Της Valerie Hopkins (*)

Ο Ντάνιελ Μπεργκ ήταν κάπως πεσμένος όταν κάθισε στα γραφεία του Momentum στη Βουδαπέστη και άρχισε να μιλάει για τις τελευταίες διαδηλώσεις εναντίον του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν.

Πριν από λίγο καιρό, ο λεγόμενος «νόμος της σκλαβιάς» που αύξανε δραματικά τις ώρες εργασίας έβγαλε χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους. Όταν όμως ο Ορμπαν απηύθυνε τον περασμένο μήνα το διάγγελμά του προς το έθνος, αντέδρασαν μόλις μερικές εκατοντάδες άτομα.

«Κάναμε ό,τι μπορούσαμε κατά του νόμου της σκλαβιάς», λέει ο Μπεργκ, ένας από τους ηγέτες του Momentum. «Δεν μπορούμε όμως να κρατήσουμε τον κόσμο στους δρόμους και είναι αντιπαραγωγικό να κάνουμε μικρές διαδηλώσεις».

Τα κόμματα της ουγγρικής αντιπολίτευσης ήλπιζαν ότι είχαν συγκροτήσει την πρώτη σοβαρή αντίσταση κατά του Ορμπαν, ο οποίος στην τέταρτη θητεία του σφίγγει τον κλοιό γύρω από τα μέσα ενημέρωσης και το δικαστικό σώμα. Καθώς πλησιάζει όμως η ημέρα της γενικής απεργίας (14/3), η συμμαχία τους με τους φοιτητές, τα συνδικάτα και άλλες οργανώσεις χάνει τη δυναμική της εξαιτίας πολιτικών διαιρέσεων και οικονομικών πιέσεων από την κυβέρνηση.

«Εχουν εμπλακεί πολλές πλευρές, και η καθεμιά θέλει διαφορετικά πράγματα», λέει ο Σάμπα Τοτ, διευθυντής του ιδρύματοςRepublikon Institute που εδρεύει στη Βουδαπέστη. «Όταν εξαφανίζεται η ενέργεια, δεν υπάρχει πλέον δυναμική γι’ αυτές τις διαδηλώσεις ούτε κάποια οργανωτική οντότητα για να τις συνεχίσει».

Ο «νόμος της σκλαβιάς», που επέτρεπε στους εργοδότες να απαιτούν υπερωρίες ως και 400 ωρών, θεωρήθηκε από τα αδύναμα συνδικάτα μια ευκαιρία για να αυξήσουν την απήχησή τους. Ενώ όμως οι ηγέτες τους ανέπτυξαν μια συνεργασία με τα πολιτικά κόμματα, οι στόχοι τους δεν αποδείχθηκαν απολύτως συμβατοί. Οι εργαζόμενοι θέλουν καλύτερες συνθήκες εργασίας και υψηλότερους μισθούς, ενώ η αντιπολίτευση θέλει πολιτική αλλαγή.

Η αύξηση των μισθών του δημόσιου τομέα που ανακοινώθηκε τον Ιανουάριο και η παροχή οικονομικών κινήτρων για την τεκνοποιία που ανακοινώθηκε τον Φεβρουάριο θα λειτουργήσουν κατά της γενικής απεργίας της 14ης Μαρτίου. «Υπήρξε μια ευκαιρία για να αποκτήσουν τα κόμματα έναν πολιτικό χώρο, φαίνεται όμως ότι δεν την αξιοποίησαν», λέει η Ζέλικε Κσάκι από τοFreedom House. Το ποσοστό των Ούγγρων που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την κατάσταση έχει πέσει στο 51% έναντι 64% τον περασμένο Δεκέμβριο.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που κινούνται σε όλο το πολιτικό φάσμα από την ακροδεξιά μέχρι την αριστερά, πρέπει επίσης να ξεπεράσουν τις ιδεολογικές τους διαφορές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εστιάζεται στο Jobbik, ένα πρώην ακροδεξιό κόμμα που προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να βελτιώσει την εικόνα του. Φιλοκυβερνητικά μέσα, όμως, δημοσίευσαν πρόσφατα την εικόνα ενός ηγετικού του στελέχους να κάνει ναζιστικό χαιρετισμό στον γάμο του, πριν από επτά χρόνια.

Ένα άλλο πρόβλημα για τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι η οικονομική πίεση που δέχονται. Το Jobbik, το Momentum και ένα τρίτο κόμμα, το Διάλογος για την Ουγγαρία, βρίσκονται αντιμέτωπα με βαριά πρόστιμα για υποτιθέμενες οικονομικές ατασθαλίες. «Προσπαθούν να εξουδετερώσουν το κόμμα μας με διοικητικά μέσα», λέει ο Μάρτον Γκιονγκιόζι, αντιπρόεδρος του Jobbik. «Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε πληρώσει πρόστιμα που φτάνουν τα 940 εκατομμύρια φιορίνια (3 εκατομμύρια ευρώ). Μοιάζει με ψυχολογικό πόλεμο».

Οι οπαδοί της κυβέρνησης λένε ότι η φθίνουσα πορεία των διαδηλώσεων δείχνει την ανικανότητα της αντιπολίτευσης να «μιλήσει» στους ψηφοφόρους. «Το αφήγημα του Ορμπαν για την Ουγγαρία είναι πως πρόκειται για μια κοινωνία εστιασμένη στην οικογένεια, την εργασία και τις χριστιανικές αξίες, που αγωνίζεται στην ΕΕ για την εθνική της κυριαρχία», σημειώνει ο Μίκλος Σάντο από το Κέντρο Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ένα συντηρητικό ίδρυμα που χρηματοδοτείται από το κυβερνών κόμμα. «Η αντιπολίτευση δεν μπορεί να βρει ένα ανταγωνιστικό αφήγημα για την Ουγγαρία».

Ολες οι διαδηλώσεις από το 2010, όταν ο Ορμπαν ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του, έχουν έναν κύκλο ζωής, λέει ο Σάμπα Τοτ. «Ξεκινούν, έχουν πολλή ενέργεια, ο κόσμος πιστεύει ότι κάτι γίνεται και στη συνέχεια φθίνουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν δείχνουν πως η κυβέρνηση είναι ευάλωτη».

(*) Η Βάλερι Χόπκινς είναι ανταποκρίτρια των Financial Times στη Βουδαπέστη

(Πηγή: Financial Times)

Print Friendly, PDF & Email
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016