιλογή σας είναι πώς θα την περπατήσετε και πώς θα βγείτε στην άλλη πλευρά.