Γράφει ο ΣΗΦΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

Αντιναύαρχος ε.α

Η επίθεση των Γερμανώνστην Κρήτη (σχέδιο ΕΡΜΗΣ) ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941 και τελείωσε τυπικά την 1η Ιουνίου όταν τα Συμμαχικά στρατεύματα συνθηκολόγησαν στο χωριό Κομητάδες των Σφακιών. Από αυτά άλλα παρεδόθησαν στους Γερμανούς, άλλαδιέφυγαν στα βουνά ενώ άλλα είχαν ήδη διαφύγει στην Αίγυπτο. Η Μάχη της Κρήτης δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο στρατιωτικό γεγονός αλλά, σε εκείνα τα χρόνια, αποτέλεσε κομμάτι της πολιτικής και στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Βρετανίας και των συμμάχων της, από την μια μεριά, και των δυνάμεων του Άξονα από την άλλη. Λόγω της γεωπολιτικής σημασίας του το νησί δεν ήταν και δεν είναι δυνατόν να μένει έξω από τους στρατηγικούς σχεδιασμούς εκείνων που επιδιώκουν επικυριαρχίες. Τα περισσότερα στοιχεία είναι παρμένα από τα βιβλία με τίτλο « Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ» των ΗeinzA. Richterκαι I. McD. G. Stewart καθώς και από την έκδοση Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ από την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Ελληνικού Αρχηγείου Στρατού 1967.
Η Ελλάδα ανήκε τότε στην Αγγλική σφαίρα επιρροής. Την 13η Απριλίου 1939 η Βρετανία και η Γαλλία είχαν εγγυηθεί την εδαφική της ακεραιότητα. Η κυβέρνηση Μεταξά είχε επιλέξει ως
καταλληλότερη πολιτική στάση την τήρηση αυστηρής ουδετερότητας. Την στάση αυτή τήρησε μέχρι και την 28η Οκτωβρίου 1940 όταν Ιταλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην χώρα. Πριν απ’ αυτήν την ημερομηνία δεν επέτρεψε την αποστολή Βρετανικών στρατευμάτων για ενίσχυση της. Καμιά ενέργεια ικανή να προκαλέσει την Ιταλία δεν επέτρεψε η κυβέρνηση Μεταξά ακόμα και όταν:
(1) Το πρωί της 12ης Ιουλίου 1940 το βοηθητικό πλοίο των φάρων “ ΩΡΙΩΝ” ενώ ανεφοδίαζε
τον φάρο της Γραμβούσας εβλήθη υπό τριών αεροσκαφών.
(2) Το ίδιο πρωί στην ίδια περιοχή σμήνος αεροσκαφών επετέθη εναντίον του Αντιτορπιλικού “ΥΔΡΑ” που είχε σπεύσει προς βοήθεια του “ ΩΡΙΩΝ”.
(3) Την 16η Ιουλίου σμήνος αεροσκαφών επετέθη εναντίον τεσσάρων Ελληνικών υποβρυχίων που ήταν αγκυροβολημένα στον όρμο της Ιτέας.
(4) Την 20ην Ιουλίου αεροσκάφος έρριψε τέσσερις βόμβες εναντίον των Αντιτορπιλικών
“Β.ΓΕΩΡΓΙΟΣ” και” Β.ΟΛΓΑ” καθώς και δύο Υποβρυχίων.
(5) Την 2αν Αυγούστου αεροσκάφος έρριψε έξι βόμβες εναντίον της τελωνειακής
ακτοφυλακίδος Α6 μεταξύ Σαλαμίνας και Αίγινας.
(6) Την 15ην Αυγούστου υποβρύχιο βύθισε το Καταδρομικό” ΕΛΛΗ” στην Τήνο.
(7) Την ίδια ημέρα δύο αεροσκάφη επιτέθηκαν εναντίον του επιβατηγού” ΦΡΙΝΤΩΝ” μεταξύ
Ρεθύμνου και Ηρακλείου Κρήτης.
(8) Την 16ην Αυγούστου δύο αεροσκάφη επετέθησαν εναντίον των Αντιτορπιλικών” Β.ΓΕΩΡΓΙΟΣ” και” Β. ΟΛΓΑ” στο ύψος της νήσου ΓΙΟΥΡΑ.

Η ουδετερότητα αυτή της Μεταξικής κυβέρνησης αποδείχτηκε τελικά προσχηματική αφού στις 28 Οκτωβρίου 1940 τα Ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε τα
προαναφερθέντα επεισόδια μαζί με άλλα την ανάγκασαν να πάρει αποφάσεις για το πώς θα
έπραττε στο άμεσο μέλλον. Μετά την Ιταλική επίθεση η Ελληνική κυβέρνηση έδωσε στους
Βρετανούς πλήρη ελευθερία κινήσεων ως προς την Κρήτη και τους διαβεβαίωσε ότι τα βρετανικά στρατεύματα ήταν ευπρόσδεκτα στο νησί. Συνεπεία τούτου εγκαταστάθηκε ένα τάγμα πεζικού στον όρμο της Σούδας. Στις 6 Νοεμβρίου αφίχθησαν στην Κρήτη ακόμα 2.500 άνδρες εξοπλισμένοι με βαρέα και ελαφριά αντιαεροπορικά πυροβόλα προκειμένου να συμβάλουν στην οχύρωση του νησιού. Οι εργασίες οχυρώσεως περιελάμβαναν την εκτέλεση οχυρωματικών έργων, την κατασκευή αεροδιαδρόμων και την μετατροπή του όρμου της Σούδας σε βάση ανεφοδιασμού του Συμμαχικού στόλου. Το γεγονός αυτό έδωσε την δυνατότητα στην Ελληνική κυβέρνηση να μεταφέρει την Vη Μεραρχία Κρητών στο Αλβανικό μέτωπο. Οι Εγγλέζοι ανέλαβαν την ευθύνη της ασφάλειας του νησιού. Η απόφαση για αποστολή ενισχύσεων στην κυρίως Ελλάδα λήφθηκε στις 4 Μαρτίου 1941. Οι τελείως ανεπαρκείς για την περίσταση Βρετανικές ενισχύσεις περιελάμβαναν δύο μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη ταξιαρχία πλέον των 60 περίπου αεροσκαφών που
είχαν σταλεί ενωρίτερα. Οι λόγοι για τους οποίους οι Άγγλοι επέμεναν σε αυτή την αποστολή
ενισχύσεων,ήταν καθαρά πολιτικοί.

Ο Μουσολίνι επιθυμούσε την διεξαγωγή ενός παράλληλου και όχι απαραίτητα συντονισμένου
πολέμου με τους συμμάχους του Γερμανούς . Στόχος του ήταν η δημιουργία μιας ζώνης Ιταλικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο προκειμένου να παίξει όσο το δυνατόν καλύτερα το παιγνίδι του στην πολιτική και στρατιωτική σκακιέρα μετά την υποτιθέμενη νίκη. Τον Απρίλιο του 1939 Ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Αλβανίαγεγονός που σηματοδότησε το πρώτο βήμα για την επέκταση της Ιταλίας στα Βαλκάνια. Από τότε Ιταλοί Αξιωματικοί στην Αλβανία μιλούσαν ανοικτά για επικείμενη επίθεση στο Γιουγκοσλαβικό Κόσσοβο και την κατάληψη των Ελληνικών εδαφών της Ηπείρου μέχρι την Πρέβεζα.Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου ο Μουσολίνι συνέταξε μια επιστολή προς τον Χίτλερ με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόθεση του να επιτεθεί στην
Ελλάδα χωρίς όμως να του γνωστοποιεί τον χρόνο. Την επιστολή αυτή έλαβε ο Χίτλερ στις 24 Οκτωβρίου 1940. Αργά το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου η Ρώμη γνωστοποίησε στους Γερμανούς ότι η επίθεση εναντίον της Ελλάδος θα ξεκινούσε την επομένη στις 06:00 το πρωί.

Ο εφοδιασμός των Γερμανών σε πετρέλαια γινόταν από την Ρουμανία. Η ασφάλεια των
πετρελαιοπηγών αυτών ήταν ζωτικής σημασίας για τον Χίτλερ. Επιθυμούσε διακαώς ηρεμία στα Βαλκάνια. Την ηρεμία αυτή προσπαθούσε να εξασφαλίσει σε εκείνη την συγκυρία είτε με τήρηση ουδετερότητας των Βαλκανικών κρατών δηλαδή Γιουγκοσλαβίας, Βουλγαρίας , Τουρκίας, είτε στην καλύτερη περίπτωση με την ένταξη τους στη συμμαχία των κρατών του Άξονα όπως η Ρουμανία με την παροχή ανταλλαγμάτων. Στις προσπάθειες του ενέδωσε η Βουλγαρία. Η Ελλάδα τότε και όσο δεν επέτρεπε την εγκατάσταση Βρετανικών αεροπορικών δυνάμεων στο έδαφος της δεν τον ενοχλούσε. Μετά την ειδοποίηση που έλαβε η Γερμανία στις 24 Οκτωβρίου από τον Μουσολίνι για την πρόθεση του να επιτεθεί στην Ελλάδα η Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ εξέτασε τις πιθανές επιπτώσεις. Κατέληξε στην διαπίστωση ότι εάν η επίθεση αποτύγχανε οι Βρετανοί θα καταλάμβαναν την Κρήτη και Βρετανικά αεροσκάφη που θα απογειωνόταν από το νησί θα ήταν σε θέση να χτυπήσουν τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Ως εκ τούτου ήταν προτιμότερο οι Ιταλοί να συνεχίσουν την προέλαση τους στην Αίγυπτο και ταυτόχρονα να πραγματοποιηθεί επίθεση εναντίον του Αγγλικού στόλου της Μεσογείου από αέρος και με υποβρύχια. Το επόμενο
βήμα θα ήταν η κατάληψη της Κρήτης και της Ελλάδας. Μετά από αυτό ο Χίτλερ αποφάσισε να συναντηθεί με τον Μουσολίνι σε μια προσπάθεια να τον πείσει να ακολουθήσουν το Γερμανικό σχέδιο. Ήταν αργά. Η συνάντηση έγινε στις 28 Οκτωβρίου στην Φλωρεντία ενώ όμως η Ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας είχε εκδηλωθεί. Σε αυτή την συνάντηση ο Χίτλερ δεν έθιξε το τετελεσμένο πλέον γεγονός στον Μουσολίνι. Στις 20 Νοεμβρίου όμως και ενώ η Ελληνική αντεπίθεση είχε αναγκάσει τους Ιταλούς να οπισθοχωρήσουν στην Αλβανία ο Χίτλερ έγραψε προς τον Μουσολίνι τα εξής «Όταν σας ζήτησα να με συναντήσετε στην Φλωρεντία ήλπιζα ότι το ταξίδι αυτό θα μου έδινε την δυνατότητα να σας εκθέσω τις απόψεις μου πριν από την έναρξη του πολέμου με την Ελλάδα, για τον οποίο είχα μόνον κατ αρχήν ενημέρωση. Ήθελα προπάντων να σας παρακαλέσω να αναβάλετε την επιχείρηση εάν αυτό ήταν δυνατόν, για μια καταλληλότερη εποχή του έτους, και σε κάθε περίπτωση μετά τις Αμερικανικές εκλογές. Ήθελα σε κάθε περίπτωση να σας παρακαλέσω να μην ξεκινήσετε την επίθεση χωρίς να έχει προηγηθεί η αιφνιδιαστική κατάληψη της Κρήτης . Ήθελα επίσης να σας παρουσιάσω συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με την διάθεση μιας γερμανικής μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και μιας ακόμα αερομεταφερόμενης μεραρχίας για τον σκοπό αυτό».Παράλληλα έδωσε εντολή στην Ανωτάτη Διοίκηση του Στρατού να « αρχίσει τις προετοιμασίες ώστε σε περίπτωση ανάγκης να καταληφθούν τα Ελληνικά εδάφη Μακεδονίας και Θράκης από κοινού με την Βουλγαρία και σε αρμονία με τις Ιταλικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα…». Ο Χίτλερ υπέγραψε την υπ. αριθμόν 20 διαταγή γενικών κατευθύνσεων που αφορούσε στην επιχείρηση ΜΑΡΙΤΑ και προέβλεπε πλέον την κατάληψη όλης της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου στις 13 Δεκεμβρίου, και στις
18 Δεκεμβρίου την υπ αριθμόν 21διαταγή που αφορούσε στην επιχείρηση ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ
εναντίον της Ρωσίας. Η επιχείρηση ΜΑΡΙΤΑ πρέπει κατ αρχήν να εκληφθεί ως μέτρο προστασίας των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας από Βρετανικές αεροπορικές επιθέσεις και υπ αυτήν την έννοια ως μέτρο αποφυγής της πλευροκόπησης από τον νότο των Γερμανικών δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην επιχείρηση ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ. Δεν είναι ακριβές ότι η επίθεση στην Ελλάδα επηρέασε τις εξελίξεις στο Ρωσικό μέτωπο.

Για τους Άγγλους η αντικειμενική πραγματικότητα διατυπώθηκε με σαφήνεια σε μια σύσκεψη
του Τσόρτσιλ με τους Αρχηγούς των επιτελείων : χωρίς αμφιβολία η Ελλάδα θα καταλαμβανόταν από τους Ιταλούς. Αυτό που είχε σημασία ήταν να μην πέσει στα χέρια των Ιταλών η Κρήτη. Το νησί ήταν ναυτική βάση ζωτικής σημασίας. Η συμφωνία της Ελληνικής κυβέρνησης για αποστολή Βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη μετά την Ιταλική επίθεση προκειμένου να την οχυρώσουν βρισκόταν στα πλαίσια του σχεδιασμού τους. Το
πρόβλημα της Βρετανίας σε ότι αφορούσε την υπόλοιπη Ελλάδα είχε δύο διαστάσεις. Την πολιτική και την στρατιωτική.
Ο Τσόρτσιλ υποστήριζε αναφανδόν την ενίσχυση της Ελλάδας διότι εάν η Ελλάδα υφίστατο μια συντριπτική ήττα χωρίς να έχει πολεμήσει ούτε ένας βρετανός στρατιώτης, θα σήμαινε ότι οι Άγγλοι αθετούσαν την υποχρέωση τους να υπερασπίσουν την εδαφική της ακεραιότητα και θα μπορούσε να προκαλέσει την κατακραυγή της Αγγλικής κοινής γνώμης. Ο Τσόρτσιλ παραδέχθηκε ότι θα μπορούσε ασφαλώς να ισχυρισθεί η βρετανική πλευρά ότι οι εγγυήσεις που είχαν δοθεί το 1939 ήσαν γαλλοβρετανικές και τώρα δεν υπήρχε η Γαλλία όμως η κοινή γνώμη δεν θα δεχόταν τέτοια προσχήματα.

Ένας άλλος σημαντικότατος πολιτικός λόγος ήταν ότι το Νοέμβριο του 1940
θα εξαντλούνταν τα συναλλαγματικά αποθέματα της Αγγλίας . Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε πλέον να προμηθευτεί πολεμικό υλικό από την Αμερική. Ήδη είχε δαπανήσει 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Εξεταζόταν τότε και ήταν για ψήφιση στο Αμερικανικό κογκρέσο το σημαντικότατο για την Αγγλία πρόγραμμα «περί εκμισθώσεως και δανεισμού» και υπήρχε φόβος να αναζωπυρωθούν οι ήδη υπάρχουσες αρνητικές αντιδράσεις αν η Αμερικανική κοινή γνώμη πληροφορείτο ότι οι Άγγλοι εγκατέλειπαν ένα σύμμαχο παρά τις υποχρεώσεις τους.
Οι Βρετανοί στρατιωτικοί δεν επιθυμούσαν την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων στην Ελλάδα γιατί γι αυτούς προτεραιότητα είχε το μέτωπο της Αφρικής. Η επίθεση των Ιταλικών στρατευμάτων τους είχε αναγκάσει σε υποχώρηση μέσα στην Αίγυπτο. Εκείνη την περίοδο ετοίμαζαν μεγάλη αντεπίθεση( η οποία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1940 ) και δεν ήταν επιθυμητό να αποσπάσουν δυνάμεις . Ο Τσόρτσιλ για τους πολιτικούς λόγους που προαναφέρθηκαν άσκησε ισχυρή πίεση και αποφασίσθηκε τελικά η αντεπίθεση των Βρετανικών στρατευμάτων στο μέτωπο της Αφρικής να διακοπεί στο Τομπρούκ και να αποσταλούν στην Ελλάδα δύο Μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη ταξιαρχία για να συμβάλουν στην άμυνα της .
Η επιχείρηση ΜΑΡΙΤΑ ξεκίνησε στα 6 Απριλίου και τερματίσθηκε με την συνθηκολόγηση της
Ελληνικής πλευράς στις 21 Απριλίου 1941. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν με έξη μεραρχίες πεζικού, δύο μηχανοκίνητες μεραρχίες ,και δύο τεθωρακισμένες μεραρχίες. Στις 22 Απριλίου τα Βρετανικά στρατεύματα που είχαν μεταφερθεί στην Ελλάδα διετάχθησαν να υποχωρήσουν και μέρος τους να μεταφερθεί στην Κρήτη.Στις 25 Απριλίου ο Χίτλερ εξέδωσε την υπ αριθμόν 28 Διαταγή γενικών κατευθύνσεων σχετικά με την επιχείρηση ΕΡΜΗΣ (κατάληψη της Κρήτης).
Στο τέλος Απριλίου στις βρετανικές δυνάμεις που βρισκόταν στην Κρήτη προσετέθησαν και
περίπου 25.000 χιλ. άνδρες των κρατών της Κοινοπολιτείας που είχαν οπισθοχωρήσει από την ηπειρωτική Ελλάδα . Ο οπλισμός τους ήταν ελλιπής και το ηθικό τους χαμηλό. Την παραμονή της γερμανικής επίθεσης ο στρατηγός Φράιμπεργκ είχε στην διάθεση του συνολικά 28.614 άνδρες από την Βρετανική κοινοπολιτεία ( 15.063 Άγγλους, 7.541 Αυστραλούς, και 7.100 Νεοζηλανδούς) και περίπου 11.500 Έλληνες, νεοσύλλεκτους, άνδρες της Χωροφυλακής, επίστρατους και τους μαθητές της Σχολής Ευελπίδων. Ο εξοπλισμός των Ελληνικών μονάδων των οποίων την διοίκηση είχε εκχωρήσει στους Άγγλους ο βασιλιάς Γεώργιος πριν από την αναχώρηση του από την Κρήτη,ήταν ανεπαρκής. Καμία προσπάθεια δεν έκαναν οι Άγγλοι για τον εξοπλισμό τους. Το ένα τρίτο των νεοσυλλέκτων δεν έλαβε ατομικό εξοπλισμό ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν 20‐25 σφαίρες ανά τυφέκιον. Αλλά, ελάχιστα πράγματα έκαναν οι Άγγλοι για την άμυνα της Κρήτης σε όλο το διάστημα των έξη μηνών από τον Οκτώβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 που είχαν την ευθύνη
για την άμυνα της και οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών για τον ανεφοδιασμό της ήταν ανοικτές.
Την άμυνα του νησιού συμπλήρωναν περίπου 40 αεροπλάνα και βέβαια ο Αγγλικός στόλος της Μεσογείου. Κατά την εκδήλωση της Γερμανικής επιθέσεως στον τομέα του Μάλεμε είχαν
αναπτυχθεί 10.000 άνδρες. Στον τομέα Σούδας – Χανίων 10.000 ενώ οι διατιθέμενες εφεδρείες στην ευρύτερη περιοχή ήταν 10.000 άνδρες. Στον τομέα Γεωργιουπόλεως‐Ρεθύμνου 7.000 άνδρες και στον τομέα Ηρακλείου 8.000 άνδρες. Από τα 18 άρματα μάχης MATILDA που βρισκόταν στο νησί είχαν διατεθεί δύο σε κάθε αεροδρόμιο. Υπήρχαν ακόμα 18 τεθωρακισμένα μεταφοράς προσωπικού καθώς και δύο πυροβολαρχίες βαρέων αντιαεροπορικών πυροβόλων, τρεις πυροβολαρχίες ελαφρών αντιαεροπορικών πυροβόλων, και επάκτια πυροβόλα στην διάθεση των αμυνομένων. Ένας άλλος παράγων επιβοηθητικός για την άμυνα της Κρήτης θα μπορούσε να ήταν η δράση της SOE (SpecialOperationExecutive). Hδράση των Βρετανών πρακτόρων της SOE άρχισε
στην Κρήτη τον Ιούνιο του 1940. Αποστολή τους ήταν η οργάνωση και εκπαίδευση ομάδων του ντόπιου πληθυσμού σε επιχειρήσεις δολιοφθοράς εναντίον των Γερμανών στην περίπτωση καταλήψεως του νησιού. Για τον σκοπό αυτό στρατολογήθηκαν κυρίως αρχαιολόγοι που είχαν εργαστεί στην Ελλάδα ή την Κρήτη. Φαίνεται ότι οι Βρετανοί αυτοί συνετέλεσαν στην δημιουργία ομάδων αντιστάσεως στις πόλεις του Ηρακλείου, του Ρεθύμνου και των Χανίων. Δυστυχώς η συνεργασία τους με τον στρατηγό Φράυμπεργκ δεν ήταν η αναμενόμενη καθώς ο στρατηγός δεν συμφώνησε ούτε με τον εξοπλισμό των ανταρτών που του πρότειναν ούτε και με την δημιουργία Πολιτοφυλακής. Οι ανταρτικές αυτές ομάδες διαδραμάτισαν κύριο ρόλο κατά την διάρκεια της κατοχής.
Ο Γερμανικός σχεδιασμός προέβλεπε δύο κύματα επιθέσεων. Στις 07:15 της 20ης Μαΐου 1941 θα δεχόταν επίθεση ο διάδρομος προσγειώσεως του Μάλεμε από ένα σύνταγμα αλεξιπτωτιστών (περίπου 3.000 άνδρες ), όπως επίσης με άλλο ένα σύνταγμα η πόλη των Χανίων και ο όρμος της Σούδας που αποτελούσαν την κύρια προσπάθεια στο σχέδιο επιθέσεως . Αμέσως μετά την κατάληψη του αεροδρομίου θα προσγειωνόταν αεροσκάφη που θα μετέφεραν ένα σύνταγμα της 5ης ορεινής μεραρχίας πεζικού. Στις 15:15 το δεύτερο κύμα θα προσέβαλε με ένα σύνταγμα αλεξιπτωτιστών το Ρέθυμνο και με άλλο ένα το Ηράκλειο. Μετά την κατάληψη του αεροδρομίου του Ηρακλείου από τους αλεξιπτωτιστές θα μεταφερόταν ακόμα ένα σύνταγμα πεζικού. Δυνάμεις της 5ης ορεινής μεραρχίας καθώς και βαρύς οπλισμός που θα έφθαναν στην Κρήτη δια θαλάσσης θα ενίσχυαν την αρχική Γερμανική δύναμη. Τις δυνάμεις των Γερμανών αποτελούσαν η 7η
αερομεταφερόμενη Μεραρχία με 15.000 άνδρες και η 5η ορεινή Μεραρχία με 8.500 άνδρες. Την όλη προσπάθεια θα υποστήριζαν περίπου 600 αεροσκάφη διαφόρων τύπων. Στον σχεδιασμό προβλεπόταν ακόμα η συγκρότηση δυο «μοιρών ελαφρών σκαφών» που αποτελούνταν συνολικά από εξήντα τρία μηχανοκίνητα σκάφη (καΐκια) 100‐400 τόνων και δύο μοίρες ατμόπλοιων με επτά ακτοπλοϊκά σκάφη. Κάθε μοίρα ελαφρών σκαφών θα μετέφερε ένα τάγμα ορεινών κυνηγών, τον βαρύ οπλισμό των αλεξιπτωτιστών, τα υποζύγια και τον οπλισμό των ορεινών κυνηγών, πυρομαχικά και τρόφιμα. Τα ατμόπλοια που σημειωτέον ποτέ δεν απέπλευσαν, θα μετέφεραν αντιαεροπορικά πυροβόλα, στοιχεία πυροβολικού, άρματα μάχης και βαρύ οπλισμό. Τέλος την 21η Μαΐου ζητήθηκε και η βοήθεια των Ιταλών οι οποίοι αποβίβασαν ένα ενισχυμένο σύνταγμα από 2.500 άνδρες προερχόμενο από τα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα στη Σητεία στις 28 Μαΐου.

Το βασικό πλεονέκτημα των Συμμαχικών δυνάμεων ήταν οι ακριβείς πληροφορίες που
διέθεταν. Οι Άγγλοι είχαν κατορθώσει να σπάσουν τους κώδικες κρυπτογραφήσεως των Γερμανών κατά την διάρκεια του πολέμου. Έτσι κατόρθωσαν να αναπτύξουν το σύστημα υποκλοπών ULTRA αποκτώντας την δυνατότητα να γνωρίζουν τους σχεδιασμούς των αντιπάλων τους. Η πρώτη ακριβής πληροφορία μεταδόθηκε στον στρατηγό Φράιμπεργκ στις 6 Μαΐου και του περιέγραφε επακριβώς τόσον την ημερομηνία όσον και το σχέδιο επιθέσεως των Γερμανών στην Κρήτη. Είχαν όμως προηγηθεί και άλλες αναφορές που του έδιναν πλήρη εικόνα των δυνατοτήτων και των προθέσεων των Γερμανών. Πέραν αυτού στάλθηκε ειδικός Αξιωματικός στην Κρήτη για να εξηγήσει στον Φράιμπεργκ ότι οι αποβατικές επιχειρήσεις ήταν δευτερεύουσας σημασίας και ότι ο γερμανικός επιχειρησιακός σχεδιασμός βασιζόταν στην κατάληψη των αεροδρομίων. Τέλος ότι την απόκρουση των Γερμανικών αποβατικών δυνάμεων θα αναλάμβανε το Αγγλικό Ναυτικό. Οι πληροφορίες αυτές επέβαλαν την άμεση αναδιάταξη τουλάχιστον εκείνων των συμμαχικών δυνάμεων που είχαν αναπτυχθεί για να προστατεύσουν τις ακτές πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε.
Ο στρατηγός Φράιμπεργκ ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου πίστευε ότι η επίθεση των Γερμανών θα γίνει από την θάλασσα και με αυτή την λογική διέταξε τις δυνάμεις του.
Οι Γερμανοί είχαν απόλυτη υπεροχή στον αέρα ενώ οι Βρετανοί έλεγχαν με τον στόλο τους την θαλάσσια περιοχή γύρω από την Κρήτη κατά την διάρκεια της νύχτας όταν δεν υπήρχε Γερμανική αεροπορική δραστηριότητα. Η έκβαση της μάχης κρίθηκε το βράδυ της 20ης προς την αυγή της 21ης Μαΐου όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν αμαχητί ένα κρίσιμο ύψωμα (ύψωμα 107) νότια του αεροδιαδρόμου του Μάλεμε, από όπου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν αποσυρθεί, αποκτώντας έτσι τον έλεγχο του αεροδρομίου και την δυνατότητα να προσγειώνουν και να απογειώνουν αεροσκάφη με ενισχύσεις και μεταφορές βαρέως οπλισμού από την 21η Μαΐου και μετά. Μια αναγκαία αντεπίθεση των Συμμαχικών δυνάμεων διατάχθηκε δύο μέρες μετά και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί το ερώτημα γιατί οι συμμαχικές δυνάμεις δεν κατέστρεψαν τα αεροδρόμια αφού τα διατεθέντα αεροσκάφη είτε είχαν καταστραφεί είτε είχαν επιστρέψει στην Αίγυπτο. Μέσα σ’ όλα τα προβλήματα που είχαν ήταν και το γεγονός ότι είχαν ανεπαρκείς επικοινωνίες μεταξύ τους. Το γεγονός ότι ο Αγγλικός στόλος από τις πρώτες πρωινές έως τις απογευματινές ώρες της 22ας Μαΐου απέτρεψε την άφιξη στην Κρήτη της πρώτης και δεύτερης μοίρας ελαφρών σκαφών που είχαν συγκροτήσει οι Γερμανοί βυθίζοντας
μερικά καΐκια νότια της Μήλου δεν επηρέασε τις επιχειρήσεις των Γερμανών σημαντικά αφού
πλέον ήλεγχαν το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Οι απώλειες των αντιμαχομένων ήταν μεγάλες. Οι Βρετανικές δυνάμεις είχαν συνολικά απώλειες περίπου 3.500 άνδρες μεταξύ των οποίων και 1828 άνδρες του Βρετανικού Ναυτικού. Στον αριθμό αυτό πρέπει να προστεθούν και περίπου 450 Έλληνες. Συνελήφθησαν 12.245 Βρετανοί και 5.255 Έλληνες αιχμάλωτοι. Τριανταπέντε αεροσκάφη κατεστράφησαν και βυθίστηκαν 3 καταδρομικά, και 7 αντιτορπιλικά. Οι Γερμανικές δυνάμεις είχαν συνολικές απώλειες (νεκρούς , αγνοουμένους και τραυματίες) 6580 άνδρες, ενώ κατερρίφθησαν ή υπέστησαν ζημιές περίπου τα 300 από τα 600 αεροσκάφη που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις.
Οι κάτοικοι της Κρήτηςπιστοί στις παραδόσεις τους ήταν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν τον τόπο τους.Ενώ είχε αποφασιστεί από το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο στην Αθήνα η συγκρότηση Πολιτοφυλακής οι Άγγλοι δεν εξόπλισαν τους άνδρες που εντάχθηκαν σ’ αυτήν. Η συγκρότηση Πολιτοφυλακής επιδιώχθηκε γιατί το Γενικό Επιτελείο στην Αθήνα γνώριζε τις επιπλοκές που θα προέκυπταν από την δράση των ανταρτικών ομάδων. Οι μονάδες Πολιτοφυλακής ήταν σύμφωνες με τα άρθρα της Σύμβασης της Χάγης για το δίκαιο του κατά ξηράν πολέμου. Τα μέλη τους αναγνωριζόταν ως εμπόλεμοι και προστατευόταν από αντίποινα. Σε μερικές περιπτώσεις λίγες μέρες πριν από την επίθεση Βρετανοί διοικητές ζήτησαν την βοήθεια των κατοίκων προκειμένου να φρουρηθούν ορισμένα σημεία. Είχε αρχίσει επίσης η οργάνωση κάποιων ομάδων αντιστάσεως από Εγγλέζους πράκτορες της SpecialOperationsExecutive ( SOE) όπως ο αρχαιολόγος JohnPendlebury που βρισκόταν στο νησί. Η εκδήλωση όμως της επιθέσεως έδωσε το σύνθημα του συναγερμού στην αρχή στους κατοίκους των πόλεων και των εγγύτερα προς τα σημεία των συμπλοκών χωριών και στην συνέχεια και των περισσότερο απομακρυσμένων. Σε όλους τους νομούς του νησιού σχηματίστηκαν ομάδες ανταρτών που εξοπλίστηκαν από διαρπαγές αποθηκών
οπλισμού, ή από τους τοπικούς διοικητές ή παρέμειναν άοπλοι προκειμένου να συμβάλουν στον αγώνα. Μετά την εξέγερση του Αυγούστου του 1938 κατά της δικτατορίας του Μεταξά οι Κρητικοί είχαν αφοπλιστεί πλήρως. Για πρώτη φορά στα πλαίσια του Β’ Πολέμου σώματα « ατάκτων» είχαν ενεργό συμμετοχή στις εχθροπραξίες σε μεγάλη κλίμακα από την πρώτη κιόλας μέρα.Η δράση των κατοίκων του νησιού που είχαν υποστεί τις καταστρεπτικές συνέπειες των αεροπορικών βομβαρδισμών, είχαν θρηνήσει νεκρούς στην Αλβανία, και έβλεπαν να απειλείται η ελευθερία τους ήταν άμεση και λυσσώδης γεγονός που προκάλεσε την μήνη των Γερμανών. Παρά το γεγονός ότι η εκτέλεση αμάχων παράβαινε και το Διεθνές Δίκαιο και τον Γερμανικό νόμο 3/13 της εποχής που προέβλεπε συγκρότηση στρατοδικείων για την εξέταση τέτοιων γεγονότων, τα Γερμανικά στρατεύματα εξοργισμένα που σκόνταψαν σε μια τόσο απρόβλεπτη όσο και αποτελεσματική αντίσταση « ατάκτων» επιδόθηκαν σε ένα βρόμικο και κτηνώδη αγώνα εφαρμόζοντας ανελέητα αντίποινα, εκτελώντας δεκάδες αμάχων πολιτών σ όλη την έκταση του νησιού. Οι ομαδικές αυτές εκτελέσεις δεν θα ήταν παρά οι πρώτοι κρίκοι μιας αιματηρής αλυσίδας που θα έσπαζε με την απελευθέρωση ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά.

Η Γερμανική πλευρά μειονεκτούσε αριθμητικά. Οι αλεξιπτωτιστές διέθεταν μόνο το πιστόλι τους και μερικές χειροβομβίδες κατά την πτώση τους (ο κύριος οπλισμός έπεφτε σε κιβώτια και έπρεπε να τον αναζητήσουν μετά την προσγείωση τους ). Δεν είχαν ιδέα σχετικά με τις δυνάμεις των αμυνομένων και την διάταξη των δυνάμεων τους. Κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ένα αντίπαλο ο οποίος γνώριζε επακριβώς τα σχέδια της επίθεσης. Παρόλα αυτά οι Γερμανοί κατάφεραν να κερδίσουν. Οι λόγοι μπορούν να συνοψιστούν σε δύο: Ο πρώτος λόγος ήταν η αδιαμφισβήτητη γερμανική αεροπορική υπεροχή.

Ο δεύτερος λόγος ήταν το διαφορετικό μοντέλο διοίκησης. Ο Βρετανικός στρατός ακολουθούσε την αρχή της διαταγής και της συνακόλουθης εκτέλεσης της .
Αντίθετα στον Γερμανικό στρατό κυριαρχούσε η λεγόμενη διατεταγμένη υπηρεσία η οποία
ωθούσεόλους τους στρατιώτες σε αυτόνομη σκέψη και δράση. Με άλλα λόγια κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης τους μάθαιναν να δρουν βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις και να μην περιμένουν διαταγές. Μετά την προσγείωση δεν υπήρχαν προϊστάμενοι ή υφιστάμενοι. Αρχικά εξασφάλιζαν τους εαυτούς τους και αμέσως μετά αναζητούσαν τους υπόλοιπους. Σχημάτιζαν έτσι μικρές ομάδες που γνώριζαν τι πρέπει να κάνουν χωρίς να αναμένουν διαταγές. Παρόλα αυτά το νησί θα μπορούσε να κρατηθεί. Ο Τσόρτσιλ σημείωσε στα απομνημονεύματα του « Το νησί ήταν στην διάθεση μας έξι μήνες….όλα θα έπρεπε να ήσαν έτοιμα…Παρόλα αυτά δεν υπήρχε σχέδιο ούτε παρόρμηση για εργασία. Μέσα σε έξη μήνες διορίστηκαν έξη διοικητές της Φρουράς Κρήτης. Το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής θα έπρεπε να έχει μελετήσει προσεκτικότερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα ήμασταν υποχρεωμένοι να υπερασπιστούμε κάποια στιγμή την Κρήτη σε περίπτωση επίθεσης από αέρα και από θάλασσα.
Δεν προβλέφθηκε όχι μόνο η ύπαρξη ενός λιμανιού αλλά ούτε η ύπαρξη ευκολιών απόβασης
στα Σφακιά ή στο Τυμπάκι στα νότια του νησιού και η κατασκευή ενός δρόμου από εκεί έως τον κόλπο της Σούδας και τα αεροδρόμια από όπου θα ήταν δυνατή η ενίσχυση της Κρήτης από την Αίγυπτο».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προετοιμασία της άμυνας της Κρήτης από πλευράς των Βρετανών υπήρξε ανεπαρκής. Υπεύθυνο ήταν το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός μπορεί να οφειλόταν στις προτεραιότητες και τις δυνατότητες του αφού είχε την ευθύνη της Μέσης Ανατολής μέχρι και τον Περσικό κόλπο αλλά και της Βόρειας Αφρικής.Ενδεχομένως ακόμα να είχε εκτιμήσει ότι εφόσον καταλαμβανόταν η ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου από τους Γερμανούς (τα Δωδεκάνησα τελούσαν υπό Ιταλική κατοχή) η Κρήτη δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθείσαν αεροπορική ή ναυτική βάση λόγω της Γερμανικής αεροπορικής υπεροχής στην περιοχή.
Οι Ελληνικές, Αυστραλιανές, και Νεοζηλανδικές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Φράιμπεργκ
πολέμησαν ηρωικά έναν εχθρό που κατείχε καλύτερα την τέχνη του πολέμου και δεν δίσταζε να εκτελέσει καινοτόμες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Για τους Γερμανούς η νίκη ήταν «πύρρειος». Οι επίλεκτες δυνάμεις των Αλεξιπτωτιστών δεν
ξαναχρησιμοποιήθηκαν μέχρι το τέλος ενώ ο ανεφοδιασμός των δυνάμεων της Αφρικής δεν
επιχειρήθηκε ποτέ να εκτελεστεί μέσω της Κρήτης.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016