Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Μια από τις διαχρονικές αρχές της στρατηγικής είναι ο αιφνιδιασμός. Στην, εν εξελίξει, ελληνοτουρκική κρίση παρατηρούμε διάφορες απόπειρες έκφρασης της αρχής τόσο στο πεδίο όσο και στο μέσο, ίσως και στο περιβάλλον. Η αντίληψη, σύμφωνα με την οποία, η αντιπαράθεση θα λάβει χώρα στο πεδίο, όπως έχει εκφραστεί από τον Τούρκο ΥΠΑΜ κ. Ακάρ, δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια απλή λεκτική αστοχία, αλλά μάλλον ως δηλωτική εν πολλοίς των αξιακών επιλογών και του στρατηγικού τόνου του αντιπάλου. Σε επίπεδο πρακτικών, όλες αυτές οι επιχειρήσεις έλαβαν το επίθετο υβριδικός, προκειμένου να χαρακτηρίσουν ενέργειες, οι οποίες παρότι χρησιμοποιούν εξαναγκασμό, αυτός δεν περιορίζεται από το συμβατικό νομικό πλαίσιο που οδηγεί σε πόλεμο. Δεν έχουμε με λίγα λόγια πράξεις φυσικής εξόντωσης ή καταστροφής υποδομών, που να ενεργοποιούν διεθνείς διατάξεις. Πρόκειται, δηλαδή, για επιχειρήσεις κατ’ εξοχήν πολιτικές – κι ο πόλεμος, ασφαλώς, πολιτική υπόθεση είναι και μάλιστα η σπουδαιότερη, όμως οι επιχειρήσεις του δύσκολα χαρακτηρίζονται ως πολιτικές. Ως προς το ζήτημα του υβριδικού πολέμου, έχει δημοσιευθεί εδώ στο militaire.gr ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό άρθρο από τον κ. Γ. Φινοκαλιώτη. Η υβριδική αντιπαράθεση περιλαμβάνει επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου, εργαλειοποίησης των μετακινουμένων πληθυσμών, σημαντικές (νοηματικές) επιθέσεις στην κοινή γνώμη, όπως και μια μεγάλη ομάδα επιθέσεων, που λαμβάνει τον αρκετά ασαφή τίτλο κυβερνοεπιθέσεις. Ειδικότερα, τον τελευταίο μήνα έχουμε ενημερωθεί από ειδησεογραφικά δίκτυα, για τις κυβερνοεπιθέσεις που δέχθηκαν διάφοροι τομείς άμυνας της χώρας μας (εδώ, κι εδώ).

Ο κυβερνοπόλεμος είναι μια αντιπαράθεση, που λαμβάνει χώρα στο περιβάλλον του κυβερνοχώρου. Ο κυβερνοχώρος είναι μια δυναμική έννοια, η οποία δεν μπορεί να είναι καλά ορισμένη. Ωστόσο, μπορούν να περιγραφούν ορισμένα στοιχεία, που τον προϋποθέτουν. Έτσι, λοιπόν για να έχουμε ένα δίκτυο εντός του οποίου ρέουν οι πληροφορίες απαιτούνται τουλάχιστον τρεις όροι: ενσώματες υποδομές (κυρίως κέντρα δεδομένων, καλώδια μεταφοράς των πληροφοριών – υποθαλάσσια πολλά από αυτά, κτλ.), άυλα στοιχεία (λογισμικά) και ένα νοηματικό υπόβαθρο επικοινωνίας.

Στο περιβάλλον του κυβερνοχώρου αντιπαρατίθενται κεντρικά ή αποκεντρωμένα οι πιο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη, προκειμένου να αποκτήσουν την μέγιστη πρόσβαση τόσο στο δίκτυο όσο κυρίως στις πληροφορίες του και κατά συνέπεια να εκμεταλλευτούν την κυριαρχία τους σε αυτό το περιβάλλον. Για τους εξοικειωμένους με το ζήτημα, η διαμάχη στον κυβερνοχώρο είναι μια άτυπη διαμάχη ως προς την κυριαρχία στο μέσο. Στην αντιπαράθεσή τους αυτή, είτε εκμεταλλεύονται την γνωστική υπεροχή του κράτους έναντι των ιδιωτών δρώντων, αποκτώντας έμμεση πρόσβαση σε πληροφοριακό υλικό μέσω των εταιρειών που το συλλέγουν. Πρόκειται για την περίπτωση των ΗΠΑ, όπου το κράτος εκμεταλλεύεται τα δεδομένα που συλλέγουν και μεταφέρουν στην επικράτειά του οι GAFAM (και όχι μόνο), κάνοντας χρήση του νομικού οπλοστασίου και του διοικητικού μηχανισμού του κράτους. Είτε από την άλλη, το ίδιο το κράτος συντονίζει και οργανώνει ομάδες ιδιωτών, ώστε να διεξάγουν επιθετικές ενέργειες και να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτό το υλικό: η Κίνα αυτή την στιγμή φαίνεται ως ο πιο δραστήριος παίκτης με τελευταίο μεγάλο θύμα την Αυστραλία.

Ωστόσο, οι επιχειρήσεις στον κυβερνοχώρο δεν περιορίζονται σε απλή υποκλοπή πληροφοριών, παραβίαση ιδιωτικότητας, βιομηχανική κατασκοπία και εσχάτως διασπορά ψευδούς πληροφόρησης, αλλά ορισμένες φορές θέτουν στόχους, ενεργοποιούν μέσα, εκτείνονται σε χώρο και έχουν ένα ρυθμό, είναι με λίγα λόγια στρατηγικές, που αναζητούν την κατάλληλη επιχειρησιακή έκφραση. Η πιο εντυπωσιακή από αυτή την άποψη επιχείρηση αφορά την μόλυνση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν με το κακόβουλο λογισμικό Stuxnet, επιτυγχάνοντας ένα σαφές πλήγμα στον χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του προγράμματος και έως ένα βαθμό οδηγώντας την ισλαμική δημοκρατία στη συμφωνία της Ελβετίας το 2015. Από μια άλλη οπτική, ένας στόχος, ο οποίος θα απαιτούσε ενδεχομένως μια πυραυλική επίθεση, που θα κατέστρεφε υποδομές και θα έθετε σε κίνδυνο την σταθερότητα στην περιοχή, επετεύχθη χάριν σε ένα ισχυρό κυβερνο-όπλο, ο φορέας του οποίου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ταυτοποιηθεί. Εξαναγκασμός, δίχως άμεσα αντιληπτή καταστροφή και μάλιστα χωρίς δυνατότητα καταλογισμού. Χωρίς αμφιβολία, βρισκόμαστε ενώπιον πολύ σοβαρών αμυντικών προκλήσεων, διότι η ανάγκη εξασφάλισης του περιβάλλοντος υπερβαίνει το σύνηθες πεδίο δραστηριοποίησης των ΕΔ, και αφορά την υπεράσπιση ζωτικών κι όχι μόνο τομέων του κράτους. Είπαμε, έχουμε να κάνουμε με ένα περιβάλλον κατ’ εξοχήν πολιτικό.

Η θεσμοθέτηση Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, κι ασφαλώς όχι απλά συμβούλου, είναι μια ιδέα, η οποία φαίνεται ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει και έχει λειτουργήσει σε άλλα κράτη. Από την άλλη, έχει τους περιορισμούς της, καθώς δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτή χρήση των ΕΔ στο εσωτερικό της χώρας. Βέβαια, στην διεθνή συζήτηση σήμερα, υπάρχουν και απόψεις πολύ πιο ρηξικέλευθες και μάλλον πιο ξεκάθαρες, οι οποίες προτείνουν την ανάπτυξη ενός πέμπτου κλάδου με συγκεκριμένο αμυντικό δόγμα, επιχειρησιακά πλάνα και έρευνα ως προς τις τακτικές και τα μέσα (παρά την δημιουργία διαστημικής υπηρεσίας από την προηγούμενη κυβέρνηση, είναι δύσκολο να αναμένουμε την ανάπτυξη του τετάρτου). Έχει άλλωστε παρέλθει ήδη μια δεκαετία από την δημοσίευση του ενδιαφέροντος άρθρου του W. Lynn III, στο Foreign Affairs, όπου περιγράφεται η διαδικασία και ο τρόπος μετάδοσης της εντολής εντός της ιεραρχίας. Στρατηγικοί μας εταίροι θα συνέδραμαν στην μεταφορά τεχνογνωσίας , αν και η χώρα δεν είναι πλέον στη δεκαετία του ’70, διαθέτει τους πόρους, δηλαδή το εξειδικευμένο προσωπικό, και τα δίκτυα, ώστε να αναζητήσει αυτοδύναμη ανάπτυξη τομέων άμυνας και ασφάλειας. Η ορθή κινητοποίηση, οργάνωση και συντονισμός αυτών των πόρων είναι πράγματι ένα πολύ απαιτητικό εγχείρημα, το οποίο αυτονόητα δεν μπορεί να αφεθεί στην κοντόφθαλμη λογική της κερδοφορίας, όπως εκφράζεται από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει, ότι τα ζητήματα, που αφορούν τον κυβερνοχώρο, μπορούν να αφεθούν στους ειδικούς. Κάθε άλλο, μια τέτοια απλοϊκή αντίληψη σύμφωνα με την οποία αυτό το ανθρώπινο τέχνημα είναι κάτι το ουδέτερο, αποκρύπτει τις συγκρούσεις συμφερόντων κι αξιών, που λαμβάνουν χώρα. Όπως ο αρχιτέκτονας δεν αποφασίζει για τους όρους δόμησης μιας περιοχής κι ο γιατρός για τον νομικό ορισμό της ζωής, έτσι και οι ειδικοί στον κυβερνοχώρο δεν έχουν κάποια προτεραιότητα σε σχέση με την πολιτική. Συνεπώς, είναι ζήτημα στο οποίο η πολιτική οφείλει να έχει τον πρώτο λόγο.

Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, ίσως να έχει αξία να αναφέρουμε αντί επιλόγου, έναν προβληματισμό για τον βιαστικό ψηφιακό μετασχηματισμό της διοίκησης. Η ψηφιακή διακυβέρνηση φαντάζει ως μια ιδέα ανακουφιστική για τους πολίτες σχετικά με τις συναλλαγές τους με την διοίκηση. Έχει, όμως, το κράτος μας την ισχύ να διασφαλίσει όλες αυτές τις λειτουργίες; Γιατί ακόμη και σήμερα, είναι τα συστήματα των ιδιωτικών τραπεζών τα οποία εξασφαλίζουν τις συναλλαγές. Κι όσον αφορά τις πληροφορίες, τα δεδομένα, και τις διαδρομές, που αυτά ακολουθούν; Στην επιτροπή ψηφιακού μετασχηματισμού συναντούμε, μεταξύ άλλων, και τον αρχιτέκτονα της εσθονικής ψηφιακής επανάστασης, καλό θα ήταν να μας ενημέρωνε και για το τι πήγε στραβά την 27η Απριλίου 2007 στην συμπαθητική βαλτική χώρα.

*Political Philosophy and ethics, MSc Political Scientist, BA