Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν αναδεικνύουν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των διεθνών σχέσεων, σε μία εποχή όπου ενισχύεται η τάση περιορισμού του ηγεμονικού ρόλου του Αμερικανικού καπιταλισμού στο Διεθνές Ιμπεριαλιστικό Σύστημα (ΔΙΣ), ενώ οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις παγκόσμιες δυνάμεις οξύνονται, δίχως όμως να έχουν εξελιχθεί σε μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις. Η πληρέστερη κατανόηση αυτών των χαρακτηριστικών έχει σπουδαιότητα, καθώς διευκολύνει την κατανόηση της πορείας των εξελίξεων σε άλλα «μέτωπα» του πλανήτη, όπως αυτό της Αν. Μεσογείου. Τα χαρακτηριστικά αφορούν:

(1) Το ρόλο που διαδραματίζει η πιο ισχυρή από τις παγκόσμιες δυνάμεις -οι ΗΠΑ-, όσον αφορά τη σταθερότητα των περιφερειών όπου κρίνεται η διαμόρφωση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος, όπως η Μ. Αν, καθώς η συμπεριφορά της λειτουργεί καθοριστικά για την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων σε αυτές τις περιοχές.

(2) Το βασικό ζητούμενο στη σχέση ανάμεσα στην πιο ισχυρή παγκόσμια δύναμη και ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν, το οποίο αντανακλά γενικά το ζητούμενο στη σχέση ανάμεσα σε ανταγωνιστικές χώρες, οι οποίες κατέχουν ισχύ παγκόσμιου και περιφερειακού δρώντα αντίστοιχα.

(3) Την ικανότητα της πιο ισχυρής παγκόσμιας δύναμης να επιβάλλει τη «θέληση» της σε μία περιφερειακή δύναμη, όπως το Ιράν, άρα και γενικά την ικανότητα των παγκόσμιων δυνάμεων να επιβάλλουν τη θέληση τους επί των περιφερειακών.

(4) Το ρόλος του Διεθνούς Δικαίου (ΔΔ) στην πολιτική των ΗΠΑ. Στο παρόν πρώτο μέρος της ανάλυσης θα εξεταστούν τα δύο πρώτα χαρακτηριστικά, ενώ τα άλλα δύο θα απασχολήσουν το επόμενο δεύτερο μέρος.

Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε, εξετάζοντας τα Αμερικανοιρανικά επεισόδια της τελευταίας περιόδου, σχετίζεται με την εξόντωση του Ιρανού αξιωματούχου Q. Soleimani από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τη χρονική συγκυρία όπου εκτυλίχθηκε.

Το γεγονός συντελέστηκε σε μία περίοδο που οι ΗΠΑ αναπροσαρμόζουν τους συντελεστές ισχύος τους στη Μέση Ανατολή (Μ. Αν.), εξαιτίας της νέας ισορροπίας ισχύος που δημιούργησε στην περιοχή η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο της Συρίας και η συνεισφορά του Ιράν στη νίκη της Ιρακινού κράτους επί του ISIS, της ραγδαίας αύξησης που παρουσίασε η Αμερικανική παραγωγή υδρογονανθράκων (Υ/Α), αλλά και των νέων προτεραιοτήτων που προκάλεσε στην εξωτερική τους πολιτική η εις βάρος τους μεταβολή στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος (π.χ. άνοδος Κίνας) και η αυξανόμενη σημασία της περιοχής του Ινδοειρηνικού στη διαμόρφωση της τελευταίας. Παράλληλα στη Μ. Αν πολλαπλασιάζεται η επιρροή κυρίως της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας, δύο παγκόσμιες δυνάμεις και ανταγωνιστές των ΗΠΑ, αλλά και η επιρροή περιφερειακών δυνάμεων, οι οποίες παραδοσιακά είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ [Τουρκία, Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας (ΒΣΑ), Αίγυπτος], όμως σήμερα επωφελούνται των ανταγωνισμών μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων για να προωθήσουν τη δική τους ιδιαίτερη «ατζέντα». Ταυτόχρονα η οπτική των ΗΠΑ για την περιοχή παρουσιάζει αποκλίσεις από αυτή των Ευρωπαίων συμμάχους τους, ιδιαίτερα σε θέματα όπως ο πόλεμος στη Συρία και η συμφωνία γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA). Την ίδια στιγμή όμως η Μ. Αν εξακολουθεί να διαδραματίζει και η ίδια εξαιρετικά σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος, εξαιτίας της ενεργειακής, οικονομικής, διαμετακομιστικής, στρατιωτικής, κ.α, της σημασίας. Στη βάση των παραπάνω και με δεδομένη την ανταγωνιστική σχέση ΗΠΑ-Ιράν, η αυξανόμενη επιρροή του τελευταίου στην περιοχή (Ιράκ, Συρία, Λίβανος, Υεμένη), σε συνδυασμό με τη μέχρι σήμερα αποτυχία της πολιτικής μέγιστης πίεσης (σκληρές οικονομικές κυρώσεις κ.α.), την οποία ασκεί τα τελευταία χρόνια η Ουάσιγκτον εναντίον του, κατανοείται από το Λευκό Οίκο ως παράγοντας που μπορεί να θέσει σε πρόσθετους κινδύνους την επιρροή των ΗΠΑ στη Μ. Αν, να διευκολύνει τη διείσδυση της Κίνας και της Ρωσίας και να δώσει νέα δυναμική στις αντιρρήσεις που εκφράζουν οι σύμμαχοί του για την πολιτική που εφαρμόζει σε αυτή. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις κυρώσεις των ΗΠΑ εναντίον του πετρελαϊκού τομέα του Ιράν συνόδευσε ο πολλαπλασιασμός των επεισοδίων κατά τη διέλευση δεξαμενοπλοίων από τα στενά του Ορμούζ, αλλά και η ένταση των παρενοχλήσεων των Αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων (απώλεια 2 drone) από τις Ιρανικές στον Περσικό Κόλπο (Π.Κ), ενώ το Ισλαμικό καθεστώς της Τεχεράνης έδειχνε ότι να διαχειρίζεται τις κοινωνικές αντιδράσεις που προκαλούνται εξαιτίας των Αμερικανικών οικονομικών πιέσεων στο εσωτερικό της χώρας, καταφέρνοντας να καταστείλει τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις στα τέλη του 2019. Παράλληλα το φιλοιρανικό κίνημα των Χούθι στην Υεμένη κέρδιζε νέες θέσεις, η φιλοιρανική Χεσμπολάχ αντιστεκόταν στο αίτημα των διαδηλωτών για αντικατάσταση του υπάρχοντος (ανεκτού απ’ αυτή) πολιτικού συστήματος στο Λίβανο, οι Ρωσικές και Συριακές ένοπλες δυνάμεις εισήλθαν στη Ράκκα και τις άλλες πόλεις της βορειοανατολικής Συρίας, η Ιορδανία αντιδρούσε στη φιλοισραηλινή τροπή που πήραν οι εξελίξεις στο Παλαιστινιακό, ενώ οι φιλοιρανικές “Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης” (PMF) του Ιράκ πολλαπλασίαζαν τις πιέσεις για τη διακοπή της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα και από κοινού με το, σε μεγάλο βαθμό βρισκόμενο υπό την επιρροή της Τεχεράνης, πολιτικό της προσωπικό, προετοίμαζαν το έδαφος για τον ερχομό μίας ακόμη φιλικής προς το Ιράν Ιρακινής κυβέρνησης. Επιπλέον οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις Ιράν-ΒΣΑ για την επίτευξη ορισμένου μεταξύ τους συμβιβασμού συνεχιζόταν. Ρόλο μεσάζοντα σε αυτές τις διαβουλεύσεις φαίνεται να έχει το Ιράκ, ενώ σχολιάζεται ότι η τελευταία επίσκεψη Soleimani στη Βαγδάτη, αφορούσε και το συγκεκριμένο ζήτημα. Τέλος αίσθηση είχαν προκαλέσει πριν ένα μήνα τα κοινά ναυτικά γυμνάσια Ρωσίας-Κίνας-Ιράν στον Ινδικό Ωκεανό και στον Κόλπο του Ομάν με αιτιολογία την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Ο Soleimani ως διοικητής των ειδικών δυνάμεων al-Quds (η μονάδα αυτή αφορά δραστηριότητες στο εξωτερικό, κατασκοπίας και μη συμβατικού πολέμου. Το όνομα της σημαίνει “Δύναμη της Ιερουσαλήμ”), συνέβαλλε τα μέγιστα στην ισχυροποίηση των φιλοιρανικών κινημάτων στην περιοχή, στις καλές σχέσεις της χώρας του με τη Ρωσία και ιδιαίτερα την Κίνα, αλλά και στον εκσυγχρονισμό του οπλοστασίου της. Η συγκεκριμένη μονάδα αριθμεί 10.000-20.000 άντρες και αποτελεί μέρος του παραστρατιωτικού σώματος των “Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης (IRGC)” που περιλαμβάνεται στον Ιρανικό στρατό. Ταυτόχρονα ο Soleimani ήταν ένας αξιωματούχος με σημαντική επιρροή στην “Ισλαμική Δημοκρατία”, καθώς οι al-Quds υπάγονται απευθείας στον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Ali Khamenei, ενώ ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στη βάση του καθεστώτος. Συνεπώς με τη δολοφονία του η Ουάσιγκτον πραγματοποίησε «ένα άλμα προς τα μπρος», όσον αφορά την επιθετικότητα της έναντι της Τεχεράνης, «δηλώνοντας» στην τελευταία ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί μια ευρεία σφαίρα Ιρανικής επιρροής στη Μ. Αν, άλλα ούτε και τη στρατιωτική ισχυροποίηση της σε ανταγωνιστικό βαθμό προς το Ισραήλ. Αντίστοιχα «επεσήμανε» στους συμμάχους των ΗΠΑ ότι μια μη συγκρουσιακή συνύπαρξη ΗΠΑ-Ιράν είναι αδύνατη αυτή τη στιγμή και ότι προσμένει τη διαρκεί στήριξη τους στις Αμερικανικές θέσεις. Αναμενόμενα η Αμερικανική ενέργεια προκάλεσε την οργή της “Ισλαμικής Δημοκρατίας”, η οποία έσπευσε να χαρακτηρίσει ως τρομοκράτες τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και άρα ως στόχο -όπως και οι βάσεις τους- του Ιρανικού στρατού. Συνακόλουθα η αντιπαράθεση της με τις ΗΠΑ οξύνθηκε σε επικίνδυνα επίπεδα, ιδιαίτερα μετά τον βομβαρδισμό των Αμερικανικών βάσεων στο Ιράκ και την παραδοχή της ότι κατέρριψε κατά λάθος ένα επιβατικό αεροσκάφος Boeing 737.

Το συμπέρασμα που προκύπτει απ’ όλα τα παραπάνω είναι ότι η Αμερικανική διοίκηση, δε διστάζει να προβεί σε ασύμμετρες και υψηλού ρίσκου ενέργειες εναντίον των ανταγωνιστών της στις διάφορες περιφέρειες του πλανήτη, εφόσον κρίνει ότι οι εξελίξεις απειλούν τη θέση Αμερικανικού καπιταλισμού στο ΔΙΣ. Η Ανατολική Μεσόγειος (Αν. Με) έχει χαρακτηρισθεί ως περιφέρεια υψηλού ενδιαφέροντος από τη διοίκηση των ΗΠΑ για μία σειρά λόγους. Παράλληλα το Ιράν, η Κίνα και η ιδιαίτερα η Ρωσία δραστηριοποιούνται σε αυτή και προσπαθούν να διευρύνουν την επιρροής τους. Συνακόλουθα η Ουάσιγκτον έχει ήδη ιεραρχήσει ως στόχο την ανάσχεση της επιρροής αυτών των χωρών. Συνεπώς η “αμυντική συμφωνία” Ελλάδας-ΗΠΑ, η διεύρυνση της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα, το ενδεχόμενο συμμετοχής του Ελληνικού ναυτικού σε επιχειρήσεις της “Δύσης” στον Π.Κ και η αποστολή των πυραύλων Patriot στο μεγάλο ανταγωνιστή του Ιράν το ΒΣΑ, οφείλουν να αξιολογηθούν και υπό το πρίσμα μιας ενδεχόμενης υψηλού ρίσκου ενέργειας των ΗΠΑ εναντίον Ιρανικών ή Ρωσικών στόχων, με χρήση του Ελληνικού εδάφους ή Ελληνικών στρατιωτικών μέσων. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει κάποιου είδους “επεισόδιο”, θέτοντας τη χώρα μας στο στόχαστρο αυτών των χωρών, οι οποίες έχουν ήδη προειδοποιήσει γι’ αυτό το ενδεχόμενο.

Η δεύτερη παρατήρηση απορρέει από τη μη κλιμάκωση της Αμερικανοιρανικής αντιπαράθεσης ως το σημείο του πολέμου και τη μετέπειτα αποκλιμάκωση της. Οι λόγοι γι’ αυτήν την εξέλιξη αφορούν πρωτίστως τον καίριο ρόλο που διαδραματίζει η δομή του ΔΙΣ στην πολιτική των δύο χωρών, καθώς καθορίζει τις προτεραιότητες τους και επηρεάζει τη συμπεριφορά τους. Επίσης συνδέονται με τη καθ’ αυτό ισορροπία ισχύος μεταξύ τους.

Οι προτεραιότητες των ΗΠΑ καθορίζονται από την απειλή που αισθάνονται πως διατρέχει η θέσης τους στο ΔΙΣ. Αυτή απορρέει από την οικονομική ισχύ της Κίνας, τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας και την πιθανότητα συγκρότησης “Ευρασιατικού Συνασπισμού”, στον οποίο θα μπορούσαν να ρυμουλκηθούν ή να δείξουν ανοχή και άλλες περιφερειακές ή παγκόσμιες δυνάμεις, ακόμη και σύμμαχοι τους. Παράλληλα η συμπεριφορά των ΗΠΑ έναντι του Ιράν επηρεάζεται από τη στάση που πιστεύουν ότι θα κρατήσουν απέναντι της οι χώρες της ΕΕ, η Ρωσία, αλλά και η Τουρκία, το ΒΣΑ, το Ισραήλ, η Αίγυπτος κ.α περιφερειακές δυνάμεις, όπως και από το αποτέλεσμα που νομίζουν ότι θα προκαλέσει στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Από την άλλη μεριά οι προτεραιότητες του Ιράν καθορίζονται από την απειλή που νιώθει ότι διατρέχει ο ρόλος του ως πρωταγωνίστρια περιφερειακή δύναμη στην περιοχή από το Ισραήλ, το ΒΣΑ και τη πολιτική των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα και η δική του συμπεριφορά έναντι της Ουάσιγκτον επηρεάζεται από αντίστοιχες παραμέτρους. Την ίδια στιγμή η στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ είναι σαφέστατα μεγαλύτερη από αυτή του Ιράν, δίνοντας τους τη δυνατότητα της διεξαγωγής στρατιωτικών ενεργειών εναντίον του.

Ωστόσο το εύρος που μπορούν να λάβουν αυτές οι ενέργειες περιορίζεται από το μέγεθος της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν, το οποίο, ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη, θα μπορούσε να προξενήσει εκτεταμένες ζημιές συνολικά στην Αμερικανική ισχύ στο ενδεχόμενο πολέμου, ιδίως αν συνεπικουρούνταν με κάποιο τρόπο από τη Ρωσία και την Κίνα. Τότε όμως η παγκόσμια ισορροπία ισχύος, η οποία αποτελεί τη βασική προτεραιότητα των ΗΠΑ, θα μεταβαλλόταν πρόσθετα σε βάρος τους. Επιπλέον ένας πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον της Τεχεράνης θα γινόταν αντιληπτός από Κίνα και Ρωσία ως απόπειρα εκ νέου θεμελίωσης της Αμερικανικής πλανητικής ηγεμονίας, ενώ η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Ιράν θα κατανοούνταν ως μοχλός παρενόχλησης των σχεδιασμών τους. Έτσι θα ήταν πιθανός ο σχηματισμός ενός “Ευρασιατικού Συνασπισμού” σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης των κινήσεων των ΗΠΑ. Συνακόλουθα ένας γενικευμένος πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή για τις ΗΠΑ στην τρέχουσα συγκυρία, εκτός και αν εξαπολυθεί στα πλαίσια μίας απόφασης τους να ανακόψουν την ευρύτερη δυναμική των εξελίξεων στην Ευρασία. Όμως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν θα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από έναν πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν και σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να εξομοιωθεί απλά με μια σύγκρουση μεταξύ δύο χωρών, όπως στην περίπτωση της επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003. Θα ήταν μια αντιπαράθεση με ορισμένα παγκόσμια και γενικευμένα περιφερειακά χαρακτηριστικά. Μια τέτοια εξέλιξη όμως δεν προκρίνεται από την ηγεσία των ΗΠΑ στην παρούσα συγκυρία για λόγους που δε θα εξεταστούν εδώ. Από την άλλη μεριά ούτε η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται ως συμφέρουσα την επιλογή του πολέμου. Αφενός διότι κατανοεί ότι έτσι θα ερχόταν αντιμέτωπη με όλες τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες επίσης δεν προκρίνουν μια γενικευμένη σύρραξη στην παρούσα συγκυρία και άρα θα ενέτειναν τις πιέσεις εναντίον της, προκειμένου να υποχωρήσει στις αξιώσεις των ΗΠΑ και να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο. Αφετέρου γιατί σε έναν Αμερικανοιρανικό πόλεμο η επιβίωση του Ισλαμικού καθεστώτος είναι δύσκολη υπόθεση.

Σε αυτά τα πλαίσια η χρήση στρατιωτικής ισχύος από τις κυβερνήσεις των δύο χωρών στοχεύει να εξαναγκάσει, η μία την άλλη, σε συμβιβασμό, δίχως την πρόκληση γενικευμένου πολέμου. Είναι δηλαδή ενταγμένη στο «παζάρι» που διεξάγουν για την ανακατανομή των σφαιρών επιρροής στη Μ. Αν, το οποίο επηρεάζεται-επηρεάζει το ευρύτερο «παζάρι» που εκτυλίσσεται σε αυτή από τις παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις. Ωστόσο για να είναι επιτυχής η ολοκλήρωση της διαδικασίας, τα δύο μέρη οφείλουν να προβούν σε υποχωρήσεις. Δηλαδή να εκχωρήσουν το ένα στο άλλο (ή σε συμμάχους, ή σε μη εχθρούς του άλλου) μέρος από την επιρροή τους ή των δυνατοτήτων άσκησης επιρροής τους (βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν). Τέτοιου είδους παραχωρήσεις είναι δυσκολότερες για την κυβέρνηση του Ιράν, καθώς θα έχουν πιο άμεσες συνέπειες στη δυναμική του Ιρανικού καπιταλισμού, επειδή η χώρα βρίσκεται στην περιοχή. Αντίθετα για την Ουάσιγκτον, η οποία βρίσκεται μακριά και είναι το ισχυρότερο μέρος της διαπραγμάτευσης, τα περιθώρια ελιγμών είναι μεγαλύτερα. Άλλωστε στο παρελθόν η Αμερικανική κυβέρνηση δέχθηκε να εκχωρήσει μέρος της επιρροής της στη Μ. Αν. στα πλαίσια του «παζαριού» με άλλες δυνάμεις. Αυτό συνέβη στην περίπτωση του Ιρακινού Κουρδιστάν το 2017 και της βορειοανατολικής Συρίας το 2019, γεγονός που είχε δραματικές συνέπειες για το λαό των Κούρδων, του οποίου η άρχουσα τάξη έχει «επενδύσει» σε μία στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ.

Στη βάση όλων των παραπάνω αναδεικνύεται, ότι στην παρούσα συγκυρία οι ΗΠΑ επιχειρούν να προωθήσουν τους σχεδιασμούς τους στις διάφορες περιφέρειες του πλανήτη, μέσω της συνδιαλλαγής τους με τις εκεί περιφερειακές δυνάμεις. Έτσι η χρήση περιορισμένης στρατιωτικής ισχύος από μεριάς τους, αφορά την εκπλήρωση και το αποτέλεσμα αυτής της συνδιαλλαγής, εφόσον το άλλο μέρος -η περιφερειακή δύναμη- λειτουργεί «υπέρμετρα» εχθρικά απέναντι στους σχεδιασμούς τους, ενώ το ενδεχόμενο του μεταξύ τους πολέμου συνδέεται με μια ραγδαία κλιμάκωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις παγκόσμιες δυνάμεις. Αντίστοιχα για την εκπλήρωση αυτών των συνδιαλλαγών η Αμερικανική ηγεσία δε διστάζει να προβεί και σε υποχωρήσεις προς όφελος του άλλου μέρους, «αδειάζοντας» άλλους «παίκτες», συμμάχους ή συνεργάτες της, στους οποίους ασκεί επιρροή. Συνακόλουθα η αναβάθμιση της συνεργασίας ΗΠΑ-Ελλάδας δε μπορεί παρά να χρησιμοποιηθεί από την Ουάσιγκτον στην εξελισσόμενη διαπραγμάτευση της με την Τουρκία στην Αν. Με, η οποία επίσης περιπλέκεται από το ευρύτερο «παζάρι» παγκόσμιων και περιφερειακών δυνάμεων σε αυτή. Δεδομένης της κρισιμότητας που παρουσιάζει η στάση της Άγκυρας για την έκβαση των παγκόσμιων και των περιφερειακών ανταγωνισμών, η οποία επισημαίνεται από τους κυρίαρχους κύκλους και στο Δημοκρατικό και στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, αλλά και της αντίστοιχης κρισιμότητας που παρουσιάζει η στάση της Ουάσιγκτον για τις Τουρκικές νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες, μια πλήρης ρήξη στις Αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι μάλλον απίθανη. Πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για δύο ιστορικούς συμμάχους στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου ο συμβιβασμός ως προτεραιότητα και για τα δύο μέρη, είναι πολύ πιθανός. Σε αυτά τα πλαίσια μια Ελληνοτουρκική σύρραξη και τελικά η συνδιαχείριση του Αιγαίου καθίστανται ρεαλιστικά σενάρια.

Αύριο η συνέχεια της ανάλυσης του Γ.Χουβαρδά…

 

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016