Του Υπτχου (Ο) ε.α. Δημητρίου Δρόσου (MBA, MSc, PM, MA, LLB)

Αιτίες Δημοσιονομικής Κρίσης

Η δημοσιονομική κρίση ξεκίνησε από την ταυτόχρονη συνύπαρξη διαφόρων αιτιών διεθνώς, αλλά στην Ελλάδα υπήρξαν και επιπρόσθετοι παράγοντες, με αποτέλεσμα οι συνέπειες της συνταύτισης αυτής, είχαν πολλαπλάσιες επιπτώσεις από αυτές που θα είχε κάθε αίτιο μεμονωμένα. Συνοπτικά οι σημαντικότερες αιτίες αυτές διεθνώς, αλλά και εγχωρίως ήταν:

Α) Παγκοσμίως – Ε.Ε. – Ελλάδα

  • Η δημιουργία ανορθολογικών τιμών «φούσκες» σε διάφορες αγορές π.χ. ακίνητα (real estate), εμπορεύματα (stocks), μετοχές (shares), παράγωγα (derivatives), που διευκόλυναν την υπερκατανάλωση, με αποτέλεσμα την υπερθέρμανση της οικονομίας και την αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
  • Η πιστωτική επέκταση των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου, σε κατηγορίες νοικοκυριών που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να έχουν δανειοδοτηθεί, καθώς δεν διέθεταν επαρκείς εγγυήσεις αποπληρωμής. Η ευθύνη των τραπεζών που χορηγούσαν τέτοια δάνεια σε αφερέγγυους καταναλωτές ήταν μεγάλη, αλλά και όσων καταναλωτών ήταν κακοπληρωτές που τα ελάμβαναν.
  • Η μεταφορά του ρίσκου από τους ισολογισμούς των τραπεζών σε αφερέγγυους δανειολήπτες μέσω τιτλοποιήσεων, που αγνοούσαν τον κίνδυνο και τη δράση των hedge funds ως επίσης και η ανάληψη ρίσκου των ασφαλιστικών εταιρειών που επένδυαν σε κάθε τύπου αμοιβαία κεφάλαια, με  αύξηση της διακύμανσης (volatility) του πιστωτικού ρίσκου και με την οικονομία εν γένει εκτεθειμένη σε συστημικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους.
  • Η ανισορροπία στα πλεονάσματα των εμπορικών ισοζυγίων χωρών παγκοσμίως, για μία σειρά από ενδεχομένως διαφορετικούς λόγους (π.χ. Γερμανία, Κίνα) με αύξηση των εξαγωγών τους, χωρίς όμως απαραίτητα αύξηση της εγχώριας ζήτησης αυτών των χωρών. Τα πλεονάσματα αυτών των χωρών τοποθετήθηκαν σε κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ και της Ε.Ε. ανατιμώντας το Δολάριο (USD) και το ευρώ (€) και αυξάνοντας υπέρμετρα το δανεισμό.
  • Η ασσύμετρη πληροφόρηση σχετικά με τα δομημένα προϊόντα (CDOs- Collateralized Debt Obligations), (CDSs Credit Default Swaps), όπου οι εκδότες αυτών ανελάμβαναν υπερβολικό πιστωτικό κίνδυνο (credit risk) με διαβλητό τρόπο, ο οποίος κίνδυνος δεν τιμολογούταν σωστά και δεν αντισταθμιζόταν επαρκώς.
  • Η ελλιπής εποπτεία των ρυθμιστικών αρχών λόγω ύπαρξης νομικών κενών, για τη λήψη μέτρων μέτρων αναφορικά με τη διακύμανση της πιστωτικής επέκτασης και της μόχλευσης.

Β) Ε.Ε. – Ελλάδα

  • Η ίδια η ύπαρξη του ευρώ (€) που, πριν την κρίση, διευκόλυνε τη μεταφορά πόρων προς τις χώρες που αναπτύσσονταν ταχύτερα (π.χ. του Νότου). Οι κεφαλαιακές αυτές εισροές αντιστάθμιζαν το ισοζύγιο πληρωμών των χωρών αυτών, δηλαδή επέτρεπαν πριν την κρίση στις χώρες της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Περιφέρειας, να διατηρούν ένα “τεχνητό” έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Μετά την κρίση δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, καθώς μειώθηκαν αισθητά οι κεφαλαιακές εισροές.
  • Η δημοσιονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που απέκλειε τη στήριξη των Δημόσιων Οικονομικών της Ευρωζώνης με απευθείας δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (European Central Bank / ECB), αλλά υποχρέωνε τις κυβερνήσεις να αντλούν δάνεια από εμπορικές τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, με αποτέλεσμα την άνοδο των επιτοκίων δανεισμού.
  • Η πρωθύστερη της κρίσης, μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ στις χώρες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας. Στο διάστημα 1996-2008 η Ελλάδα σημείωσε πραγματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 61,0%, η Ισπανία κατά 56,0% και η Ιρλανδία κατά 124,1%, σε αντίθεση με τις περισσότερο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Το αντίστοιχο ποσοστό για την Γερμανία ήταν 19,5% και για τη Γαλλία 30,8%. Οι χώρες που σημείωσαν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης κατέληξαν με σημαντικά ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές (Ετήσια Έκθεση: ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, 2008 Η Ελληνική Οικονομία και Απασχόληση). Η αύξηση του ΑΕΠ των χωρών τελικά δεν κατέληγε τόσο σε επενδύσεις αλλά κυρίως στην κατανάλωση.
  • Η ύπαρξη δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες που αντιμετώπισαν κρίση. Ειδικότερα στην Ελλάδα συσσωρεύθηκε τις δεκαετίες του 1980-1989 (αύξηση ελλείματος 8,1% και χρέους 26% επί ΑΕΠ), 1990-1999 (αύξηση ελλείματος 8,4% και διαμόρφωση χρέους 71% επί ΑΕΠ), και 2000-2009 (αύξηση ελλείματος 8,1% και διαμόρφωση χρέους 115% επί ΑΕΠ το 2009), με μείωση των παραγωγικών επενδύσεων και την αύξηση της κατανάλωσης, σε πολλές περιπτώσεις πέραν των δυνατοτήτων του καθενός ή της χώρας ως σύνολο.

Η διαφορά μεταξύ χρέους και ελλείματος είναι η εξής:  Το έλλειμμα διαμορφώνεται από τα έσοδα της Κυβέρνησης μείον τις δαπάνες (Έσοδα  [Revenues] – Δαπάνες [Expenditures] = Έλλειμμα [Deficit]). Εάν είναι αρνητική η διαφορά (R-E < 0) η Κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε δανεισμό. Έτσι δημιουργείται ετήσιο χρέος (Public Debt). Αν έχει συσσωρευθεί χρέος από προηγούμενα έτη, λόγω ελλείμματος, το έλλειμμα κατά το τρέχον έτος αυξάνει περαιτέρω το χρέος, άρα η σχέση μεταξύ χρέους και ελλείμματος είναι αμφιμονοσήμαντη. Το έλλειμμα σε ένα δεδομένο έτος αυξάνει το χρέος που έχει συσσωρευτεί από τα προηγούμενα έτη αλλά και το συσσωρευμένο χρέος των προηγούμενων ετών αυξάνει το έλλειμμα στο τρέχον έτος, επειδή οι πληρωμές τόκων που αφορούν το χρέος, το οποίο έχει συσσωρευτεί από προηγούμενα έτη, αποτελούν δαπάνη κατά το τρέχον έτος και προστίθενται στο έλλειμμα αυτού του έτους. Το μέρος του ελλείμματος που δεν περιλαμβάνει τις πληρωμές των τόκων ονομάζεται πρωτογενές έλλειμμα. Το σημαντικό μέγεθος δεν είναι το χρέος καθεαυτό, αλλά το χρέος που αναλογεί στο ΑΕΠ. Αν το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξανόταν ξαφνικά χωρίς καμία αλλαγή στο δημόσιο χρέος, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε πολύ μικρότερο πρόβλημα χρέους.

Γ) Ύπαρξη Δομικών Προβλημάτων Κυρίως της Ελλάδας

  • Η μεγάλη μείωση των φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα πριν την κρίση, λόγω της φοροδιαφυγής που υπήρξε. Εξαιτίας της φοροδιαφυγής ειδικότερα επί της άμεσης Φορολογίας Εισοδήματος, η Ελλάδα αδυνατούσε να παράσχει κρατικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, ενώ το φορολογικό σύστημα χαρακτηριζόταν από ανισότητες. Στατιστικώς τα πλουσιότερα νοικοκυριά φοροδιαφεύγουν ποιο πολύ από τα φτωχότερα και σε απόλυτο μέγεθος αλλά και αναλογικά με το εισόδημά τους, υποσκάπτοντας την κοινωνική συνοχή καθώς οι μεταρρυθμίσεις εκλαμβάνονται ως άδικες κυρίως από τους φτωχότερους, οι οποίοι θεωρούν ότι επωμίζονται δυσανάλογο μερίδιο του φορολογικού βάρους.  Η φοροδιαφυγή συνεχίζει να υφίσταται σε ένα μέρος από αυτοαπασχολούμενους (ιατροί, τεχνίτες, κλπ) ή πολύ μικρές επιχειρήσεις, (ταβέρνες, κέντρα διασκέδασης) όπου εντοπίζεται δύσκολα, ενώ αντίθετα στις μεγάλες επιχειρήσεις, εντοπίζεται ευκολότερα.
  • Η απόφαση του 2010 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δανειακή στήριξη της Ελλάδος με την εμπλοκή και του ΔΝΤ (IMF), είχε ως κύριο όρο ότι η χώρα θα ακολουθούσε ένα αυστηρό πρόγραμμα περιστολής των δημόσιων δαπανών. Υιοθετήθηκε τελικά ο περιορισμός των μισθολογικών και συνταξιοδοτικών δαπανών του Δημοσίου και η περιστολή του κοινωνικού κράτους, με παράλληλη αύξηση των εσόδων κυρίως από έμμεσους φόρους (αύξηση ΦΠΑ). Το αποτέλεσμα ήταν ότι άλλες πηγές εσόδων ή μείωσης δαπανών και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να μην είναι στην προσδοκώμενη έκταση.
  • Η ύπαρξη δημοσίου χρέους στην περίπτωση της Ελλάδας. Το έλλειμμα το κάλυπτε η εκάστοτε Ελληνική Κυβέρνηση δανειζόμενη κυρίως από το εξωτερικό, συνεπώς ήταν κρατικό χρέος. Αντίθετα στην Ισπανία το χρέος ήταν κυρίως ιδιωτικό, διότι οι Ισπανικές τράπεζες δανείζονταν από τράπεζες του εξωτερικού προκειμένου να παράσχουν δάνεια σε Ισπανούς πολίτες, οι οποίοι έπειτα αγόραζαν σπίτια σε αυξημένες τιμές, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο ιδιωτικός τομέας δεν δανείστηκε από το εξωτερικό: οι αποταμιεύσεις των Ελλήνων επαρκούσαν για την κάλυψη των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα.

Στο παρακάτω διάγραμμα απεικονίζεται η ετήσια αύξηση του χρέους (%) τις περιόδους 2000-2007 και 2007-2014

  • Η κατανάλωση στην Ελλάδα από αρχές του 1980 έως περίπου το 2009 κυμάνθηκε μεσοσταθμικά στο 88% του ΑΕΠ (κάλυψη μισθών, συντάξεων, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κλπ), ενώ οι επενδύσεις (κατασκευές, έργα, κλπ) στο 22%, λόγω μείωσης ιδιωτικών κεφαλαίων. Οι Κυβερνήσεις χορηγούσαν στους πολίτες ομόλογα, δηλαδή στην ουσία δανειζόταν από αυτούς, μειώνοντας έτσι τις καταθέσεις των πολιτών στις τράπεζες, που διαφορετικά θα πήγαιναν από τις τράπεζες στον ιδιωτικό τομέα της υγιούς επιχειρηματικότητας για επενδύσεις.
  • Η επιπρόσθετη κατανάλωση η οποία προερχόταν από εισαγωγές, που η Ελλάδα μπορούσε να εισάγει από το εξωτερικό, χρησιμοποιώντας τα κεφάλαια με τα οποία δανειζόταν, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατανάλωνε περισσότερο από ότι παρήγαγε. Όμως επειδή δεν επαρκούσαν πλέον οι αποταμιεύσεις για τα ομόλογα του Δημοσίου η Ελλάδα στράφηκε στον εξωτερικό δανεισμό.
  • Η ύπαρξη αρνητικού ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, ως απόρροια των αυξημένων εισαγωγών σε σχέση με τις εξαγωγές, ωστόσο ένεκα του εξωτερικού δανεισμού η Ελλάδα κατάφερνε να εισάγει. Παράλληλα αύξαινε αυτό το έλλειμμα διαχρονικά επιπρόσθετα λόγω του γεγονότος ότι οι εισροές από της Ε.Ε. μειώθηκαν καθώς εντάχθηκαν σε αυτήν (την Ε.Ε.) φτωχότερες χώρες από την Ελλάδα (π.χ. Εσθονία, Λετονία, Σλοβακία) και οι πόροι από τα πακέτα συνοχής ανακατανεμήθηκαν αναλόγως. Επίσης το χρέος ανατροφοδοτείτο διότι η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώνει μεγαλύτερους τόκους στο αυξημένο εξωτερικό χρέος, καθόσον αύξαινε ο πιστωτικός κίνδυνος.

Διαφορετική Εννοιολογική Αντίληψη των Οικονομικών Σχολών για τα Εγγενή Αίτια της Κρίσης

Υφίστανται τρεις κατά βάση σχολές οικονομικές σκέψεις, οι οποίες με τη διαφορετική χρήση εννοιολογικών εργαλείων, καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα αναφορικά με τα αίτια των οικονομικών κρίσεων.  Οι τρεις αυτές σχολές είναι:

(α) Η μονεταριστική σχολή ή νεοφιλελευθερισμός  (π.χ. του Milton Friedman, Chicago Boys) η οποία θεωρεί ότι η ελεύθερη αγορά άνευ κρατικής παρέμβασης, οδηγεί στη μέγιστη κοινωνική ευημερία με μείωση κρατικών δαπανών, ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Η οικονομική κρίση θεωρείται εξωγενής της οικονομίας της αγοράς (ευθύνονται π.χ. οι κακές κυβερνήσεις, η απληστία των golden boys, αλλά όχι το ίδιο το σύστημα της αγοράς).

(β) Η Κεϋνσιανή σχολή, του οικονομολόγου John Mayard Keynes, οποίος θεωρεί ότι στην άνευ ορίων κυριαρχία της αγοράς απαιτείται η κρατική παρέμβαση η οποία αυξάνει τελικά το κοινωνικό πλεόνασμα και ευημερία. Αναπτύχθηκε κυρίως μετά τον Β’ ΠΠ. Η οικονομική κρίση θεωρείται ως το αποτέλεσμα της ζήτησης και της μείωσης των επενδύσεων.

(γ) Η Μαρξιστική σχολή οικονομικής σκέψης η οποία θεωρεί ότι το υπάρχον σύστημα αγοράς σε οποιαδήποτε μορφή του, με ή χωρίς κρατική παρέμβαση, παράγει ανισότητα, εκμετάλλευση, και θα πρέπει να καταργηθεί. Στρέφεται κατά της παγκοσμιοποίησης. Η οικονομική κρίση θεωρείται ως αποτέλεσμα της ίδιας έμφυτης λειτουργίας της αγοράς.

Η Κρίση ως Ευκαιρία Άντλησης Διδαγμάτων (Lessons Learned).

Θα πρέπει να υπάρξουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα θωρακίσουν την Ελλάδα έναντι μίας τυχόν νέας επελθούσας οικονομικής κρίσης και να διαμορφώσουν ισορροπίες μεταξύ:

  • Αγοράς, Κράτους, Πολιτών
  • Ρύθμισης του ρόλου των τραπεζών και του εν γένει χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Από τη δημοσιονομική κρίση αντλήθηκαν χρήσιμα συμπεράσματα και διδάγματα (lessons learned). Θα πρέπει να προσδιορισθούν σαφώς οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις και οι στόχοι, αποσαφηνίζοντας τι θέλουμε να αλλάξουμε και υπέρ ποιου θα το αλλάξουμε. Τα lessons learned και οι προτάσεις για την μη επανάληψη παρόμοιας κρίσης είναι:

  • Η ανάπτυξη του ΑΕΠ, με αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Οικονομίας καθώς υφίσταται περιθώριο βελτίωσης και ανάπτυξης, πραγματοποιώντας περισσότερες εξαγωγές από εισαγωγές. Η διατήρηση βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων με μακροπρόθεσμη βελτίωση και διατηρησιμότητα (sustainability) των Δημοσίων Οικονομικών, με την παράλληλη αύξηση του ΑΕΠ.
  • Η ύπαρξη σταθερού θεσμικού πλαισίου και η μεταρρύθμιση πτυχών του ήδη υπάρχοντος καθιστώντας το ποιο ευέλικτο.
  • Η αύξηση επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο (εξειδίκευση, συνεχής εκπαίδευση και δια βίου μάθηση). Η αύξηση των επενδύσεων στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης (R & D) και στην Παιδεία θα μείωνε τη μετανάστευση εξειδικευμένου δυναμικού από την Ελλάδα ενώ παράλληλα θα είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή μορφωμένων Ελλήνων που μετακινήθηκαν στο εξωτερικό αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες καριέρας (brain drain). Ένα μορφωμένο στελεχιακό και εργατικό δυναμικό συμβάλλει στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Η κατάργηση εμποδίων για είσοδο σε διάφορα επαγγέλματα, με την εξάλειψη μονοπωλιακών πρακτικών και την ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Ίσως υπάρξουν πιέσεις από μειοψηφίες που θα ζημιωθούν από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, π.χ. οι υφιστάμενοι κανόνες και πρακτικές που απαγορεύουν την είσοδο σε έναν βιομηχανικό κλάδο ή επάγγελμα και εμποδίζουν τον ανταγωνισμό, ωφελούν τις επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου ή τα μέλη αυτού του επαγγέλματος, διότι τους επιτρέπουν να χρεώνουν υψηλές τιμές. Επομένως, οι εκπρόσωποι του κλάδου ή του επαγγέλματος ασκούν πολιτικές πιέσεις ώστε να διατηρηθεί το υπάρχον ρυθμιστικό πλαίσιο (π.χ. απελευθέρωση οδικών μεταφορών).
  • Η διάθεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού με αποτελεσματικό και ορθολογικό τρόπο για τη βελτιστοποίηση της παραγωγικότητας, καθώς ο Δημόσιος τομέας δεν θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλος (π.χ. κρίσιμοι τομείς του Δημοσίου όπως η Υγεία, Παιδεία και η Άμυνα υποχρηματοδοτούνται). Η αποτελεσματική διαχείριση στον τομέα υγείας είναι κρίσιμη καθώς ο τομέας υγείας θα πρέπει να καλύπτει καθολικά τον πληθυσμό.
  • Η ύπαρξη δεικτών μέτρησης της παραγωγικότητας και αξιολόγησης στο Δημόσιο τομέα, όπως συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα, με μέτρηση στόχων (Management By Objectives – MBO).  Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο δείκτης μέτρησης της παραγωγικότητας της παιδείας της χώρας μας (PISA) είναι σχετικά χαμηλός μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με εξαίρεση ίσως το Μεξικό και την Τουρκία, όπως επίσης χαμηλός είναι ο δείκτης αποφοίτησης και η έλλειψη ύπαρξης Ελληνικών ΑΕΙ στα κορυφαία του κόσμου. Η παιδεία δεν υποχρηματοδοτείται σε μισθολογικό κόστος (απασχολούνται περισσότεροι εκπαιδευτικοί ανά μαθητή σε σύγκριση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο), αλλά υποχρηματοδοτείται στις υποδομές της (π.χ. κτίρια, εκπαιδευτικός εξοπλισμός, προσχολική εκπαίδευση).
  • Η ύπαρξη κινήτρων παραγωγικότητας ανάλογα με την απόδοση και όχι π.χ. με τα έτη υπηρεσίας ή με το απαρχαιωμένο σύστημα της επετηρίδας και η διασφάλιση της αξιοκρατίας στις προσλήψεις των υπαλλήλων και στις επιλογές τοποθέτησης των Προϊσταμένων με προσωπικό υψηλών προσόντων.
  • Η ύπαρξη λογοδοσίας των Δημοσίων λειτουργών και η υιοθέτηση τη θεμελιώδους αρχή του σύγχρονου management, ότι η ευθύνη είναι ανάλογη της εξουσίας.
  • Η ελαχιστοποίηση έως κατάργηση τυχόν κρουσμάτων διαφθοράς με βελτίωση θεσμικού πλαισίου στις συναλλαγές Κράτους – Πολίτη, διασφάλιση ανωνυμίας στις συναλλαγές αυτές, με αυστηρότερες ποινές, ύπαρξη λογιστικών καταστάσεων και μεθόδων σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (ΔΛΠ), αποφυγή υπερβάσεων προϋπολογισμών σε όλους τους φορείς και όχι μόνο στους φορείς της Κεντρικής κυβέρνησης και τη διαφάνεια στις συναλλαγές επεκτείνοντας της αρχές της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
  • Η εκπόνηση αναλογιστικών μελετών του συνταξιοδοτικού συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση του δείκτη μακροζωίας και του προσδόκιμου ζωής, την υπογεννητικότητα που μαστίζει τη χώρα μας, την αύξηση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αλλά σαφώς και τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επίπεδου διαβίωσης σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).  Η εξέταση της υιοθέτησης νέων ασφαλιστικών – συνταξιοδοτικών σχημάτων της νοητής κεφαλαιοποίησης με ύπαρξη ατομικής μερίδας του ασφαλισμένου σε σχέση με το παρωχημένο πλέον αναδιανεμητικό σύστημα και η κάλυψη οπωσδήποτε μέρους εισφορών από το κράτος προκειμένου να εξασφαλισθεί ένα ελάχιστα κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη και το επίπεδο οικονομικής ζωής της χώρας (standards of living).
  • Η αύξηση των φορολογικών εσόδων χωρίς την αύξηση των φορολογικών συντελεστών, οι οποίοι είναι ήδη υψηλοί, αλλά με την πλήρη πάταξη της φοροδιαφυγής αποτελώντας πρώτο στόχο των Κυβερνήσεων, με βελτίωση και αύξηση των ελέγχων, ενίσχυση του αναδιανεμητικού μηχανισμού, διασφαλίζοντας όπου είναι εφικτό την ανωνυμία του ελέγχοντος και τη δημιουργία ηλεκτρονικών πλατφορμών για αυτόματη διασταύρωση φορολογικών στοιχείων. Αυτό θα αναδιένεμε τα φορολογικά βάρη με ισονομία, παίρνοντας περισσότερα χρήματα από τους έχοντες σε σχέση με τους μη έχοντες και παρέχοντας ίδια ποιότητα υπηρεσιών και στους έχοντες και στους μη έχοντες.
  • Η ενίσχυση των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (ΑΔΑ), όπως ΑΣΕΠ, Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ΕΣΡ, ο Συνήγορος του Πολίτη οι οποίες και είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες αλλά και αυτών που δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες όπως: ΕΕΤΤ, ΡΑΕ, ΕΑΑ, ΕΕΕΠ, Συνήγορος του Καταναλωτή, ΕΣΥΔΥ, ΑΔΙΠ, Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Αρχή Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, ΕΛΣΤΑΤ, ΑΑΔΕ, ΣΦΔ, ΕΑΔΗΣΥ, κλπ, κρίνεται ως κεφαλαιώδους σημασίας.
  • Η μείωση σειράς αδειών, εγγράφων από πολλές υπηρεσίες, οι οποίες απαιτούν την εκπλήρωση πολύπλοκων νομικών προϋποθέσεων για την έναρξη μίας νέας επιχείρησης (start up) με απλοποίηση και αποσαφήνιση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη σύσταση και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Απαιτείται αποτελεσματική και ευέλικτη Δημόσια Διοίκηση με επιμερισμό έργου, επιτελικότητα σχεδιασμού, μείωση της γραφειοκρατίας και των αναγκαιούντων υπογραφών για μία απόφαση, υιοθέτηση της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης σε ακόμη περισσότερους τομείς της Δημόσιας Διοίκησης.
  • Η επαναξιολόγηση της αποδυνάμωσης της εθνικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η συμμετοχή μας σε πολυμερή διεθνή σχήματα, καθώς το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος ως προστασία των πλέον αδύνατων κοινωνικά ομάδων (Υγεία), αλλά και ο σκληρός πυρήνας του κράτους (π.χ. Άμυνα, Ασφάλεια, Δικαιοσύνη) προϋποθέτουν έστω και έμμεσα την αρχή της εθνικής κυριαρχίας.  Από την άλλη πλευρά δεν είναι εφικτή η ύπαρξη ενός περιχαρακωμένου κράτους στην ψηφιακή εποχή της πληροφορικής και της Κυβερνητικής (cybernetics), ούτε είναι εφικτή η μη συμμετοχή σε πολυμερή σχήματα Άμυνας, Ασφάλειας, Οικονομίας που εξασφαλίζουν την ύπαρξή του στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΟΑΣΕ, κλπ).
  • Επαναπροσδιορισμός της φυσιογνωμίας της ΕΕ, ως προς την Ευρωπαϊκή ενοποίηση και την υιοθέτηση ενός Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού και Κοινωνικού Συντάγματος χωρίς επανάληψη των συνθηκών της Γερμανικής ορθοδοξίας περί άκρατης υπεροχής της αγοράς, ώστε οι αρμοδιότητες των κρατών σε υπερεθνικούς οργανισμούς να γίνονται με σύνεση και όχι με όρους υποτέλειας και να γίνεται αυτή η μεταφορά αρμοδιοτήτων με πρωτοκαθεδρία της πολιτικής και όχι της αγοράς.
  • Η εξέταση της μεταρρύθμισης πτυχών του πολιτικού συστήματος στην υπό εξέλιξη συνταγματική αναθεώρηση π.χ: επαναξιολόγηση κάποιων συνταγματικών προνομίων των βουλευτών αλλά και των υπουργών ως προς την ποινική τους αντιμετώπιση (νόμος περί ευθύνης υπουργών) για θέματα που δεν άπτονται αμιγώς της πολιτικής τους δραστηριότητας, η υιοθέτηση ασυμβίβαστου βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας όπως συμβαίνει ήδη σε αρκετά κράτη, προκειμένου να έχουμε πλήρη διαχωρισμό νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας και αρμοδιοτήτων, κλπ.

Τα διδάγματα από την κρίση πρέπει να μετουσιωθούν σε πράξη προκειμένου οι θυσίες των Ελλήνων από τα ήδη ληφθέντα μέτρα να μην πάνε χαμένες και αφετέρου να αποτελέσουν το έναυσμα βελτίωσης τόσο των κρατικών δομών, όσο και των πολιτών κατά της αδιαφάνειας, της φοροδιαφυγής, του πελατειακού συστήματος για μια ολιστική τομή σε όλο τον κοινωνικό βίο, που προβάλλει πλέον ως το επιτακτικό ζήτημα.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016