Γράφει ο
Γιάννης Χουβαρδάς
Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

Στις 22 Μάρτη ο πρόεδρος Trump ανακοίνωσε την ήττα του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στη Συρία. Εκείνες τις μέρες ο κυριαρχούμενος από τo Κουρδικό Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PYD) [αδελφό κόμμα του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (PKK) που δρα στην Ν.Α Τουρκία με σκοπό την ίδρυση ανεξάρτητου Κουρδικού Κράτους] Αράβο-Κουρδικός συνασπισμός των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), ολοκλήρωνε την εκδίωξη των Τζιχαντιστών και από το τελευταίο οχυρό τους στην κοιλάδα του Ευφράτη, σηματοδοτώντας την είσοδο της Συριακής σύρραξης στα τελευταία και πιο αινιγματικά της κεφάλαια. Πλέον μένει να κριθεί η τύχη δύο περιοχών:

1) Η επαρχία Idlib, η οποία στο μεγαλύτερο της μέρος ελέγχεται από τη Hayat Tahrir Al-Sham (HTS) (συνδέεται με την Al-Qaeda), ενώ σε αυτή δρούνε και άλλες Ισλαμιστικές ομάδες [απομεινάρια, διασπάσεις και διάδοχα σχήματα του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA)] που απολαμβάνουν τη στήριξη κυρίως της Τουρκίας. Στην Idlib, η Ρωσία και το Ιράν, σύμμαχοι της Συριακής κυβέρνησης, μαζί με την Τουρκία, μοναδικός πλέον ουσιαστικός υποστηρικτής της «Συριακής Επανάστασης», έχουν επιβάλλει πάγωμα των εχθροπραξιών μεταξύ του Συριακού Αραβικού Στρατού (SAA) και των ανταρτών. Παράλληλα οι τρείς δυνάμεις, με γνώμονα τα δικά τους συμφέροντα, εργάζονται για την επίτευξη πολιτικού συμβιβασμού ανάμεσα στη Συριακή κυβέρνηση και στις «μετριοπαθείς» Ισλαμιστικές ομάδες.

2) Η περιοχή ανατολικά του Ευφράτη και η Manbij (Ιεράπολη), που κυριαρχούνται από τις SDF. Οι SDF ενισχύονται από τις ΗΠΑ, οι οποίες διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές βάσεις στα συγκεκριμένα εδάφη, ενώ απολαμβάνουν και την ποικιλόμορφη στήριξη της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου (Η.Β), του Ισραήλ, του Βασιλείου της Σ. Αραβίας (ΒΣΑ) και των συμμάχων του τελευταίου στον Περσικό Κόλπο. Παρά τις αψιμαχίες τους με το SAA, ορισμένες από τις οποίες ήταν ιδιαίτερα σφοδρές, οι SDF δε βρίσκονται σε πόλεμο μαζί του και ουδέποτε εξομοιώθηκαν με τις Ισλαμικές ένοπλες οργανώσεις από το Συριακό κράτος. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της Τουρκικής εισβολής στο Afrin οι δύο πλευρές ανέπτυξαν και κάποια περιορισμένη συνεργασία.

Την ίδια στιγμή το βασικό διακύβευμα του πολέμου, η παραμονή ή όχι του καθεστώτος Assad στην εξουσία, έχει κριθεί υπέρ του τελευταίου. Το καθεστώς χάρη στη στρατιωτική υποστήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, κατόρθωσε να ανακαταλάβει όλα τα αστικά κέντρα πλην της Ιντλίμπ, να ανακτήσει το συντριπτικό μέρος της Συριακής επικράτειας, να ελέγξει μεγάλο μέρος των συνόρων της χώρας και να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές πετρελαιοπηγές. Παράλληλα οι σύμμαχοι του, Ρωσία και Ιράν, ισχυροποίησαν τη θέση τους, κατοχυρώνοντας σημαντικά στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Η Ρωσία θωράκισε και διεύρυνε τη ναυτική της δύναμη στην Αν. Μεσόγειο, επέκτεινε τη στρατιωτική της παρουσία ως το Golan και αναδείχτηκε σε σημαντικό παράγοντα για την τροπή των ανταγωνισμών στην περιοχή, του οποίου τα συμφέροντα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν απ’ όλους. Αντίστοιχα το Ιράν κατάφερε, χάρη και στην επιρροή που ασκεί στην πολιτική σκηνή του Ιράκ και στην οργάνωση της Hezbollah στο νότιο Λίβανο, να δημιουργήσει τον περιβόητο Σιιτικό διάδρομο, ο οποίος του επιτρέπει να προβάλλει ισχύ ως τις ακτές τις μεσογείου και τα βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Τέλος οι εταιρείες των δύο χωρών από κοινού με εταιρείες της Κίνας, άλλος σημαντικός εταίρος της Συριακής κυβέρνησης, εξασφάλισαν προνομιακές θέσεις στη μελλοντική ανοικοδόμηση της χώρας και στην εκμετάλλευση του ενεργειακού της πλούτου (επαρχία Χόμς- Μεσόγειος).

Συνεπώς η διευθέτηση της κατάστασης σε Ιντλίμπ και Β.Α Συρία σχετίζεται λιγότερο με το ποιοι θα είναι οι νικητές στη Συριακή αναμέτρηση και περισσότερο με το πόσο μεγάλο θα είναι το εύρος της νίκης τους. Το τελευταίο όμως, αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη διαμόρφωση του συνολικού συσχετισμού ισχύος ανάμεσα σε παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις στη Μ. Ανατολή και κατ’ επέκταση στη χάραξη των νέων σφαιρών επιρροής. Ως εκ τούτου οι στοχεύσεις της κάθε πλευράς στις δύο περιοχές είναι ενταγμένες στη γενικότερη πολιτική που εφαρμόζουν με σκοπό να ενισχύσουν τη θέση τους στο μεταξύ τους ανταγωνισμό στην ευρύτερη περιοχή. Σε αυτά τα πλαίσια:

Η Συριακή κυβέρνηση αξιώνει την επιστροφή όλων των Συριακών εδαφών στην αποκλειστική της κυριότητα, προσπαθεί να διασφαλίσει τον Αραβικό χαρακτήρα του κράτους και επιδιώκει τη διατήρηση του συγκεντρωτικού συστήματος διακυβέρνησης.

Το Ιράν επιθυμεί τη θεσμοθέτηση της παρουσίας του στη Συριακή επικράτεια και την αναγνώριση των συμφερόντων του στη συγκεκριμένη χώρα από τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επιτυγχάνονταν η ασφάλεια του Σιιτικού διαδρόμου, για τη δημιουργία του οποίου η Τεχεράνη πλήρωσε βαρύ φόρο σε χρήμα και ανθρώπινες ζωές και ο οποίος της επιτρέπει να λαμβάνει μέρος από ισχυρές θέσεις στον περιφερειακό ανταγωνισμό.

Η Τουρκία επιδιώκει την κατοχύρωση μιας σφαίρας επιρροής σε όλη τη Β. Συρία, η οποία θα περιλαμβάνει τις περιοχές της AL-Bab και του Afrin, τις οποίες κατέλαβε με τις επιχειρήσεις «Ασπίδα του Ευφράτη» και «Κλάδος Ελαίας», την Idlib και την Β.Α. Συρία, στην οποία επιδιώκει να εγκαθιδρύσει μια «ζώνη ασφαλείας» νοτίως των Τουρκιών συνόρων, εκκαθαρίζοντας την από τους Κούρδους του PYD. Σε αυτή την περιοχή η Άγκυρα επιθυμεί την πολιτική κυριαρχία των οργανώσεων που στον ένα ή τον άλλο βαθμό ασπάζονται την ιδεολογία του πολιτικού Ισλάμ και είτε τελούν υπό την άμεση προστασία της, είτε έχουν στενούς δεσμούς μαζί της ή με συμμάχους της όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα (MB) και το Κατάρ.

Ωστόσο στην επαρχία Idlib και στις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές του Afrin και της Al-Bab, δραστηριοποιούνται Ισλαμιστικές οργανώσεις που διατηρούν συνδέσεις με το ΒΣΑ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (Η.Α.Ε) και άλλες μοναρχίες του Περσικού κόλπου, αλλά και Τζιχαντιστικές οργανώσεις όπως η HTS και ορισμένοι θύλακες του ISIS, οι οποίες στον ένα ή στον άλλο βαθμό επιθυμούν την εφαρμογή της Σαρία στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Συρίας περιοχές. Αυτές οι οργανώσεις λειτουργούν ανεξάρτητα, σε ορισμένες περιπτώσεις ανταγωνιστικά, προς τους Τουρκικούς σχεδιασμούς. Μάλιστα στα πλαίσια της συμφωνίας της με τη Μόσχα, η οποία για την ώρα έχει κρατήσει το SAA έξω από την επαρχία Idlib, η Άγκυρα δεσμεύτηκε να περιορίσει τη δράση της HTS στην ενδοχώρα της επαρχίας, δέσμευση που μέχρι σήμερα δεν έχει εκπληρώσει. Η Τουρκία βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις εν λόγω οργανώσεις. Ωστόσο η ιστορία της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Συρία διδάσκει, πως τόσο η Άγκυρα, όσο και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Γαλλία, Η.Β, Ισραήλ), δε διστάζουν να χρησιμοποιούν ακραίες Ισλαμιστικές ομάδες προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους.

Το ΒΣΑ και οι συμμαχικές προς αυτό μοναρχίες του Περσικού Κόλπου ιεραρχούν την καταστροφή του Σιιτικού διαδρόμου, ενώ ταυτόχρονα δυσανασχετούν με την επιδίωξη της Τουρκίας να κατοχυρώσει μια ευρεία σφαίρα επιρροής στη βόρεια Συρία. Η πολιτική τους χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια τους να διατηρήσουν ηγεμονικό ρόλο εντός του Ισλαμικού κόσμου, ο οποίος αμφισβητείται τόσο από την Τουρκία, όσο και από το Ιράν. Σε αυτά τα πλαίσια προσπαθούν να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις τους με τη Δαμασκό με σκοπό να εξισορροπήσουν, στα πλαίσια του εφικτού, την επιρροή που της ασκεί η Τεχεράνη. Συνεπώς δεν προξενούν έκπληξη οι αποφάσεις των ΗΑΕ και του Μπαχρέιν να επαναλειτουργήσουν τις πρεσβείες τους στη Συριακή πρωτεύουσα, όπως και η φιλολογία για την εκ νέου αποδοχή της Συρίας στον Αραβικό σύνδεσμο, η συμμετοχή της οποίας είχε παγώσει το 2011. Παράλληλα οι μοναρχίες πολλαπλασιάζουν τις υποστηρικτικές τους κινήσεις προς τις SDF. Είναι χαρακτηριστική η ενίσχυση των 100 εκ. $ που έλαβαν από το ΒΣΑ το καλοκαίρι του 2018, όπως και τα σχέδια που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας την ίδια περίοδο για την υποστήριξη των μοναρχιών στο ενδεχόμενο κατασκευής ενός πετρελαιαγωγού που θα συνδέει τη Β.Α Συρία με το Ισραήλ μέσω Ιορδανίας. Τέλος οι μοναρχίες προσπαθούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις και στην επαρχία Idlib εκμεταλλευόμενες τις σχέσεις τους με τις Ισλαμιστικές οργανώσεις.

Αντίστοιχα και το Ισραήλ αντιδρά στις επιδιώξεις της Τουρκίας και του Ιράν. Ως εκ τούτου προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τη Μόσχα προκειμένου να την πείσει για την ανάγκη διακοπής της στρατιωτικής παρουσίας του Ιράν στη Συρία, ενώ αντιλαμβάνεται τις SDF και την στρατιωτική παρουσία της Δύσης στη Β.Α Συρία ως παράγοντες που δρούνε αποτρεπτικά απέναντι στους Τουρκικούς και Ιρανικούς σχεδιασμούς. Μάλιστα για την αποτροπή των τελευταίων το Τελ- Αβίβ επιδιώκει τη συνεννόηση και με τις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τη διατήρηση ερεισμάτων εντός της Συριακής επικράτειας, παρά την απόφαση τους να περιορίσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη χώρα. Τα τελευταία κρίνονται απαραίτητα, καθώς θα λειτουργούσαν υποστηρικτικά προς τις νέες προτεραιότητες που ιεραρχεί η πολιτική τους στην περιοχή και οι οποίες αφορούν την αποδυνάμωση του Ιράν, την ανάσχεση της αυξανόμενης Ρωσικής και Κινεζικής επιρροής και την ασφάλεια του Ισραήλ. Παράλληλα τα Αμερικανικά επιτελεία επιφυλάσσονται και αντιτίθενται στους σχεδιασμούς της Τουρκίας, επίσημη σύμμαχός τους και μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούν να στηρίζουν τους Κούρδους.

Αντίστοιχα η ΕΕ αλλά και μεμονωμένες Ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία και το Η.Β, επιμένουν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των εξελίξεων στην πολύπαθη χώρα. Η πολιτική τους είναι ενταγμένη στο γενικότερο σχέδιο τους να ενισχύσουν την αυτοτελή δράση τους στη Μ. Ανατολή, στα πλαίσια της επιδιωκόμενης ενίσχυσης του ρόλου τους ως παγκόσμιες δυνάμεις. Σε αυτά τα πλαίσια διευρύνουν τους δεσμούς τους με το PYD και τις SDF, στην περιοχή των οποίων υπάρχει ήδη Γαλλική και Βρετανική στρατιωτική παρουσία, ενώ δηλώνουν και τη θέληση τους να καλύψουν το κενό, για λογαριασμό της Δύσης, που θα δημιουργήσει ο περιορισμός της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Παράλληλα αξιοποιούν τους δεσμούς που διατηρούν με Ισλαμιστικές οργανώσεις, τους οποίους ανέπτυξαν κατά την πρώτη φάση της επέμβασης τους στη Συρία, για να επηρεάσουν τις εξελίξεις και στην Idlib.

Οι Κούρδοι του PYD εστιάζουν την προσοχή τους στην απόκτηση όσο το δυνατό μεγαλύτερης αυτονομίας. Διεκδικούν την αποκέντρωση του συστήματος άσκησης εξουσίας στη χώρα και τη μετεξέλιξη της Αραβικής Δημοκρατίας σε πολυεθνική ομοσπονδία. Στα πλαίσια της τελευταίας οι Κούρδοι φιλοδοξούν ότι η «Δημοκρατική Ομοσπονδία της Βόρειας Συρίας», αποκαλούμενη και ως «Rojava», θα αυτοδιοικείται και θα έχει αναβαθμισμένο ρόλο στη διαμόρφωση της κεντρικής εξουσίας, ενώ ο SAA θα προστατεύει τα σύνορα της με τρίτες χώρες. Για την ευόδωση των προσπαθειών του το PYD βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα και την κυβέρνηση στη Δαμασκό. Παράλληλα επιδιώκει τη διατήρηση της Αμερικανικής, Γαλλικής και Βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Β.Α Συρία, ενώ συντάσσεται όλο και περισσότερο με τους γενικότερους Δυτικούς σχεδιασμούς.

Τέλος για τη Ρωσία σημαντικό ζήτημα είναι η αποχώρηση των Αμερικανικών και Ευρωπαϊκών στρατευμάτων από τη χώρα και η κατοχύρωση όσων κέρδισε στα πεδία των μαχών. Έτσι αξιοποιεί και επιδιώκει να οξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση, ευελπιστώντας στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη αποδυνάμωση των θέσεων της τελευταίας. Σε αυτά τα πλαίσια εκμεταλλεύεται την αδύναμη θέση στην οποία έχει περιέλθει η Συριακή κυβέρνηση για να τις ασκήσεις πιέσεις, προκειμένου να αποδεχτεί ορισμένες από τις θέσεις τόσο των Ισλαμιστών, όσο και του PYD. Παράλληλα διαπραγματεύεται με την Τουρκία και τις Ισλαμιστικές ομάδες το μέλλον του Idlib, του Afrin και της Al-Bab, και με το PYD τη τύχη της Β.Α Συρίας, παίζοντας το χαρτί του φόβου που έχουν τόσο ο ένας για τον άλλο, όσο και του φόβου που έχουν και οι δύο απέναντι στο ενδεχόμενο μιας ολοκληρωτικής στρατιωτικής επικράτησης του SAA, προκειμένου να τους πιέσει να συμβιβαστούν με τη Δαμασκό. Παράλληλα προσπαθεί να λειτουργήσει εξισσοροποιητικά μεταξύ Ισραήλ, Ιράν και ΒΣΑ. Από τη μια αποδέχεται τη διεύρυνση της Ιρανικής επιρροής στη χώρα, από την άλλη ωστόσο, καλεί την Τεχεράνη να μείνει μακριά από το Golan και επιτρέπει τις στρατιωτικές επιθέσεις που εξαπολύει εναντίον της το Ισραήλ, εντός της Συριακής επικράτειας. Τέλος επιδιώκει τη διεύρυνση της συνεργασίας της και με το ΒΣΑ και τους συμμάχους του.

Η ολοκλήρωση των Τουρκικών εκλογών και η εδαφική αποδυνάμωση του ISIS αναμφίβολα επιταχύνουν τις εξελίξεις. Το συριακό πρόβλημα περνάει σε νέα φάση. Ωστόσο οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ, Κίνα, Ιράν, Τουρκία, ΒΣΑ, οι οποίοι το γέννησαν και το διόγκωσαν, θα συνεχιστούν. Έτσι ακόμα και αν σταματήσουν οι πολεμικές επιχειρήσεις, αυτοί θα εκφραστούν με άλλα μέσα. Συνεπώς στην περίπτωση που η ειρήνη επανέλθει στη Συρία και δεν έχουμε νέα ανάφλεξη ως απόρροια άλλων περιφερειακών και διεθνών εξελίξεων, αυτή θα είναι εύθραυστη και ευάλωτη στις αναταράξεις που θα δημιουργούν οι όλο και οξυνόμενοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Θα είναι ειρήνη με το δάχτυλο στη σκανδάλη…

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016