«Τα πάντα γίνονται σύμφωνα με τους αριθμούς» έλεγε ο Πυθαγόρας. Και πραγματικά τα μαθηματικά… βρίσκονται πίσω απ’ όλα. Είναι στις λέξεις, τις έννοιες, τη σκέψη. Τη ζωή και φυσικά το ποδόσφαιρο. Δεδομένα και φυσικά όμορφο παιχνίδι είναι επίσης «κρυμμένα» στην επιτυχία της Λίβερπουλ και του Γιούργκεν Κλοπ, που μαζί πανηγύρισαν στη Μαδρίτη την επιστροφή των «κόκκινων» στην κορυφή της Ευρώπης.
Πρώτος ευρωπαϊκός τίτλος για τη  Λίβερπουλ μετά από 14 χρόνια, «παρθενικό» ευρωπαϊκό τρόπαιο για τον Γερμανό προπονητή, μετά από τρεις χαμένους τελικούς.
Όπως οι φίλαθλοι, με το δικό τους κριτήριο, έτσι και η πλειονότητα των προέδρων των μεγάλων συλλόγων της Ευρώπης προσλαμβάνει μόνο προπονητές, οι οποίοι φέρουν την… έγκριση από πρόσφατα επιτυχημένα αποτελέσματα.
Ο 69χρονος Αμερικανός ιδιοκτήτης της Λίβερπουλ, Τζον Γουίλιαμ Χένρι, επέλεξε, όπως αναφέρουν οι “New York Times” σε σχετική δημοσίευσή τους, άλλη διαδρομή και χρησιμοποίησε το μαθηματικό μοντέλο ενός φυσικού του Κέιμπριτζ για την επιλογή, το καλοκαίρι του 2015, του Γιούργκεν Κλοπ, ενός ηττημένου και όχι νικητή τότε, στη χειρότερη ίσως στιγμή της καριέρας του.
Οι Αμερικανοί ιδιοκτήτες των συλλόγων της Premier League παρακολουθούν το ποδόσφαιρο από απόσταση, δείχνοντας ότι δεν τους ενδιαφέρει, τουλάχιστον περισσότερο από τις επιχειρήσεις τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Τζόελ και Αβραμ Γκλέιζερ, ιδιοκτήτες της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, οι οποίοι παρέμειναν στις ΗΠΑ την ημέρα που η ομάδα τους κατέκτησε το τελευταίο Champions League της το 2008, πιθανότατα χωρίς να δουν το παιχνίδι ούτε στην τηλεόραση.
Εξαίρεση αποτελεί ο Τζον Χένρι, διάσημος για την έμπνευση που προσέφερε σε έναν από τους χαρακτήρες στην ταινία “Moneyball”, δισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης της “Boston Globe” και των Μπόστον Ρεντ Σοξ, ο οποίος απέκτησε τη Λίβερπουλ από τους πολυσυζητημένους Τομ Χικς και Τζορτζ Τζίλετ.
Μεταξύ 1976 και 1990, η Λίβερπουλ ήταν κυρίαρχη. Κατέκτησε 10 τίτλους στην κορυφαία κατηγορία της Αγγλίας και το Κύπελλο Πρωταθλητριών τέσσερις φορές σε οκτώ χρόνια. Όμως, στη συνέχεια έμοιαζε περιθωριοποιημένη σε ένα… ξεθωριασμένο λιμάνι μισού εκατομμυρίου κατοίκων, κάτω από τους ήχους των Beatles. Η οικονομία της πόλης προσέλκυε πολύ λιγότερες μεγάλες εταιρείες από το Λονδίνο ή ακόμη και το Μάντσεστερ. Τζίλετ και Χικς είχαν λίγα χρήματα για το ποδόσφαιρο, σε αντίθεση με τους μεγιστάνες που έφταναν στην Premier League. Μέσα σε λίγα χρόνια, δημιουργήθηκαν χρέη εκατομμυρίων.
Τον Οκτώβριο του 2010, μέσω της διαδικασίας πτώχευσης, Χικς και Τζίλετ αναγκάστηκαν να αποδεχθούν πρόταση ύψους 480 εκατομμυρίων δολαρίων από την New England Sports Ventures. Ο Τζον Χένρι, ο πρώην έμπορος εμπορευμάτων και διαχειριστής επενδύσεων, μεγαλωμένος σε Μιζούρι και Αρκάνσας, έγινε πλούσιος από έναν αλγόριθμο που επινόησε τις προβλεπόμενες διακυμάνσεις στην αγορά σόγιας.
Δεδομένου ότι δεν μπορούσε να ξεπεράσει τους σεΐχηδες και τους ολιγάρχες, έπρεπε να είναι έξυπνος. Στις πρώτες έξι σεζόν του, η Λίβερπουλ τελείωσε μόνο μία φορά πάνω από την έκτη θέση στο πρωτάθλημα. Πήγε στο Champions League μόνο ένα από αυτά τα χρόνια και αποκλείστηκε πριν από τους προημιτελικούς. Η συνέχεια όμως ήταν διαφορετική.
Εξοικειωμένος με τα μαθηματικά μοντέλα που εφαρμόζονται στην αγορά, εμπιστεύτηκε την ανάλυση δεδομένων του μπέιζμπολ και του αμερικανικού ποδοσφαίρου, για να βελτιώσει τις μεταγραφές παικτών και τις επιλογές των προπονητών.
Έτσι το 2015, σύμφωνα με τους “New York Times”, η έκθεση ενός καθηγητή στη θεωρητική φυσική από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ συνέστησε την συμφωνία με τον Γιούργκεν Κλοπ.
Ενός προπονητή που είχε τερματίσει στην έβδομη θέση της Bundesliga με την ισχυρή Ντόρτμουντ, έχοντας χάσει στους τελευταίους τέσσερις τελικούς, με κριτικές για τα αποτελέσματα και τον έντονο χαρακτήρα του.
Εμπνευστής της εισήγησης ο διευθυντής ανάλυσης της Λίβερπουλ, Ίαν Γκράχαμ, που ανέπτυξε ένα μαθηματικό μοντέλο, με το οποίο εξάλειψε τα πολυάριθμα τυχαία στοιχεία του ποδοσφαίρου για να καταλήξει στο συμπέρασμά του. Ξεπέρασε την απλότητα των αποτελεσμάτων ή της θέσης στη βαθμολογία, για να καθορίσει το πραγματικό επίπεδο της Ντόρτμουντ τη σεζόν 2014-15. Ο Γκράχαμ ανέφερε ότι δεν παρακολούθησε ποτέ βίντεο από αγώνες ή ποδοσφαιριστές, επειδή οι εικόνες, όπως λέει, περιέχουν μια ισχυρή προκατάληψη. Η στάθμιση της ανάλυσης ήταν καθαρά αριθμητική. Η αξιολόγηση των στατιστικών στοιχείων έδειξε ότι, στη σεζόν 2014-15, ο Κλοπ ήταν ο πιο άτυχος προπονητής στον κόσμο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, το παιχνίδι της ήταν εκείνο που απείχε περισσότερο από τα αποτελέσματα, βάσει των ευκαιριών της. Στο μαθηματικό μοντέλο του Γκράχαμ, η Ντόρτμουντ άξιζε να τερματίσει δεύτερη.
Ο Γκράχαμ δημιούργησε ένα «εργαστήριο» στο κέντρο προπονήσεων του Μέλγουντ. Εκεί κάλεσε τον Ντάφιντ Στιλ, πρωταθλητή στο σκάκι με μεταπτυχιακό στα μαθηματικά, και τον Γουίλιαμ Σίρμαν, που ήταν μεγαλωμένος στο Τέξας, γιος καθηγητή, με διδακτορικό στη Φυσική από το Χάρβαρντ και πρώην συνεργάτης του CERN στη Γενεύη, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Πυρηνικών Ερευνών που ανακάλυψε το μποζόνιο Higgs. Ο Γκράχαμ πήρε διδακτορικό στη θεωρητική φυσική στο Κέιμπριτζ, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο μεταξύ 100.000 παικτών, που αναλύει τους αγώνες στις πιο δύσκολες λεπτομέρειες: την ποιότητα στις πάσες και την ποιότητα των κινήσεων χωρίς την μπάλα. Το συμπέρασμα του μοντέλου των τριών οδήγησε στον Γιούργκεν Κλοπ.
Ο Γκράχαμ αξιολόγησε τα παιχνίδια της Ντόρτμουντ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η απογοητευτική σεζόν δεν είχε καμία σχέση με τον Κλοπ, απλά συνέβη να προπονεί μία από τις πιο άτυχες ομάδες στην πρόσφατη ιστορία. Στο παιχνίδι με τη Μάιντς, τα χαρτιά του έδειξαν ότι η Ντόρτμουντ είχε 19 σουτ στην εστία, σε σύγκριση με τα 10 της αντιπάλου της. Έλεγχε το παιχνίδι σχεδόν στα δύο τρίτα του χρόνου. Είχε προωθήσει τη μπάλα στην επίθεση συνολικά 85 φορές, επιτρέποντας στη Μάιντς να κάνει το ίδιο μόλις 55 φορές. Έφτασε στη μεγάλη περιοχή 36 φορές, η Μάιντς μόνο 17, αλλά η Ντόρτμουντ έχασε λόγω δύο λαθών.
Ο Γκράχαμ, ο οποίος δεν είχε δει το παιχνίδι με τη Μάιντς, παρουσίασε αυτά τα στοιχεία στον Κλοπ, την τρίτη εβδομάδα του ως προπονητή της Λίβερπουλ, τον Νοέμβριο του 2015. Ήθελε να δείξει στον Γερμανό, τον οποίο δεν είχε συναντήσει ακόμη, τι θα μπορούσε να κάνει και να τον πείσει να τα χρησιμοποιήσει.
Στο ποδόσφαιρο, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι “New York Times”, η καθαρή ευκαιρία πιθανότητα μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι σε άλλα αθλήματα. Τα γκολ είναι σχετικά σπάνια, λιγότερα από τρία ανά παιχνίδι στην αγγλική Premier League.
Ο Γκράχαμ έφερε στον Κλοπ ένα άλλο παιχνίδι της Ντόρτμουντ, εναντίον του Ανόβερου, ένα μήνα αργότερα. Τα στατιστικά στοιχεία είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα στο πλεονέκτημα της Ντόρτμουντ, αλλά εκείνη είχε χάσει (1-0) ξανά. Του είπε ότι δεν είχε παρακολουθήσει ούτε αυτό, ούτε άλλο παιχνίδι της μέσα στη σεζόν. Για να καταλάβει τι συνέβη, το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα δεδομένα του.
Ο Κλοπ, ο οποίος δεν ανέλυσε δεδομένα στην Ντόρτμουντ, όπως οι περισσότεροι τεχνικοί, στην αρχή καταναλώθηκε με την προπόνηση της νέας ομάδας του στο γήπεδο. Αλλά από την στιγμή που ο Γκράχαμ έφυγε από το γραφείο του, το πρωί του 2015, ήταν πλέον πεπεισμένος ότι, χωρίς την ανάλυση του, ποτέ δεν θα είχε προσληφθεί.
Ο Ίαν Γκράχαμ μεγάλωσε ως φίλαθλος της Λίβερπουλ. Η παιδική ηλικία του στη δεκαετία του ’70 και ’80 συνέπεσε με την εποχή της κυριαρχίας των «κόκκινων». Δούλευε το διδακτορικό του στο Κέιμπριτζ, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν ήθελε να είναι επιστήμονας. Τα περισσότερα από τα μεγάλα επιτεύγματα έγιναν πριν από χρόνια. Όταν κάποιος τον προσκάλεσε για συμβουλές αναλυτικής έρευνας για ομάδες ποδοσφαίρου, προτείνοντάς του να διαβάσει το “Moneyball”, αν και ένιωσε περίεργα, κατάλαβε ότι έπρεπε να δοκιμάσει. Πέρασε τέσσερα χρόνια, από το 2008 έως το 2012, στην Τότεναμ, χωρίς να συναντήσει το ανάλογο ενδιαφέρον. Όμως ήρθε στη συνέχεια η Λίβερπουλ, της οποίας οι νέοι ιδιοκτήτες άρχισαν να εφαρμόζουν το δικό τους μοντέλο.
Ήταν εκείνος που συνέστησε την απόκτηση των Σαλάχ, Κεϊτά και αργότερα του Κουτίνιο, ο οποίος με τη μεταγραφή του στην Μπαρτσελόνα έφερε 170 εκατομμύρια στα ταμεία της Λίβερπουλ. Λίγο αργότερα, η αγγλική ομάδα δαπάνησε περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια σε τρεις νέους παίκτες: τον τερματοφύλακα Άλισον Μπέκερ, τον μέσο Φαμπίνιο και τον αμυντικό Βέρτζιλ Φαν Ντάικ. Όλοι με σημαντική συνεισφορά στη σεζόν 2018-19.
Η Λίβερπουλ, πριν το Champions League, ολοκλήρωσε μια από τις πιο συναρπαστικές σεζόν στην ιστορία, χάνοντας μόνο ένα από τα 38 παιχνίδια της στην Premier League, τερματίζοντας όμως δεύτερη, ένα βαθμό πίσω από τη Μάντσεστερ Σίτι.
Τα περισσότερα αθλήματα χρησιμοποιούν μια σειρά στατιστικών για την αξιολόγηση ομάδων και παικτών, ενώ η ανάλυση έχει επηρεάσει τις τακτικές του επαγγελματικού μπέιζμπολ και μπάσκετ τα τελευταία χρόνια. Μέχρι πρόσφατα, κανείς στο ποδόσφαιρο δεν νοιαζόταν πολύ, πέρα από το ποιος σκόραρε. Τελικά, φαίνεται ότι μπορεί να έχει εξίσου μεγάλη επίδραση στο ποδόσφαιρο, το οποίο παραδοσιακά δεν βασίζεται στα στατιστικά στοιχεία.
Περισσότερο από άλλους μεγάλους συλλόγους, η Λίβερπουλ ενσωματώνει ανάλυση δεδομένων στις αποφάσεις που λαμβάνει. Η Τσέλσι δημιούργησε το πρώτο τμήμα αναλύσεων της Premier League το 2008. Η Άρσεναλ αγόρασε αργότερα μια εταιρεία στατιστικής ανάλυσης, τη StatDNA. Αλλά οι προπονητές αυτών των συλλόγων δεν είδαν ένα πλεονέκτημα στην εφαρμογή δεδομένων στο παιχνίδι.
Το ποδόσφαιρο έδειχνε αδύνατο να ποσοτικοποιηθεί. Μεγάλο μέρος του παιχνιδιού περιλαμβάνει τη διερεύνηση και την αξιολόγηση, μετακινώντας τη μπάλα από τον έναν παίκτη στον άλλον. «Το παιχνίδι μας είναι απρόβλεπτο» λέει ο Σαμ Αλαρντάις, ο οποίος έχει καθήσει στον πάγκο 12 ομάδων κατά τη διάρκεια σχεδόν τριών δεκαετιών.
Το ποδόσφαιρο είναι άθροισμα χιλιάδων μεμονωμένων δράσεων. Αυτές επιχειρεί να αξιολογήσει ο Γκράχαμ, προσπαθώντας να φέρει τη μαθηματική ανάλυση πιο κοντά στην πραγματικότητα του γηπέδου, ψάχνοντας, όπως ο ίδιος λέει, να βρει «ένα μονοπάτι μέσα από την ομίχλη». Επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει ότι, και στο ποδόσφαιρο, η αλήθεια είναι στους αριθμούς.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016