Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

PhD© Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

Κατά τη 2η δεκαετία του 21ου εμφανίζεται ένα «κενό» ισχύος στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η υποχωρητική τάσης που παρουσιάζουν η πλανητική ηγεμονία των ΗΠΑ και η ισχύς της ΕΕ δεν ισοφαρίζεται από την τάση ανόδου της Κίνας και ανάκαμψης της Ρωσίας. Παράλληλα η ανακατανομή της ισχύος ανάμεσα σε αυτές τις παγκόσμιες δυνάμεις και η παγκόσμια αναιμική οικονομική ανάπτυξη που ακολουθεί την καπιταλιστική κρίση 2008-2010, οξύνουν τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς. Σε αυτό το περιβάλλον νέες αναπτυσσόμενες δυνάμεις σπεύδουν να καλύψουν οι ίδιες το «κενό», διεκδικώντας αναβαθμισμένο ή ηγεμονικό ρόλο στις περιφέρειες τους. 

Τέτοιες δυνάμεις στην περιφέρεια της Μ. Ανατολής είναι το Ιράν και η Τουρκία, οι οποίες αμφισβητούν, η κάθε μια για τον εαυτό της, την πρωτοκαθεδρία του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας (ΒΣΑ). Συνακόλουθα τους ανταγωνισμούς ΗΠΑ-ΕΕ-Ρωσίας-Κίνας στη Μ. Ανατολή συνοδεύουν οι ανταγωνισμοί Τουρκίας-ΒΣΑ-Ιράν, οι οποίοι διαχέονται και στις εγγύς περιφέρειες Αν. Μεσόγειος-Καύκασος-Κεντρ. Ασία-Κέρας της Αφρικής. Βασικός στόχος των τριών ανταγωνιστών είναι να ηγηθούν μίας ομάδας κρατών & οργανώσεων και να συγκροτήσουν/διατηρήσουν τη δική τους σφαίρα περιφερειακής επιρροής, σε συνεργασία σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με κάποιες παγκόσμιες δυνάμεις. Σημαντικό χαρακτηριστικό σε αυτή τους την προσπάθεια είναι η εργαλειοποίηση του Ισλάμ, αλλά και της φυλετικής οικογένειας και της πολιτισμικής παράδοσης στην οποία ανήκουν. Παράλληλα η κάθε δύναμη αξιοποιεί και την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ. 

Έτσι η Τουρκία χρησιμοποιεί το πολιτικό Ισλάμ, την Οθωμανική κληρονομία και την επιρροή που ασκεί σε Τουρκικές κοινότητες στην πρώην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ επιχειρεί να ηγηθεί μιας συνεννόησης που ήδη περιλαμβάνει το Κατάρ, το Αζερμπαϊτζάν, τη Σομαλία, τη Λιβύη, το Πακιστάν και διάφορα παρακλάδια της Μουσουλμανική Αδελφότητας. Αντίστοιχα το Ιράν αξιοποιεί την ιδεολογία της Ισλαμικής Ιρανικής «επανάστασης» και την επιρροή που ασκεί στους Σιιτικούς πληθυσμούς στην ευρύτερη περιοχή, ενώ επιδιώκει να ρυμουλκήσει τη σύμμαχο Συρία, το φιλικό Ιράκ, το Λίβανο όπου πρωταγωνιστεί η φίλο-Ιρανική Χεσμπολά και τις διάφορες παραστρατιωτικές και πολιτικές Σιιτικές οργανώσεις της ευρύτερης Μ. Ανατολής στη συγκρότηση ενός διακριτού άξονα υπό την ηγεσία του. Τέλος το ΒΣΑ επενδύει στην Αραβική ταυτότητα και στην Ουαχαμπιτική Ισλαμική διδασκαλία, ενώ ηγείται ενός συνασπισμού Αραβικών χωρών, όπου ξεχωρίζουν η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). 

Το Ιράκ, η Συρία, η Λιβύη, η Υεμένη και ο Λίβανος αποτελούν τα πιο σφοδρά πεδία εξέλιξης του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Όμως αυτός αποκτά δυναμική και στο Κέρας της Αφρικής, ενώ έχει τη δική του συνεισφορά στην ανόδου και στην πτώση τρομοκρατιών οργανώσεων, όπως απέδειξε η εμπειρία του ISIS σε Συρία-Ιράκ. Τέλος η εξέλιξη του έχει ήδη προκαλέσει ορισμένες ανακατατάξεις στο εσωτερικό των 3 στρατοπέδων, με πιο σημαντική ίσως την αποδυνάμωση του ΒΣΑ και την εμφάνιση «αυτονομιστικών» τάσεων στην πολιτική της Αιγύπτου και των ΗΑΕ εντός του Αραβικού συνασπισμού. 

Ωστόσο οι παραπάνω ανταγωνισμοί δεν έχουν ίδια δυναμική. Οι ανταγωνισμοί ΒΣΑ-Ιράν & Τουρκίας-Ιράν έχουν μεγαλύτερο βάθος, τουλάχιστον για τρεις λόγους: 

  1. Παρότι Τουρκία και ΒΣΑ «αλλήλοενοχλούνται» και κοντά στα σύνορα τους, βασικός ανταγωνιστής τους στο εγγύς εξωτερικό τους, δηλαδή στην περιοχή που κρίνει τις περιφερειακές τους φιλοδοξίες, είναι το Ιράν και οι σύμμαχοι του. Συγκεκριμένα ο «Σιιτικός διάδρομος» Ιράν-Αν. Μεσόγειος που έχει οικοδομήσει η Τεχεράνη αποτελεί εμπόδιο στην εξάπλωση της επιρροής του ΒΣΑ και της Τουρκίας σε Ιράκ-Συρία-Λίβανο, δηλαδή στην καρδιά της Μ. Ανατολής. Παράλληλα περιορίζει τα σημεία της μεταξύ τους «τριβής» τους και θίγει σε πολύ μεγάλο βαθμό «ζωτικά» συμφέροντα τους. 
  2. Στα πλαίσια του νομιμοποιητικού ρόλου που έχει το Ισλάμ για τον καπιταλισμό και την κυβερνητική εξουσία και πρακτική και στις 3 χώρες (όχι στον ίδιο βαθμό), αλλά και της εργαλειοποίησης του από τις κυβερνήσεις τους για την απόκτηση διεθνούς επιρροής, η προαιώνια και αιματηρή αντιπαράθεση Σουνιτών-Σιιτών θα συνεχίσει να δυναμιτίζει τις σχέσεις Τουρκίας-Ιράν και ΒΣΑ-Ιράν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, απ’ ότι τις σχέσεις Τουρκίας-ΒΣΑ οι διαφορετικές ενδοσουνιτικές προσεγγίσεις.
  3. Παρά τη σημαντική δυναμική που εμφανίζουν οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί στο σύγχρονο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, τις εξελίξεις σε αυτό υποκινούν οι ανταγωνισμοί στην κορυφή του, μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων. Υπό αυτό το πρίσμα το γεγονός ότι η Τουρκία και το ΒΣΑ είναι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ (η Τουρκία μέλος του ΝΑΤΟ) και σημαντικοί εταίροι της ΕΕ, λειτουργεί ως παράγοντας ανάσχεσης του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Αντίθετα η μερική και περισσότερο ευκαιριακή  συνεννόηση των δύο αυτών δυνάμεων με τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες έχουν στενές σχέσεις, άλλα όχι ακριβώς συμμαχία με το Ιράν, δε θέτει ανάλογα εμπόδια στην εξέλιξη των ανταγωνισμών ΒΣΑ-Ιράν και Τουρκίας-Ιράν.             

Την ίδια ώρα οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν την απώλεια των συμμαχικών τους σχέσεων, ούτε με την Τουρκία και τη συνεννόηση των κρατών που συσπειρώνεται γύρω της, ούτε με το ΒΣΑ και το συνασπισμό που έχει συγκροτήσει. Άλλωστε πολλές φορές Αμερικάνοι αξιωματούχοι, προσκείμενοι τόσο στο Δημοκρατικό, όσο και στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα έχουν επισημάνει τη σημασία αυτών των παραγόντων για τα Αμερικανικά συμφέροντα. Συνακόλουθα ανέχονται ή επιδιώκουν την ισχυροποίηση και των δύο πλευρών, ενώ προωθούν το μεταξύ τους συμβιβασμό και τη σύνδεση τους με άλλους συμμάχους ή εταίρους τους που επιθυμούν να έχουν λόγο στην περιοχή, όπως η ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία, το Ισραήλ ακόμη και το Πακιστάν και η Ινδία, υπό την προϋπόθεσή ότι όλοι μαζί από κοινού θα λειτουργήσουν ανασχετικά απέναντι στην εξάπλωση της Κινεζικής, Ρωσικής και Ιρανικής επιρροής στην ευρύτερη Μ. Ανατολή. 

Ταυτόχρονα όμως προς το συμφέρον των ΗΠΑ είναι και η μη υπέρμετρη ισχυροποίηση κάποιου μέρους. Αφενός διότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα δυσκόλευε σημαντικά ο συμβιβασμός του με το άλλο μέρος, αφετέρου επειδή θα ωθούνταν στη διεκδίκηση περισσότερο ή τελείως αυτόνομου ρόλο στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Μάλιστα στην περίπτωση ενός νέου συμβιβασμού ΗΠΑ-Ιράν κάτι τέτοιο θα ήταν πρόσθετα ανεπιθύμητο. Συνεπώς είναι πιθανό η Ουάσιγκτον να επιδιώξει, όπως έκανε και στο παρελθόν, να κρατήσει το συσχετισμό ισχύος Τουρκίας-ΒΣΑ, ίσως και Ιράν, σε ορισμένη ισορροπία.    

Σε αντίστοιχη λογική κινούνται και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον ευρωατλαντικό συνασπισμό, κρατώντας όμως με βάση τις ιδιαίτερες επιδιώξεις τους λιγότερο ισορροπημένη στάση. Συγκεκριμένα το Ηνωμένο Βασίλειο φαίνεται να «γέρνει» προς την πλευρά της Τουρκίας, ενώ η ισορροπία ισχύος στο εσωτερικό της ΕΕ μάλλον την ωθεί ελαφρώς περισσότερο προς την ίδια κατεύθυνση, καθώς η Γερμανία δείχνει να έχει υιοθετήσει φιλοτουρκική πολιτική. Αντίθετα η Γαλλία προβάλλει εγγύτερα προς τον Αραβικό συνασπισμό. Από την άλλη μεριά η Κίνα και η Ρωσία διατηρούν προνομιακές σχέσεις με το Ιράν, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να εμποδίζεται η προσέγγιση τους με το ΒΣΑ και την Τουρκία, στον οποίων τον ανταγωνισμό δεν επιθυμούν να εμπλακούν. 

Σε αυτά τα πλαίσια η υπογραφή μιας σειράς συμφωνιών ανάμεσα στην Ελλάδα και τα ΗΑΕ, με βασικότερη τη «Ρήτρα Αμοιβαίας Στρατιωτικής Συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης από τρίτο μέρος», συμβαδίζει με τις βασικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και του ευρωατλαντικού συνασπισμού στην περιοχή. 

  • Αφενός διότι ευνοεί την ισχυροποίηση ενός συμμαχικού προς τις ΗΠΑ αντί-Ιρανικού μετώπου, με πυρήνα τη συνεργασία Αραβικού συνασπισμού-Ισραήλ. Μάλιστα ο χαρακτήρας του σχήματος επισημάνθηκε και στην πρόσφατη «μυστική» συνάντηση στη Νεόμ του ΒΣΑ μεταξύ του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου και του de facto ηγέτη του ΒΣΑ Πρίγκιπα-Διαδόχου Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, η οποία είχε ως βασικό αντικείμενο το Ιράν και η οποία προηγήθηκε της δολοφονία του Ιρανού πυρηνικού επιστήμονα, φερόμενου και ως αρχιτέκτονα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. 
  • Αφετέρου επειδή συμβάλλει στη συγκράτηση των ηγεμονικών φιλοδοξιών της Τουρκίας και άρα στον περιορισμό της δυνατότητας της να αυτονομηθεί περεταίρω από τον ευρωατλαντικό συνασπισμό, χωρίς παράλληλα να επηρεάζει τις δυναμικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους Άραβες και το Ισραήλ σε μία νέα προσέγγιση μαζί της. Άλλωστε οι τελευταίες παραμένουν, όπως απέδειξε και η τηλεφωνική επικοινωνία του Προέδρου Ερντογάν με το Σαουδάραβα Βασιλιά Σαλμάν, η οποία προηγήθηκε των γεγονότων στη Νεόμ, αλλά και η στήριξη που προσέφεραν Άγκυρα και Τελ-Αβίβ στην κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. 

Συνεπώς και η νέα κίνηση της Ελληνικής διπλωματίας, αν και εντυπωσιακή, αποτελεί συνέχεια και όχι ανατροπή της εξ. πολιτικής που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα. Αποτυπώνει εκ νέου τη θέληση της Αθήνας να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα σχέδια του ευρωατλαντικού συνασπισμού, ακόμη και μακριά από την Αν. Μεσόγειο, προσδοκώντας ως αντάλλαγμα την αύξηση της περιφερειακής επιρροής του Ελληνικού καπιταλισμού και βοήθεια για την αντιμετώπιση της Τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Ταυτόχρονα ξανά δηλώνει σε Ουάσιγκτον-Βρυξέλλες ότι η Ελλάδα θέλει να συμβάλλει στις περιφερειακές διεργασίες, προκειμένου να  δρομολογηθεί, μέσω πιέσεων και ανταλλαγμάτων, ένας συμβιβασμός μεταξύ των συμμάχων τους στην περιοχή. Άλλωστε η Ελληνική κυβέρνηση κατέδειξε με τη στάση της και τις τοποθετήσεις των αξιωματούχων της καθ’ όλη τη διάρκεια της 3μηνης δραστηριότητας του Oruc Reis στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα (σύμφωνα με το θεμελιώδες δίκαιο της θάλασσας) ότι είναι διατεθειμένη να συζητήσει με την Άγκυρα μέρος των αξιώσεων της στο Αιγαίο, με αντάλλαγμα τον τερματισμό των επιθετικών της ενεργειών και την περιφερειακή οικονομική συνεργασία.    

Σε αυτά τα πλαίσια η συμφωνία Ελλάδας-ΗΑΕ αναμένεται να περιπλέξει περεταίρω τα «παζάρια» για την τελεσφόρηση μίας συμφωνίας που θα επιτρέψει τον επιμερισμό του πλούτου της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ 25ου Μεσημβρινού (κεντρικό Αιγαίο) και Κύπρου, αλλά και τη συνεκμετάλλευση μέρος αυτού, πάντοτε  υπό ευρωατλαντική εποπτεία, καθώς στην εξίσωση εισέρχεται και η μεταβλητή των σχέσεων Αραβικού συνασπισμού-Τουρκίας, δίπλα στις ήδη υπάρχουσες μεταβλητές των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των σχέσεων Δύσης-Τουρκίας. Ταυτόχρονα η Ελλάδα θα κληθεί να πληρώσει καινούριο τίμημα για τη συμμετοχής της, τόσο στους περιφερειακούς ανταγωνισμούς σε μία πολύ μεγάλη περιοχή, όσο και στο αντί-Ιρανικό μέτωπο.