Γράφει ο Δημήτρης Σταυρόπουλoς

Ένα από τα πιο στυγερά και αποτρόπαια εγκλήματα των Γερμανών, κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα, διαπράχθηκε στον Κάβο Ντόρο κοντά στις ακτές της Άνδρου.
Δυστυχώς μέχρι σήμερα, έμεινε στο περιθώριο της Ιστορίας και δεν τιμωρήθηκε κανείς, παρά το γεγονός ότι όσοι συνηργησαν σε αυτό, παρέβησαν όλες τις Διεθνείς περί Πολέμου Συμφωνίες, τις παγκόσμιες ναυτικές παραδόσεις, κάθε νόμο της θάλασσας και κάθε έννοια ανθρωπισμού.
Ανοίγουμε τον φάκελο «πλωτό νοσοκομείο Αττική», για να θυμίσουμε εκείνη την άγρια νύχτα της 12ης Απριλίου του 1941 και τα όσα διαδραματίστηκαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα άλλα και στις κοντινές ακτές.
Το πλωτό νοσοκομείο «Αττική» έπλεε κατάφωτο με τα διακριτικά του Ερυθρού Σταυρού κατακόκκινα στις τσιμινιέρες και τα καταστρώματα, μεταφέροντας τραυματίες από το μέτωπο, αδελφές νοσοκόμες και γιατρούς.
Κατευθυνόταν αργά από την Καβάλα αρχικά στην Σύρο να αποβιβάσει ιατρικό προσωπικό και στη συνέχεια στον Πειραιά απ όπου οι τραυματίες πολεμιστές θα μεταφέρονταν στα νοσοκομεία.
Οι διεθνείς νόμοι και κανονισμοί σε περίοδο εχθροπραξιών, είναι σαφείς και κατηγορηματικοί. Ποτέ δεν προσβάλλεται ένα πλοίο που έχει εμφανή σήματα νοσοκομείου, είναι άοπλο και μεταφέρει τραυματίες.
Κι όμως ενώ το «Αττική» έπαιρνε αργά στροφή από τον Κάβο Ντόρο στην Άνδρο με κατεύθυνση την Σύρο, στις 11.25 την νύχτα δέχθηκε άνανδρη επίθεση.

Η ΕΦΟΡΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΥΚΑΣ

«Αίφνης ένας δυνατός βόμβος ακούστηκε τόσον κοντά μας που νομίζω δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Ταυτοχρόνως ένας δαιμονιώδης κρότος συνεκλόνισε το σκάφος ολόκληρο σα να του ετράβηκε μια τιτάνειος δύναμις την καρένα.
Είχαν αρχίσει να εκρήγνυνται βόμβες στην πλώρη και στο υπ’ αριθμ. 1 κύτος, που είχε διασκευασθή σε θάλαμο ασθενών (σ.σ. ήταν άδειος στο ταξίδι αυτό, ενώ στον θάλαμο δύο αναπαύονταν οι οπλίτες του νοσοκομείου).
Το σκάφος επί τινα δευτερόλεπτα εσείετο ολόκληρο κι’ έπειτα ένοιωσα ότι έγειρε πολύ προς τα εμπρός, τόσο που η πλώρη του να βυθισθή τουλάχιστον τρία πόδια (σ.σ. περίπου ένα μέτρο)».


Αυτό έγραφε στο προσωπικό ημερολόγιό της η προϊσταμένη επί του πλοίου Εφη Δημοπούλου-Σπηλιοπούλου, που δημοσιεύτηκε, μετά την απελευθέρωση (1945) στο περιοδικό «Ναυτική Ελλάς» και αποτελεί μια αδιάσειστη μαρτυρία για το έγκλημα των ναζί πιλότων. (Πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Ναυτικού, έγγραφο 12.4.41-/δ.-/2.-)
Ευτυχώς, τα φώτα δεν έσβησαν και αυτό βοήθησε να διατηρηθεί η ψυχραιμία επιβατών και πληρώματος. Ωστόσο, οι αεροπόροι των γερμανικών βομβαρδιστικών συνέχιζαν να πλήττουν το ακινητοποιημένο και άοπλο πλοίο.
Η θαρραλέα νοσοκόμα είναι καταπέλτης:
«Ο εχθρός, αν και πολύ καλά είχε αντιληφθή ότι επρόκειτο περί πλωτού νοσοκομείου, αφού η νύκτα ήταν σεληνοφώτιστη, εν τούτοις δεν απεμακρύνθη, αλλ’ ανελάμβανε νέαν επίθεσι κατά του ακίνητου πλέον στόχου του».
Συνολικά, υπολογίζεται ότι ρίφθηκαν από τα «Στούκας» περισσότερες από έξι βόμβες. Απ’ αυτές οι τρεις πρώτες εξερράγησαν στην πλώρη, άλλες στον πρώτο θάλαμο (σ.σ. στο διαμορφωμένο κύτος 1) και μερικές στη θάλασσα, πολύ κοντά στο μηχανοστάσιο.
Από τις βόμβες που είχαν πέσει κοντά στην πλώρη είχε σημειωθεί εισροή υδάτων στον ευτυχώς άδειο θάλαμο 1.


Νοσοκόμες και οπλίτες πρόλαβαν να τρέξουν και να κλείσουν την υδατοστεγή θύρα προς τον δεύτερο θάλαμο. Αυτό καθυστέρησε για λίγο τη βύθιση του πλοίου.
Ωστόσο, 16 μέλη του πληρώματος, που αναπαύονταν στις κουκέτες τους στην πλώρη του πλοίου, όταν έγινε ο βομβαρδισμός, χάθηκαν για πάντα, χωρίς να τους ξαναδεί κανένας.
Οι νοσοκόμες βοήθησαν τους στρατιώτες να φορέσουν σωσίβια, εμψύχωναν όλους και προσπαθούσαν, με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, να οδηγήσουν όλους στο κατάστρωμα.
Όταν συγκεντρώθηκαν σχεδόν όλοι στο κατάστρωμα, ο κυβερνήτης του πλοίου Δημ. Μελετόπουλος έδωσε εντολή εγκατάλειψης, προσθέτοντας:
«Μα πού είναι οι αδελφές;… Πού είναι λοιπόν οι αδελφές; Πρώτες αυτές θα επιβιβασθούν των λέμβων. Προϊσταμένη, στη βάρκα σου. Δεν έχουμε καιρό».
«Οχι», του απαντά η προϊσταμένη, «θα τρέξω στο κατάστρωμα να δω τι έγιναν τα κορίτσια μου. Ανησυχώ. Θέλω να είμαι βεβαία ότι μπήκαν όλες στις βάρκες…».
«Μ’ άρπαξε με δύναμη από το χέρι καθώς και μια αδελφή, τη δεσποινίδα Κατσιμανδή, και μας έφερε στο σημείο όπου κατέβαινε η βάρκα μας λέγοντας: “Αυτή είναι δική μου δουλειά. Εσείς στας θέσεις σας”», έγραφε στο ημερολόγιό της η προϊσταμένη.
Όμως, η φρίκη δεν είχε τέλος.
Οι ναζιστές είχαν ξεκινήσει την εγκληματική δράση τους, που τα επόμενα χρόνια θα βίωνε όλη η Ελλάδα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΕ ΝΑΥΑΓΟΥΣ

«Εξαφνα και ενώ οι δυο μας αγωνιζόμεθα να κατέβουμε στη βάρκα βλέπουμε με τρόμο το αεροπλάνο να επιστρέφη εκ νέου και από πολύ χαμηλό ύψος, που νόμιζε κανείς ότι τα φτερά του θα κτυπήσουν στα κατάρτια μας, ν’ αρχίζη να πολυβολή το πλήρωμα, που εκινδύνευε να χαθή και που ηγωνίζετο να σωθή. Τα μαύρα του φτερά μάς σκίασαν και οι σφαίρες του, που σκληρά κτυπούσαν το κατάστρωμα και τις βάρκες, μας διέλυσαν και μας έκαμαν να τρέχωμε δεξιά και αριστερά για να κρυφθούμε», έγραψε η ηρωική νοσοκόμα.
Η ίδια θυμόταν έναν νοσοκόμο, ονόματι Δρανδάκη, που τραυματίστηκε από σφαίρα στο κεφάλι, έπεσε στη θάλασσα και προσπάθησε να κολυμπήσει μέχρι που υπέκυψε στο τραύμα του.
«Και ποιος ξεύρει και πόσοι άλλοι που δεν τους αντελήφθημεν….».
Όταν απομακρύνθηκε το αεροπλάνο συνέχισαν να κατεβάζουν τις βάρκες στη θάλασσα, ενώ διαπιστώθηκε ότι ο ασύρματος είχε καταστραφεί και δεν ήταν δυνατό να ζητηθεί βοήθεια.
Ταυτόχρονα, ο κυβερνήτης με τους ναύτες είχαν πετάξει στη θάλασσα σχεδίες και σωσίβια, ώστε να μπορούν να πιαστούν όσοι δεν είχαν προλάβει να μπουν σε βάρκα.
Οι βάρκες ήταν συνολικά έξι και είχαν κατέβει όλες.
Όμως, η τελευταία που είχε γίνει «σουρωτήρι» από το πολυβόλο του αεροπλάνου γέμισε νερά και παρά τις προσπάθειες των επιβαινόντων μισοβυθίστηκε.
Σ’ αυτή τη βάρκα επιβιβάστηκε, τελευταίος, και ο Μελετόπουλος αφού βεβαιώθηκε ότι στο πλοίο δεν βρισκόταν κανένας άλλος.
Οι νεκροί ανήλθαν στους 50 μεταξύ των οποίων οι 22 πνίγηκαν ενώ οι 28 σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού.
Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Πλοίαρχος του πλωτού νοσοκομείου Δημήτριος Μελετόπουλος.

Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ

Ο ηρωικός κυβερνήτης του πλωτού νοσοκομείου «Αττική» Δημήτρης Μελετόπουλος έχασε τη ζωή του σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει όσους περισσότερους ναυαγούς μπορούσε.
Ο πλοίαρχος του «Αττική» προερχόταν από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και είχε υπηρετήσει, επί σειρά ετών, σε διάφορες θέσεις στο τότε Βασιλικό Ναυτικό, παίρνοντας μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε θαλάσσιες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της μικρασιατικής εκστρατείας.
Μετά την επιστράτευση του Οκτώβρη του 1940, ο Μελετόπουλος επέστρεψε στην ενέργεια, με τον βαθμό του έφεδρου πλοιάρχου και όπως προκύπτει από έγγραφα του Ναυτικού, από τους πρώτους μήνες του 1941 είχε τοποθετηθεί κυβερνήτης του πλωτού νοσοκομείου «Αττική».


Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, τηρώντας πιστά τις παραδόσεις του ελληνικού Ναυτικού, τη μοιραία μέρα εγκατέλειψε τελευταίος το πλοίο και επιβιβάστηκε σε μια βάρκα που κινδύνευε να βυθιστεί.
«Ο κυβερνήτης Μελετόπουλος, αφού σαν καλός στρατιώτης και ναύτης εβοήθησε τους πάντας, άρχισε να κολυμπά προς την διεύθυνσιν του σκάφους, με τον σκοπόν ν’ ανέβη επ’ αυτού.
Η αδελφή Τζώρτζη βλέπουσα τον κίνδυνον που τον απειλούσε άρχισε να τον παρακαλή να μεταβάλη γνώμη και να γυρίσουν μαζί στη βάρκα», έγραφε η προϊσταμένη.
Δυστυχώς, όμως, ο ηρωικός κυβερνήτης δεν άλλαξε γνώμη και συνέχισε να κολυμπάει μαζί με τη νοσοκόμα προς το μισοβυθισμένο πλοίο.
Τότε, έδειξε για μια ακόμα φορά το μεγαλείο της ψυχής του, καθώς «αισθανόμενος τας δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν επρότεινε στην αδελφή Τζώρτζη να επιστρέψη και να σωθή αυτή, για να είναι έτσι τελείως ήσυχος και ευτυχής ότι έσωσε τους περισσότερους».
Έτσι, ο κυβερνήτης συνέχισε να κολυμπάει προς το πλοίο, ενώ η νοσοκόμα τον παρακολουθούσε εξακολουθώντας να τον παρακαλεί να επιστρέψει. Μάταια.
Σε λίγο άκουσε κάτι σαν ρόγχο.
Με όση δύναμη της απέμενε η νοσοκόμα πλησίασε τον κυβερνήτη και διαπίστωσε ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του κι ότι παρασυρόταν από τα ισχυρά θαλάσσια ρεύματα, τυλιγμένος στο σωσίβιό του.
Τον άρπαξε τότε από το χέρι και προσπάθησε να τον τραβήξει προς τη στεριά.
Όμως, ήταν πλέον νεκρός.
Ο ηρωικός αξιωματικός, όπως επιθυμούσε, έκλεισε τα μάτια του αφού έσωσε όσους περισσότερους ναυαγούς μπορούσε.

Πληροφορίες efsyn.

Avatar
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016