Του Γιάννου Μπαρμπαρούση*

Ανησυχητική αλλά όχι απρόβλεπτη υπήρξε η εμφάνιση φαινομένων αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου με προκάλυμμα ορισμένα λυμφατικά και νεφελώδη επιχειρήματα για την, υποτίθεται, προσωρινή και sui generis κατάσταση των νήσων, και των ανθρωπιστικών επιταγών περί του δικαιώματος ασύλου. Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας (Μάρτιος 2016) ουσιαστικά μετέτρεψε το Ανατολικό Αιγαίο σε νεκρή ζώνη και αποδείχθηκε λυμεώνας για τις ελληνικές εθνικές επιδιώξεις. 

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση περικλείει πολλές επιβουλές και κινδύνους και από την ίδια την σύνθετη φύση της και τους συντελεστές της, θα είναι οπωσδήποτε μακρόχρονη. Για να αντεπεξέλθουμε λοιπόν στις περιστάσεις της δυσχερούς συγκυρίας, είναι απαραίτητη μια σπονδυλωτή προσέγγιση, ώστε να συντρέξουν οι όροι της επιτυχούς ανάσχεσης των κινδύνων.

Εκκινούμε από τα θετικά, υπογραμμίζοντας την ωριμότητα, ψυχραιμία, καρτερία και ευψυχία που επέδειξαν οι νησιώτες. Δεν ήταν έκπληξη· και στην δεκαετία του 1990, η Ελλάδα ενσωμάτωσε με επιτυχία ευμεγέθεις μεταναστευτικούς πληθυσμούς, αλλά οπωσδήποτε οι επικρατούσες συνθήκες είναι σήμερα εντυπωσιακά δυσχερέστερες. Παρά λοιπόν τις υλακές όσων βιοπορίζονται από στείρες καταγγελίες και μαστιγώματα του συλλογικού ήθους των Ελλήνων, σημειώνουμε  ότι η ποιοτική στάθμη της ελληνικής κοινωνίας δεν αποτελεί παράγοντα ανησυχίας, αλλά θεμελιώδη συντελεστή εθνικής ισχύος.

Είναι απαραίτητο, παρά τις δυσκολίες, να εκμεταλλευθούμε με αδρότητα τις διεθνείς συγκυρίες σε ένα περιβάλλον ρευστότητας αλλά και γιγαντισμού των μεγεθών. Έχει πλέον καταστεί συνείδηση ότι η δράση ενίων ΜΚΟ (επαναλαμβάνουμε: ενίων, όχι όλων) περισσότερο δυσχεραίνει, παρά ανακουφίζει την κατάσταση. Υφίσταται λοιπόν η προτεραιότητα της πραγματικής, πλήρους και αφαλκίδευτης λειτουργίας του μητρώου ΜΚΟ για την μέγιστη δυνατή διαφάνεια και συμμόρφωση με το ελληνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά όχι μόνο· μας προσφέρεται και η δυνατότητα αντεπίθεσης και ανατροπής βλαβερών τετελεσμένων.

Ας ξεκαθαρίσουμε πρωταρχικά ότι σεβόμαστε και τιμούμε την ανθρωπιστική ευαισθησία, την αλληλεγγύη στους συνανθρώπους μας, τα ευγενή κίνητρα πλείστων εμπλεκομένων. Όμως, στον τομέα της επικοινωνίας και προβολής, πρέπει να αναδεικνύεται ότι καθόλου δεν συνεισφέρουν στην επιχειρησιακή διαχείριση του μεταναστευτικού ορισμένοι νεαροί από το Άμστερνταμ ή το Όσλο που μόλις τελείωσαν το μεταπτυχιακό τους και ήρθαν να κάνουν «προσφυγοτουρισμό», βγάζοντας μια σέλφι με τους πρόσφυγες και μετανάστες, τραβώντας βίντεο από «πολιτιστικές παρεμβάσεις» της χορευτικής ομάδας του τάδε ΚΥΤ, και αναζητώντας την αυτοπραγμάτωση. Είναι χίλιες φορές προτιμότερο να επιδοτούνται από την ΕΕ τοπικές ελληνικές ΜΚΟ, γιατί κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει περισσότερο από τους ντόπιους (ή, ακόμα καλύτερα, να κατευθυνθούν όλα τα κονδύλια στην ελληνική κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση). Καθώς το μεταναστευτικό και προσφυγικό είναι ζήτημα που άπτεται και της εθνικής ασφάλειας θα πρέπει να χειρίζεται από τους πρωταγωνιστές της κρατικής λειτουργίας. Εμπιστευόμαστε περισσότερο τον ανθυπασπιστή μιας ακριτικής ΑΔΤΕ από τον Βορειοευρωπαίο εθελοντή, όσο αγαθές προθέσεις κι αν έχει (ή δεν έχει…).

Με την Ύπατη Αρμοστεία και οργανώσεις όπως οι MSF δεν μπορούμε αλλά και δεν πρέπει να πράξουμε πολλά, όμως είναι αδήριτη η ανάγκη να ξεμπροστιαστούν σε όλη τους την φαιδρότητα (ή, δυστυχώς, τον δόλο) ορισμένοι επιτήδειοι καρπωτές του μόχθου των Ευρωπαίων φορολογουμένων. Περαιτέρω: γιατί να αναλάβει την πολυμερή υποστήριξη της καθημερινότητας των προσφύγων ενός ΚΥΤ μία ψυχολόγος από την Σουηδία ή ένας εκπαιδευτικός από τον Καναδά, όταν αυτά δύνανται να διεκπεραιωθούν από άνεργους ντόπιους με την ίδια (πολλές φορές ανώτερη) κατάρτιση, οι οποίοι ταυτόχρονα διαθέτουν και γνώση της τοπικής γλώσσας, κουλτούρας, ζωής και καθημερινότητας; Το «έτσι είναι το σύστημα» δεν επαρκεί ως απάντηση. Όπως άλλωστε σημειώσαμε, σε αυτό τον τομέα το διεθνές momentum συμπορεύεται με τις επιδιώξεις μας. Συγκεκριμένες ΜΚΟ με δράση στο Ανατολικό Αιγαίο χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από κυβερνήσεις μέσω παρένθετων προσώπων και παρένθετων οργανισμών του ΟΗΕ. Χώρες όπως το Ισραήλ, αλλά και η Ελβετία, έχουν ήδη ψηφίσει νόμους για την ενδελεχή έρευνα και διάλυση τέτοιων  fake ΜΚΟ.

Αυτά μπορεί και πρέπει να γίνουν όχι ως διαφοροποίηση από το Ευρωατλαντικό στρατηγικό πλαίσιο, αλλά ως μεταβολή συσχετισμών στο εσωτερικό του. Έχουμε ήδη τονίσει ότι οι νέοι εθνικισμοί, από τον Τραμπ και το Brexit έως τους τέως Ανατολικούς (με ξεκάθαρη εκεί μία ατελή νόθευση των φιλελεύθερων θεσμών) προσφέρονται προς αξιοποίηση. Η ανάδειξη πτυχών της προσφυγικής κρίσης ως ισλαμικής πολιτισμικής δυσπλασίας, προσεκτικά απευθυνόμενη σε τινές εκ των εταίρων μας (όχι οποθενδήποτε) προοικονομεί  κεφαλαιώδη αποτελέσματα. Διττώς και αμφίδρομα: αποτελεί απαράδεκτη αξίωση εκ μέρους τους η de facto διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης με την Ελλάδα να επωμίζεται τραγικά δυσανάλογο φορτίο (όπως προβλέπει η συμφωνία του 2016), άρα οφείλει να αυξηθεί γενναία η χρηματική βοήθεια. Έχουμε διακριθεί πολλαπλά στο πρόσφατο παρελθόν σε τέτοιες διευθετήσεις όταν γνωρίζαμε πώς να κινηθούμε (διαπραγμάτευση για ΜΟΠ, ένταξη Κύπρου στην ΕΕ), όχι όμως όταν δρούσαμε πρόχειρα και επιπόλαια (2015).

Η θεματική δεν εξαντλείται στα παραπάνω. Ο ρόλος, οι δυνατότητες και η ευστάθεια της Τουρκίας ως εισέτι ισχυρής περιφερειακής δύναμης (κυρίως στους υπολογισμούς των Ευρωπαίων), έχουν παρασταθεί υπερβολικά·  υπόκεινται σε περιορισμούς και αιρέσεις που βρίσκονται σε συνάρτηση με την στάση τόσο ενδογενών παραγόντων όσο και των επιδιώξεων άλλων χωρών της περιφερειακής κονίστρας. Οποιαδήποτε νέα συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας δεν πρέπει λοιπόν να συνομολογηθεί ερήμην μας (όπως έγινε το 2016). Πρέπει να είμαστε εμείς, όχι η Τουρκία, ο δίαυλος διοχέτευσης οικονομικής βοήθειας και, επέκεινα, πολιτικής επιρροής. Ειδικά τώρα που πλείστες περιφερειακές παράμετροι βαίνουν θετικά.

Η διαχείριση αυτής της κρίσης είναι οργανικά αλληλένδετη προς την ίδια την υπόσταση και ανεξαρτησία της Ελλάδας.  Η έγκαιρη, αποτελεσματική δράση αποτελεί μονόδρομο ώστε να αποφευχθεί η προοπτική, στο άμεσο μέλλον, να βρεθούμε θρηνούντες  «επί των ποταμών Βαβυλώνος»

*Πολιτικός επιστήμων-διεθνολόγος

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016