Γράφει ο  Φώτης Τεγόπουλος*

Στις 15 Ιουλίου διεξήχθησαν στη γειτονική μας χώρα οι δεύτερες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές, μετά από αναβολή τριών μηνών λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, με το αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ισορροπημένο και την κοινή γνώμη να μοιάζει κάπως πολωμένη και μοιρασμένη σε 2 πλευρές: εκείνη του πρώην πρωθυπουργού Ζόραν Ζάεφ και την αντίστοιχη του επικεφαλής του μεγαλύτερου κοινοβουλευτικά κόμματος της αντιπολίτευσης Χρίστιαν Μίτσκοσκι (VMRO-DMNE). Σε ότι αφορά το πλαίσιο γύρω από το οποίο έλαβε χώρα η εν λόγω εκλογική αναμέτρηση, οφείλει να αναγνωρίσει κάποιος 2 στοιχεία: α. το ότι η χώρα έχει πληγεί σημαντικά από τον COVID-19 (10.754 κρούσματα – 486 νεκροί) και β. ότι πλέον η Βόρεια Μακεδονία αποτελεί εδώ και 4 μήνες το τριακοστό μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Τα ανωτέρω καταδεικνύουν την ιδιαιτερότητα των εν λόγω εκλογών και σε συνδυασμό με τις ενστάσεις του VMRO για το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθώς και για τη διαχείριση της πανδημίας συνιστούν τα βασικά θέματα στην προεκλογική ατζέντα και το πεδίο αντιπαράθεσης των 2 μερών.

Αναφορικά με το αποτέλεσμα αυτό καθ’ εαυτό, οι Σοσιαλδημοκράτες του Ζάεφ κέρδισαν τις εκλογές συγκεντρώνοντας ποσοστό 36%, υποστηριζόμενοι και από το κόμμα BESA που εκφράζει μέρος του αλβανικού παράγοντα της χώρας (46 έδρες). Η συντηρητική αντιπολίτευση έλαβε 35% των ψήφων (44 έδρες) και ακολουθεί κατά πόδας το SDSM (πρώην κυβερνόν κόμμα), συνεπώς και οι 2 κυρίαρχοι του παιχνιδιού χρειάζονται τη συνδρομή ενός εταίρου προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της κυβερνητικής πλειοψηφίας των 61 εδρών. Εδώ λοιπόν έρχεται το κύριο αλβανικό κόμμα, το DUI, του οποίου προΐσταται ο Αλί Αχμέτι, γνώριμος στο πολιτικό σκηνικό της γείτονος επί χρόνια και με επιρροή στα πολιτικά πράγματα.

Πρόκειται για μία παράταξη που με βάση το ποσοστό που έλαβε συγκεντρώνει 15 έδρες, νούμερο ικανό να οδηγήσει στο μαγικό αριθμό 61, που θα αποτρέψει την ακυβερνησία σε μία χώρα που μαστίζεται από την πανδημία του COVID και περιμένει τη μαγική ημερομηνία από τις Βρυξέλλες ώστε να ξεκινήσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Μία από τις βασικές προεκλογικές του θέσεις ωστόσο υπήρξε η πρόταση για την ανάδειξη ενός αλβανόφωνου πρωθυπουργού στη Βόρεια Μακεδονία, γεγονός που προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο αντιδράσεις και θα λειτουργούσε ως αποτρεπτικός παράγοντας στις μετέπειτα συνομιλίες για τη συγκρότηση κυβέρνησης. Στη συνέχεια ωστόσο, υπαναχώρησε από τη θέση του αυτή, ως ένδειξη καλής πίστης και θέλησης για τις επικείμενες διαπραγματεύσεις.

Από τη μία λοιπόν έχουμε τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση που υπεραμύνεται των Συμφωνιών με Ελλάδα και Βουλγαρία, της ευρωατλαντικής προοπτικής της χώρας και της τήρησης των διεθνών της δεσμεύσεων και από την άλλη, το VMRO που επικρίνει σφοδρά την κυβέρνηση Ζάεφ για τα καταστροφικά αποτελέσματα των Πρεσπών και δεν αναγνωρίζει το συνταγματικό όνομα της χώρας, που με βάση το erga omnes είναι κοινό εντός και εκτός συνόρων. Είναι άξιο απορίας ωστόσο το γεγονός ότι και η συντηρητική παράταξη υποστηρίζει την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, ενώ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη συμμετοχή στις δομές του ΝΑΤΟ, ενώ αμφισβητεί ανοιχτά το κείμενο που επί της ουσίας οδήγησε τη Βόρεια Μακεδονία στο μονοπάτι της Συμμαχίας. Όπως είναι φυσικό, ο διεθνής παράγοντας παρακολουθεί με αμείωτο το ενδιαφέρον τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα, με το δυτικό μπλοκ (Βρυξέλλες, ΗΠΑ και Γερμανία) να επιθυμεί διακαώς την επάνοδο του Ζόραν Ζάεφ στην εξουσία, ως μήνυμα προς το εξωτερικό ότι η πορεία προς τη συμμετοχή προς την Ευρ. Ένωση θα συνεχιστεί ομαλά και απρόσκοπτα, χωρίς κραδασμούς και απρόοπτα, μέσα από την πλήρη υιοθέτηση και εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου. Αντιθέτως, η Ρωσία είναι πιο κοντά στην αντιπολίτευση του Μίτσκοσκι, επιθυμώντας να φράξει το δρόμο προς την ΕΕ και να ενισχύσει την επιρροή της, μετά και την ένταξη της Β. Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η κυβέρνηση Βούτσιτς στη Σερβία, μια χώρα που λειτουργεί ως φορέας εκπροσώπησης των Ρωσικών συμφερόντων και επιδιώξεων στα Βαλκάνια, που αντιτίθεται στη Συμφωνία των Πρεσπών και έχει στραμμένο το βλέμμα της και στο μέτωπο με το Κόσσοβο (ανταλλαγή εδαφών που θα οδηγήσει στην αναγνώριση του δευτέρου από τη σερβική πλευρά).

Δεδομένα και η Βουλγαρία θα παρακολουθήσει με ενδιαφέρον τις πολιτικές εξελίξει στη γειτονική μας χώρα, μιας και έχει υπογράψει μαζί της το Σύμφωνο Φιλίας τον Αύγουστο του 2017, επιθυμώντας να βελτιώσει σημαντικά τις διμερείς σχέσεις και να άρει τα όποια εμπόδια σχετίζονται με την ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας. Παράλληλα, την προειδοποίησε να απόσχει από κάθε μορφή αλυτρωτισμού, ώστε να εξαλειφθεί και η απειλή του βέτο στις μελλοντικές συνόδους κορυφής.

Συμπερασματικά, οι εκλογές στη Βόρεια Μακεδονία έχουν το δικό τους ξεχωριστό ενδιαφέρον για σειρά χωρών στη βαλκανική και όχι μόνο, με την Ελλάδα φυσικά να μην μπορούσε να λείψει από αυτή τη λίστα, ως συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία των Πρεσπών, συνορεύουσα χώρα και εταίρος στο ΝΑΤΟ. Οφείλουμε να παρακολουθήσουμε στενά το ζήτημα, ανεξάρτητα από το γεγονός πως η προσοχή μας είναι δεδομένα στραμμένη στα ανοιχτά ζητήματα με την Τουρκία και την προκλητική της δράση σε Αν. Μεσόγειο, Αιγαίο και Κύπρο, μιας και έχουμε την ευκαιρία να δέσουμε αυτή τη χώρα στο δικό μας άρμα και να την καταστήσουμε αξιόπιστό μας εταίρο, περιορίζοντας το δυνατόν περισσότερο την τουρκική επιρροή και δράση. Παράλληλα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες προς την κατεύθυνση της πιστής εφαρμογής της Συμφωνίας, επιβλέποντάς τη συστηματικά και καταγγέλλοντας κάθε της παραβίαση. Με καλή πίστη, να συνδράμουν και οι 2 πλευρές στην απάλειψη των όποιων αρνητικών πτυχών της Συμφωνίας και στη βελτίωσή της μελλοντικά, ει δυνατόν, που θα οδηγήσει στην ένταξή της στην ΕΕ. Περισσότερα θα είμαστε σε θέση να πούμε από τις 3/8 και έπειτα, οπότε και θα ξεκινήσουν οι συνομιλίες για το σχηματισμό κυβέρνησης.

*Απόφοιτος τμήματος ΔΕΣ Πανεπιστημίου Πειραιώς & MSc Political Science – European Politics & External Relations, University of Amsterdam

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016