Γράφει ο Δημήτρης Σταυρόπουλος

Στα προηγούμενα σημειώματα αναφερθήκαμε  στην δράση των μυστικών υπηρεσιών του Άξονα, τις παραμονές της ιταλικής και γερμανικής επιθέσεις στην Ελλάδα και αποκαλύψαμε τους πράκτορες των κατακτητών που διείσδυσαν  στην χώρα εκείνη την εποχή.

Σήμερα θα φωτίσουμε την ελληνική πλευρά!

Τους αθέατους αντικατασκοπους που έγκαιρα και αθόρυβα «χαρτογράφησαν» την απειλή, έθεσαν υπό στενή παρακολούθηση όλους τους υπόπτους, κατέγραψαν συνομιλίες, επαφές και κινήσεις,  στοιχειοθέτησαν τις βαριές κατηγορίες και με αστραπιαία επιχείρηση, μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος τους συνέλαβαν όλους!

1000 επικίνδυνους Γερμανούς, Ιταλούς, Αλβανούς, Ούγγρους, Κροάτες Ρώσους, Ισραηλίτες κ.λ.π. κατασκόπους και τους συνεργάτες τους.

ΟΙ ΑΟΡΑΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Στα αρχεία του ΓΕΣ και της Αστυνομίας, δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία για την δράση της ελληνικής αντικατασκοπείας για ευνόητους λόγους.

Ίσως υπάρχουν μόνο, κάποιες άκρως απόρρητες αναφορές και εκθέσεις που φυσικά δεν είναι προσβασιμες στους ιστορικούς ερευνητές.

Υπάρχουν όμως πληροφορίες επιβεβαιωμένες από στόμα σε στόμα…

Το 1940, υπαρχηγός του ΓΕΣ ήταν ο αντιστράτηγος Γεώργιος Φεσσόπουλος που ίδρυσε την πρώτη αυτόνομη Ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Αφορμή στάθηκε το γεγονός της δολοφονίας, του Ιταλού Στρατηγού Ερρίκο Ταλλίνι, στις 27 Αυγούστου 1923, στην Ελληνοαλβανική μεθόριο στην Κακαβιά των Ιωαννίνων.

Με αιτία τον θάνατο του στρατηγού, η Ιταλία βομβάρδισε την Κέρκυρα και ακολούθως την κατέλαβε προσωρινά, μέχρι την 27η Σεπτεμβρίου 1924.

Οι Ιταλικές βλέψεις και η γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα μετά την Συνθήκη της Λωζάννης, είχαν δημιουργήσει ένα χάος στην Ελλάδα.

Για να αντιμετωπίσει τον Ιταλικό επεκτατισμό, η Ελλάδα, τον Μάρτιο του 1924 ίδρυσε το «Κέντρο Πληροφοριών Κέρκυρας» το οποίο εγκαταστάθηκε με κάλυψη την τοπική φρουρά της Κέρκυρας.

Πρώτος Διοικητής του Κέντρου ήταν ο Συνταγματάρχης Γ. Φεσσόπουλος.

Δεν ήταν τυχαίος αξιωματικός.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετά την αποφοίτησή του εισήλθε στην Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών φτάνοντας μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου ε.α. Υπηρέτησε στη Μικρά Ασία, συμμετείχε στην ίδρυση και την οργάνωση των τριών πρώτων υπηρεσιών πληροφοριών του στρατού, και υπήρξε μέλος του εκτάκτου στρατοδικείου για τον πρίγκιπα Ανδρέα.

Κατά την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου επαναφέρθηκε στη δράση αναλαμβάνοντας Α΄ υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

Η Πολιτική Υπηρεσία Κατασκοπείας και Αντικατασκοπείας την περίοδο του 1936-40, αποτελείτο από την Γενική Διεύθυνση Υπηρεσίας Αλλοδαπών, με διευθυντή τον συνταγματάρχη Ξένο και κατευθύνονταν από τον υφυπουργό Δημοσίας Ασφαλείας.

Η υπηρεσία αυτή, παρακολουθούσε τις πάσης φύσεως προπαγάνδες που στρέφονταν κατά της ασφάλειας του κράτους, καθώς και τις κινήσεις και την εγκατάσταση όλων των αλλοδαπών που ενεργούσαν κατασκοπεία, σε βάρος της χώρας.

Την αποτελούσαν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της Αστυνομίας Πόλεων, της Χωροφυλακής, του Στρατού, της Αεροπορίας και του Ναυτικού.

Υπήρχαν μάλιστα και ορισμένοι πολιτικοί υπάλληλοι του υπουργείου Eξωτερικών, αλλά και άλλων υπουργείων.

Αν και η δράση τους ήταν επικεντρωμένη στην περιοχή των Αθηνών-Πειραιώς, είχαν αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια.

ΠΩΣ ΕΞΑΡΘΡΩΘΗΚΑΝ ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ

Την νύχτα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, όταν ο Ιταλός πρέσβης ουσιαστικά κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, μετά την άρνηση του Έλληνα Πρωθυπουργού να επιτρέψει την είσοδο των Ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα, η Υπηρεσία Αλλοδαπών Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών και Κέρκυρας, ενήργησαν αστραπιαία και συνέλαβαν όλους ανεξαιρέτως τους Ιταλούς πράκτορες πληροφοριών, πριν ακόμα ξημερώσει και τους συγκέντρωσαν, σε ειδικό στρατόπεδο.

 Στις 6 Απριλίου του 1941 επισης, όταν τα Γερμανικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Ελλάδα, προκειμένου να διασωθεί το κύρος του Άξονα και το τρωθέν γόητρο του Μουσολίνι, η ίδια υπηρεσία με ταχύτατες ενέργειες συνέλαβε όλους τους Γερμανούς υπηκόους, αλλά και τους Γερμανούς με Ελληνική υπηκοότητα, ώστε να διαλυθεί το δίκτυο των εχθρικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Έτσι όλοι οι Γερμανοί που ενεργούσαν κατασκοπεία κατά της χώρας μας, εξουδετερώθηκαν άμεσα.

 Οι Ελληνικές υπηρεσίες εφάρμοσαν το αγγλικό δόγμα, έχοντας εντοπίσει από καιρό πριν όλους τους ξένους κατασκόπους, τους οποίους και παρακολουθούσε επισταμένως, χωρίς όμως να παρενοχλεί.

Την κατάλληλη στιγμή που θα κρινόταν, η υπηρεσία είχε την δυνατότητα να τους συλλάβει όλους, καθώς και τους Έλληνες συνεργάτες τους, εν μια κυριολεκτικά νυκτί!

Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΑΞΙΝΟΥ

Ο Σπύρος Παξινός ηταν Έλληνας αξιωματικός της Αστυνομίας Πόλεων που υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους των μυστικών υπηρεσιών της Ελλάδος και διατέλεσε διευθυντής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών από το 1936 έως το 1941.

Ο Παξινός το 1937 και στην Αθήνα τοποθετήθηκε επικεφαλής του νεοσύστατου Κέντρου Αλλοδαπών, που στην ουσία ήταν μία υπηρεσία Αντικατασκοπείας.

Παραμονές της κηρύξεως του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 ο Παξινός παρακάλεσε μια εύπορη γυναίκα, μέλος οικογένειας εισαγωγικής εταιρείας υφασμάτων, να διοργανώσει δεξίωση προς τιμή των αξιωματούχων της Ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα, όπου ο Παξινός θα έστελνε εκεί κάποιον Ιταλομαθή για να αντλήσει πληροφορίες. Έστειλε λοιπόν τον Ευάγγελο Σπηλιωτόπουλο στο κέντρο «Μαξίμ» όπου έγινε η δεξίωση.

Ο Σπηλιωτόπουλος συνοδευόταν από μια γυναίκα, καθ’ υπόδειξη του Παξινού, και την σύστησε ως μνηστή του. Στο τραπέζι ήταν υπολογισμένο να κάτσει ο Σπηλιωτόπουλος, ανάμεσα σε δύο αξιωματικούς της Ιταλικής πρεσβείας.

Την στιγμή που ο πρέσβης Γκράτσι έκανε πρόποση στην υγεία του ελληνικού λαού, ο ένας αξιωματούχος που καθόταν δίπλα στον Σπηλιωτόπουλο, ψιθύρισε στον άλλον Ιταλό Αξιωματούχο: «Να δούμε τι θα πει ο ελληνικός λαός τον Οκτώβριο». Μετά το τέλος της δεξιώσεως ο Σπηλιωτόπουλος γύρισε στην υπηρεσία του κι έγραψε την αναφορά όσων άκουσε.

Ο Παξινός τη διάβασε την επομένη και κάλεσε τον Σπηλιωτόπουλο, για να του αναφέρει ότι θέλει να τον δει ο Μεταξάς προκειμένου να τον ευχαριστήσει για την προσφορά του στην Πατρίδα.

Σύμφωνα με μαρτυρία του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη το δίκτυο Πληροφοριοδοτών του Παξινού κατόρθωσε να έχει από το πρωί της 5ης Απριλίου 1941, την πληροφορία ότι την επομένη ημέρα 6 Απριλίου στις 6 το πρωί θα επιδίδονταν από τον Έμπαχ, τον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα, τελεσίγραφο στην Ελληνική κυβέρνηση και τα Γερμανικά στρατεύματα θα άρχιζαν την επίθεση τους κατά του Ελληνικού εδάφους.

Περί το τέλος Απριλίου του 1941, μετά την κατάρρευση του Μετώπου και την ανατροπή της άμυνας των Ελληνικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν τη γραμμή των οχυρών Μεταξά στη Μακεδονία, ο Παξινός φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Γερμανού υπηκόου Τόμας Χάουζεν στο Ψυχικό, όπου συνελήφθη από τους Γερμανούς, όμως κατόρθωσε να δραπετεύσει και με υποβρύχιο διεφυγε και εγκαταστάθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ

 Μια άλλη σημαντική επιτυχία της υπηρεσίας πληροφοριών, ήταν η  διείσδυση Ελλήνων πρακτόρων μέσα στα εχθρικά δίκτυα πληροφοριών, ώστε να μπορεί να ελέγχει και να παραπλανά τις ξένες δυνάμεις, με ψευδείς πληροφορίες.

Είχε εντοπίσει το δίκτυο πληροφοριών της Γερμανικής πρεσβείας και είχε τοποθετήσει πέντε πράκτορες, μεταξύ των οποίων και η ίδια η ιδιαιτέρα γραμματέας του πρέσβη.

Αυτή μετέφερε όλες τις πληροφορίες στην Ελληνική υπηρεσία, μέσω του Έλληνα εραστή της.

Οι υπόλοιποι πράκτορες, κατάφεραν να φωτογραφήσουν απόρρητα έγγραφα της πρεσβείας, να αποσπάσουν στοιχεία, ονόματα, διευθύνσεις, εμπιστευτικές διαταγές, συνομιλίες και να εντοπίσουν όλους τους Γερμανούς, Έλληνες, Ισραηλίτες, κτλ, που αποτελούσαν το δίκτυο κατασκοπείας της Γερμανικής πρεσβείας, καθώς και την ειδική αποστολή ενός εκάστου εξ αυτών. Μερικούς εξ αυτών, κατάφεραν να τους προσεγγίσουν και να τους μεταβάλλουν σε διπλούς πράκτορες, υπέρ της Ελλάδος. Μάλιστα δυο Ελληνίδες πράκτορες, είχαν καταφέρει να διεισδύσουν και στο Τμήμα Προπαγάνδας της γερμανικής πρεσβείας, που διηύθυνε ο καθηγητής Έρικ Μαξ Μπέριγκερ και να δίδουν πληροφορίες στην υπηρεσία για κάθε κίνηση, ενέργεια, συζήτηση ή συνάντηση που γινόταν εκεί, καθώς και να αφαιρούν από το ταχυδρομείο κάθε επιστολή ή έντυπο, πριν αυτό φτάσει στον προορισμό του, προκαλώντας έτσι σύγχυση και φθορά στην γερμανική προπαγάνδα.

 Πλήθος επιτυχιών της υπηρεσίας κατασκοπείας αντικατασκοπείας, κατά των εχθρών της χώρας επετεύχθη και ενδεικτικά αναφέρεται η υπόθεση ‘Αρθουρ Ζάιτς, η υπόθεση κατασκοπείας Γιοχάνες Χόρνιγκ, η υπόθεση Μπέλα Ναίμερε, η υπόθεση Άρθουρ Τέστερ, η αποτροπή της ανατινάξεως του ατμόπλοιου «Σαμίρ» στις 4 Αυγούστου 1940, η εξουδετέρωση της Ιταλικής κατασκοπείας, η δράση της οργάνωσης «Μίδας 614» του Ταγματάρχη Τσιγάντε και πολλές άλλες οι οποίες αποδείκνυαν το υψηλό επίπεδο των ελληνικών υπηρεσιών.

 Οι πληροφορίες που μπορούσαν να συλλέξουν ήταν σε τέτοιο επίπεδο, που δέκα ημέρες πριν κηρυχθεί ο ελληνοϊταλικός πόλεμος (28 Οκτωβρίου), είχαν ενημερώσει την κυβέρνηση με επίσημα αποδεικτικά έγγραφα, για την απόφαση της Ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδος.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, γνώριζε λοιπόν έγκαιρα για τις Ιταλικές προθέσεις.

Λίγες μέρες πριν τον πόλεμο, κατάφεραν να αφαιρέσουν από κατάλληλα σημεία το προπαγανδιστικό υλικό της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας (βιβλία, φυλλάδια, έντυπα), ενώ σε κάποια περίπτωση αφαιρέθηκαν 500.000 σχετικά φυλλάδια από τη γερμανική πρεσβεία.

 Είχε κατορθωθεί να υποκλαπούν όλοι σχεδόν οι κρυπτογραφικοί κώδικες των Γερμανών και των Ιταλών.

Έτσι οι κωδικοποιημένες επικοινωνίες των εχθρών, γινόντουσαν αντιληπτές από τις Ελληνικές υπηρεσίες.

ΤΟ ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΟΥ

Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό με τον στρατάρχη Παπάγο, αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου στο πρώτο δραματικό συμβούλιο.

Οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν ότι οι αντίστοιχες ιταλικές είχαν διεισδύσει πολύ καιρό πριν από την έναρξη του πολέμου στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (Γ.Ε.Σ.), γεγονός που είχε μεταφερθεί στον Μεταξά αλλά και στον αρχιστράτηγο Παπάγο.

Η παρακολούθηση των ατόμων που κατασκόπευαν τον ελληνικό στρατό και μάλιστα υψηλόβαθμων στο ελληνικό Γ.Ε.Σ., ήταν διακριτική με στόχο να νομίζουν ότι δεν έχουν γίνει αντιληπτοί και να συνεχίζουν να δίνουν έτσι στην ιταλική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, έγγραφα και πληροφορίες που ήταν φτιαγμένα ώστε να φαίνονται γνήσια, χωρίς όμως να έχουν τις σωστές πληροφορίες.

Ο Παπάγος μισή ώρα μετά την επίδοση του τελεσιγράφου στον Μεταξά καλεί έκτακτο πολεμικό συμβούλιο με όλους τους αρχηγούς όπλων και τους επιτελείς, γνωρίζοντας ότι κάποιοι θα μετέφεραν στην ιταλική αντικατασκοπεία τα όσα θα πει και ανακοινώνει για την έναρξη του πολέμου και το σχέδιο αμύνης .

«Λόγω υπεροπλίας του εχθρού η γραμμή αμύνης περιορίζεται στην περιοχή της Θεσσαλίας, Ολύμπου και στην κοιλάδα των Τεμπών».

Μέσα στην αίθουσα όλοι πάγωσαν. Οι παριστάμενοι αξιωματικοί δεν περίμεναν το 1/3 της Ελλάδας και δη η Μακεδονία να παραδιδόταν στο έλεος των Ιταλών.

Ο Παπάγος αμέσως μετά την ενημέρωση για τη νέα γραμμή άμυνας ζητά να εξέλθουν της αιθούσας όλοι οι αξιωματικοί, γραμματείς και στενογράφοι και ζητά να μείνουν μόνο οι αρχηγοί των τριών όπλων.
Απευθυνόμενος σε αυτούς τους τρεις ο Παπάγος τους είπε :

«Κύριοι αυτό που παρακολουθήσατε ήταν μια μπλόφα.

Το πολεμικό συμβούλιο θα γίνει το βράδυ στην Σχολή Ευελπίδων, όπου θα προσέλθετε χωρίς υπηρεσιακά αυτοκίνητα και χωρίς διακριτικά, η απόφαση του έθνους είναι μία , ούτε μια σπιθαμή ελληνικής γης στον εχθρό.».

Πηγές

ΛΥΚΙΟΣ

-«Ψυχολογικός πόλεμος, κατασκοπεία αντικατασκοπεία» Νικολάου Αρχιμανδρίτου (1960)

-«Αστυνομικά Χρονικά» Τόμος β’ 1954.

Avatar
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016