Γράφει ο

Ταξίαρχος Διερμηνέας εα Όθων Κυπριωτάκης

πρώην Διευθυντής ΓΕΣ / ΔΓΜΥ

Το πρώτο πράγμα, που κάνει κάθε στρατιωτικός την επόμενη στιγμή από την ανάθεση καθηκόντων στη φυσική του ηγεσία, είναι να ταχθεί υπό τις διαταγές της, να ενημερωθεί για τις κατευθύνσεις της και να ενημερώσει για τα καθήκοντά του. Δεν κρίνει, δεν αναμένει, δεν υπολογίζει. Είναι έτοιμος από τη στιγμή της κατάταξής του για κάθε τέτοια στιγμή. Εάν ο ηγήτορας χαθεί, αναλαμβάνει αμέσως άλλος. Ο κανονισμός είναι ξεκάθαρος. Αλλοίμονο εάν την ώρα της μάχης αναρωτηθεί για τον ηγήτορά του. Αμέσως το ηθικό πέφτει, η επικοινωνία χαλαρώνει, οι διαταγές καθυστερούν να εκτελεσθούν ή παρερμηνεύονται και, βέβαια, ο εχθρός παραμονεύει να εκμεταλλευθεί το λάθος.

Από την άλλη πλευρά, η αλλαγή στην ηγεσία είναι ένα φυσικό γεγονός. Ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν επιτρέπει την εσαεί άσκησή της. Και ο καλύτερος φθείρεται, το πνεύμα του εξασθενεί, η αποφασιστικότητά του μειώνεται και η άσκηση της εξουσίας γίνεται ολοένα και πιο έξω από την εποχή της και ολοένα και πιο συγκεντρωτική. Κοινότυπες καταστάσεις και δεν χρήζουν άλλης περιγραφής. Αυτά ισχύουν για τις πολιτισμένες χώρες, όχι για κάποιες πολύχρωμες «δημοκρατίες», όπου μόνο ο θάνατος στερεί τον «πατερούλη» από την αρχή.

Τί, όμως, αναμένει ο διοικούμενος από το νέο του διοικητή; Εδώ είναι το μυστικό, που οι δημοκρατίες έχουν αναγάγει σε θεσμό και οι τάχα δημοκρατίες σε θεαματική παράσταση. Στις ΗΠΑ, διαρκούντος του πολέμου και στην ειρήνη, κάθε μεταβολή στην ανώτατη ηγεσία (πολιοτική και στρατιωτική) επικυρώνεται από το νομοθετικό σώμα, εν προκειμένω τη Γερουσία. Προηγείται ακρόαση όποιου προτείνει η πολιτική εξουσία, ένας καταιγισμός διευκρινίσεων από τους γερουσιαστές, υποχρεωτικά απαντήσεις από τον υποψήφιο και τέλος η απόφαση. Το ίδιο γίνεται και στη Γαλλία και σε άλλες χώρες. Και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, όπου ο προτεινόμενος απορρίπτεται.

Σίγουρα ο νέος ηγήτορας καλείται να εκτελέσει τις αποφάσεις της κάθε εκλεγμένης πολιτικής ηγεσίας του τόπου. Και πάλι αλλοίμονο, εάν έχει δική του πολιτική γραμμή, ανεξάρτητη ή και αντίθετη στους εκλεκτούς του λαού. Όμως, έχει και μια επαγγελματική υποχρέωση: να ενημερώσει τους προϊσταμένους του για την πραγματικότητα, τις προδιαγραφές, τις δυνατότητες και τις ανάγκες των δυνάμεών του και να τους εφιστήσει την προσοχή ότι, εάν δεν τις λάβουν υπ’ όψη τους, κινδυνεύουν να ρίξουν τα στρατεύματα σε αχρηστία και να θέσουν την εθνική άμυνα σε ύψιστη κατάσταση αδυναμίας. Αυτή η ισορροπία είναι τέχνη και δεν την έχουν όλοι. Υπήρξαν διοικητές που αρίστευσαν στο πεδίο της μάχης (Τζωρτζ Πάττον), αλλά δεν ήσαν κατάλληλοι πολιτικά για λήψη στρατηγικών ή επιχειρησιακών αποφάσεων. Και άλλοι, που δεν ασκήθηκαν τόσο στη διοίκηση ακόμη και μικρού κλιμακίου, που από την υπεύθυνη θέση του επιτελάρχη συντόνισαν δύο παγκόσμια μέτωπα (Τζωρτζ Μάρσαλ). Ελάχιστοι ήσαν οι ικανοί και για τα δύο (Όμαρ Μπράντλεϋ).

Το όραμα του ηγέτη δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι επικίνδυνος όποιος κοιτάζει το φάρο κατάματα. Τυφλώνεται από το ισχυρό φως και ρίχνει το πλοίο στις ξέρες. Οπότε, όσο καλός καπετάνιος και αν είναι, αποτυγχάνει. Αλλά αποτυγχάνει και η αποστολή του φάρου. Γιατί δεν στοχεύει στο να τον αντικρίζουμε, αλλά στο να καταλαβαίνουμε το μήνυμα που εκπέμπει και να αποφεύγουμε τον κίνδυνο, χαράζοντας την πορεία εκεί που πρέπει. Για να ακολουθήσουμε την πορεία, χρειαζόμαστε, τόσο οι μηχανές, όσο και το πλοίο να είναι σε καλή κατάσταση. Το άριστα είναι επιθυμητό, αλλά όχι πάντοτε εφικτό. Εάν οι μηχανές μας προδώσουν την κρίσιμη στιγμή, πάλι αποτυγχάνουμε. Μήπως δεν τις συντηρήσαμε όταν έπρεπε και αντί για ώθηση, αδυνατούν να αποδώσουν; Τί γίνεται και με το πλήρωμα; Είναι στις θέσεις του, ή το μόνο που το νοιάζει είναι να ξεκουρασθεί όσες ώρες εργάσθηκε ή και περισσότερο;

Η Εθνική Άμυνα είναι μια θάλασσα τρικυμιώδης. Ελάχιστες χώρες έχουν την ευτυχία των ασφαλών συνόρων και των αγαστών διακρατικών σχέσεων. Θα έλεγα ότι μόνο η δυτική Ευρώπη και τα σύνορα ΗΠΑ-Καναδά παρουσιάζουν αυτή τη θαυμαστή ηρεμία. Και το μοναδικό παγκόσμιο παράδειγμα χώρας χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις, η Κόστα Ρίκα, διαθέτει ισχυρή συνοριοφυλακή.

Αλλά, ας αφήσουμε τους άλλους και ας έλθουμε στα καθ’ ημάς. Νέα στρατιωτική ηγεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπό την πολιτική καθοδήγηση του πρώην Α / ΓΕΕΘΑ ως ΥΠΕΘΑ. Η κάθε μεταβολή είναι επιθυμητή. Αναγκαστικά θα είναι πολιτική. Δεν πρέπει, όμως, ούτε κατά διάνοια να θεωρηθεί κομματική. Γιατί απλά, πέραν των προβλημάτων που συσσωρεύουν ο κλαδικός όσο και ο μέχρι τώρα προσωπικός τρόπος άσκησης της διοίκησης, δεν πρέπει να επιβαρύνονται από το κομματικό βαρύδι (ο δικός μας και ο μη-δικός μας).

Τι αναμένουν οι Ένοπλες Δυνάμεις από την κάθε μεταβολή; Μια ώθηση προς τα εμπρός, μια πνοή ανανεωτικού ανέμου στις προθέσεις, τα οράματα, τις διαδικασίες. Τί δεν αναμένουν; Την αλλαγή μόνο της ηγεσίας και απλά την εγκατάσταση νέων ή παλαιών γνωρίμων στις θέσεις-κλειδιά του υπουργείου και των επιτελείων.

Ας μην απατώμαστε. Από την εποχή του «αείμνηστου» (που κι αυτός το έκανε για γνωστούς λόγους) ήτοι σχεδόν είκοσι χρόνια, δεν έχει υπάρξει ανανέωση του συστήματος διοίκησης και ελέγχου. Δεν έχουν γίνει μαζικές ή μερικές είσοδοι κυρίου υλικού. Άκουγα σε παρουσίαση για  το 1940, ότι ο Στρατός πολέμησε με τα πολεμοφόδια που είχε αγοράσει η Δημοκρατία (1924-35), γιατί τα τελευταία έτη πριν τον πόλεμο, χτίζαμε οχυρά και εκεί διευθύναμε τις σχετικές κρατικές δαπάνες. Ηρωικά τα οχυρά, αλλά κράτησαν μόνο τρεις ημέρες. Ο Γερμανός εχθρός τα παρέκαμψε τον Απρίλιο του 1941. Αντίθετα, με τα λίγα πολεμοφόδια, ο Στρατός μας όχι μόνο αναχαίτισε αλλά και κατεδίωξε τον Ιταλικό Στρατό. Σήμερα θεωρούμε ακόμη ότι η στατική άμυνα και η επιστράτευση θα λύσουν το γόρδιο δεσμό της τουρικής επιθετικότητας; Δεν βλέπουμε πώς διεξάγεται ο πόλεμος στη Συρία, στο Ιράκ ή όπου αλλού έχουν εμπλακεί οι δύσκολοι και απρόβλεπτοι γείτονές μας; Δεν βλέπουμε τις απώλειες στο βαρύ κύριο υλικό; Περιμένουμε ξανά αρματομαχίες τύπου Κουρσκ;

Τα μέσα που διαθέτουμε έχουν γεράσει και καταπονηθεί. Η χρήση μερικών από αυτά για «ταξί» της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας είναι απαράδεκτη. Θα το γράψω για να μην το έχω βάρος στη συνείδησή μου: είναι πολύ κακό ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν τα κενά ή την αδιαφορία της κρατικής μηχανής (διακομιδές ασθενών, επέμβαση σε καταστάσεις ανάγκης ενώ υπάρχουν πολιτικά μέσα, εκτέλεση εργασιών αντί για εργολαβίες με αναβίωση της ΜΟΜΑ, γιατροί εκεί που πρέπει να υπηρετούν πολίτες που σπούδασαν με χρήματα του ελληνικού λαού). Ο Θεός να φυλάξει. Τί θα γίνει σε περίπτωση σύρραξης, όταν τα μέσα και το κύριο υλικό μας θα έχει φτάσει στα όριά του; Πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να διαφημίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις στο εσωτερικό για την κοινωνική τους προσφορά, όσο πρέπει να τις προβάλλουμε προς το εξωτερικό για την πραγματική πολεμική τους ισχύ.

Από την άλλη πλευρά, κύμα έχει καταλάβει το προσωπικό για τις αποδοχές, τις άδειες, τις προαγωγές, τις μεταθέσεις. Πού είναι το πολεμικό πνεύμα, απαραίτητο για την εκπαίδευση, τις ασκήσεις και τον αγώνα; Υπερθεματίζουν σε παροχές σε είδος, και σε άδειες οι έχοντες την εξουσία. Σε περιοχές όπου οι ανώτερες διοικήσεις επεμβαίνουν στο έργο των μονάδων και αποσπούν προσωπικό για έργα μη-στρατιωτικά, ή επιπλέον υπηρεσίες, ή προσωπικές εξυπηρετήσεις, στενάζουν οι διοικητές για να βγάλουν το αυτονόητο, τα απαραίτητα. Και πρέπει να εφαρμόζουν τις διαταγές και για τις άδειες και για τις απαλλαγές.

Αυτά μπορούν να γίνονται σε αμιγή επαγγελματικό στρατό. Αφού η πολιτεία μας δεν είναι σε θέση να διαθέσει τα κονδύλια για κάτι τέτοιο και υπάρχει ακόμη η θητεία, κουτσουρεμένη και με πολλές άδειες, θα πρέπει να προσαρμοστούμε. Και για να μην επαναλάβω, υπάρχουν Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά και Πάσχα με τις αντίστοιχες περιόδους αδειών. Εάν ανταπεξερχόμαστε στον πολεμικό μας σχεδιασμό με το μισό του προσωπικού, κάποιος, κάποια ημέρα, θα μας πει ότι δεν χρειαζόμαστε το άλλο μισό, θα το κόψει και θα προσλάβει στη θέση του άλλα αδιάφορα στελέχη της κρατικής εξουσίας (βλέπε προθέσεις για την Εκκλησία).

Τελικά, σε τί είδους άμυνα πιστεύουμε; Τη δεκαετία 1995-2005 είχαμε πιστεύσει στην ευκινησία, με αιχμές ταχυκίνητες και ειδικές μονάδες. Το προσωπικό και τα μέσα μεγαλώνουν και πηγαίνουμε ολοταχώς προς μια γραμμή Μαζινό που, όταν χρειάσθηκε, δεν έρριξε τουφεκιά. Πότε θα υπάρξει ηλικιακή κλιμάκωση του προσωπικού και δεν θα τάζουμε μονιμοποιήσεις; Πότε θα αποκτήσουμε τα μέσα; Πότε δεν θα χρειάζεται να «βγαίνουμε» από τα καταλύματά μας για να αναπτυχθούμε στο σχεδιασμένο πεδίο των επιχειρήσεων; Πιστεύουμε ότι θα έχουμε επαρκή χρόνο προειδοποίησης τον 21ο αιώνα, όπως γινόταν στον Ψυχρό Πόλεμο; Ας μην αυταπατώμαστε. Από την εποχή του Γιομ Κιπούρ (1973), ακόμη και οι ετοιμοπόλεμοι Ισραηλινοί γνωρίζουν το πρόβλημα του αιφνιδιασμού. Θα σταθούν να περιμένουν οι καλοί μας γείτονες πότε θα «γεμίσουμε»;

Η ηλεκτρονικοποίηση είναι θαυμάσια πρόοδος. Αλλά, μια τρύπια οθόνη υπολογιστή ή μια διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος δεν μπορεί να στερεί τις δυνάμεις από τη διοίκηση και τον έλεγχο. Η ισόρροπη ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, με παράλληλη εξάσκηση στις παραδοσιακές μεθόδους επιχειρήσεων, είναι το κλειδί για επιτυχή έκβαση κάθε προσπάθειας. Οι ΗΠΑ το γνώρισαν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, όπου οι περίφημες «ψηφιοποιημένες» δυνάμεις απεσύρθησαν για να δώσουν τη θέση τους στις κλασσικές μηχανονίκητες και αεροκίνητες.

Σαν συμπέρασμα, οι ευχές μας συνοδεύουν τη νέα ηγεσία μας. Τους υπενθυμίζουμε ότι είμαστε πάντα συμπαραστάτες στο έργο τους. Κάθε φορά το ευχόμαστε, ας μην μας απογοητεύουν. Είμαστε όμως από τη θέση μας, αυτοί που πρέπει να τους υπενθυμίζουμε κάποιες καταστάσεις, στις οποίες έχουμε δοκιμασθεί και που η νέα ηγεσία θα πρέπει να εξετάσει. Καλές οι προθέσεις, αλλά αν δεν συνοδευτούν με λιγότερα συνθήματα και πιο πολύ δουλειά, απλώς θα πάμε στην επόμενη αλλαγή ηγεσίας με τα ίδια άλυτα προβλήματα.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016