Του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Προειδοποιήσαμε ήδη, και το κάναμε αμέσως μετά τις Αμερικανικές εκλογές, πως οι ανατροπές που κυοφορούνται στον πλανήτη θα είναι ευρύτατες και πως ο πρωταγωνιστής αυτών των ανατροπών, αυτή την φορά ΔΕΝ θα είναι η Αμερικανική πολιτική ηγεσία

Τα νερά προφανώς είναι αχαρτογράφητα, αλλά αυτό δεν οφείλεται στην βίαια εισβολή κάποιων καινούριων κανόνων που με το ειδικό τους βάρος θα προσδιορίσουν την κατεύθυνση των εξελίξεων. Οφείλεται πριν απ’ όλα στην ύπαρξη και κυρίως στην συνδυασμένη λειτουργία δυο κρίσιμων παραμέτρων, που όχι μονάχα δεν μπορούν να αγνοηθούν, αλλά όλα δείχνουν πως θα βάλουν με τρόπο  ανεξίτηλο την σφραγίδα τους στις εξελίξεις.

Η πρώτη παράμετρος, σχετίζεται με την αδυναμία της Αμερικανικής Υπερδύναμης να συνεχίσει να διοικεί και φυσικά να διαιωνίζει ένα καθεστώς επικυριαρχίας μέσα από τις συμμαχικές δομές αλλά και από περιφερειακές παρεμβάσεις, με την χρήση των παραδοσιακών εργαλείων εξάρτησης και ελέγχου, που εδραίωσαν την μεταπολεμική της ισχύ.

Η δεύτερη, αφορά στην αμετάκλητη γεωπολιτική χειραφέτηση ισχυρών περιφερειακών δρώντων η οποία σε συνδυασμό με την ενισχυμένη γεωστρατηγική παρουσία των παραδοσιακών στρατηγικών  ανταγωνιστών των ΗΠΑ, συνιστά μια καινούρια κατάσταση και φυσικά επαναδιατυπώνει την σύνθετη πλέον εξίσωση που αφορά στην νέα ισορροπία ισχύος.

Η καταλυτική εμφάνιση και των δυο αυτών παραμέτρων, θεμελιώθηκε και ανατροφοδοτήθηκε από τα αδιέξοδα του μεταψυχροπολεμικού μοντέλου. Αυτή η διαδικασία δεν κατέστη δυνατόν να ανακοπεί, εξ αιτίας του κορεσμού και εν τέλει της αναπότρεπτης κατάρρευσης στην οποία οδηγήθηκε η…κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη αντίληψη. Και φυσικά πρόκειται για μια διεργασία η οποία επιτείνεται μεταξύ άλλων ΚΑΙ εξ αιτίας της στρεβλής αντίληψης με την οποία προσεγγίζεται το δίπολο Παγκοσμιοποίηση / Αντιπαγκοσμιοποίηση, η οποία – ειρήσθω εν παρόδω – όχι μονάχα δεν δίνει ουσιαστικές απαντήσεις στις σύγχρονες στρατηγικές προκλήσεις στην Οικονομία και στην Γεωπολιτική, αλλά αντιθέτως, η καραμπινάτη αυτή στρέβλωση, στο βαθμό που δεν  χτυπά το πρόβλημα στην ρίζα του και δεν αντιμετωπίζει τον σκληρό πυρήνα των φυσιογνωμικών του χαρακτηριστικών, τότε στην καλύτερη περίπτωση συνιστά μια εναλλακτική διαδρομή που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

Κρίσιμες εξελίξεις… Σύνθετα τα ερωτήματα…

Ο διχασμός στην Αμερικανική κοινωνία καλά κρατεί και τα τσαλίμια του ηττημένου πρώην προέδρου των ΗΠΑ ακόμη δεν έχουν κοπάσει. Ωστόσο, υπάρχουν εξελίξεις που δεν θα πρέπει να αγνοηθούν, πολύ δε περισσότερο που στο σύνολό τους σκιαγραφούν το στίγμα της επόμενης μέρας.

Η τραγική κατάληξη των συγκρούσεων στο Αρτσάχ, επιβεβαιώνει την πρόθεση της Ρωσίας να οχυρώσει το μαλακό της υπογάστριο, καταφεύγοντας σε λύσεις που φαίνεται να ενσωματώνονται εύκολα και λειτουργικά στον ευρύτερο Ευρασιατικό στρατηγικό της σχεδιασμό. Ταυτοχρόνως υπενθυμίζει στους πάντες, πως η σύγχρονη γεωστρατηγική παρτίδα, αποπνέει ψυχρότητα και στυγνό ρεαλισμό και δεν υπάρχει πλέον χώρος για συναισθηματισμούς και άλλες αλαφροΐσκιωτες προσεγγίσεις. Καταδεικνύει επίσης ότι τα στρατηγικά χαρακτηριστικά της Ρωσοτουρκικής συμπόρευσης διευρύνονται – μέσα και από την ανταγωνιστικότητά τους – σε πείσμα όλων αυτών που επέμεναν στον δήθεν εφήμερο χαρακτήρα τους.

Είναι προφανές, πως το Ευρασιατικό στοίχημα είναι το κορυφαίο στοίχημα του 21ου αιώνα. Η ιδιαιτερότητά του, είναι ο υπερσυνωστισμός ισχυρών περιφερειακών δρώντων, πράγμα που του προσδίδει μια ιδιαίτερη δυναμική, η οποία προς το παρόν τουλάχιστον, δεν φαίνεται να έχει αξιολογηθεί στις πραγματικές της διαστάσεις. Η ακτινογραφία αυτού του σύμπλοκου έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι αυτό για τρεις πολύ συγκεκριμένους λόγους:

  • Πρώτον γιατί στην συγκεκριμένη ιστορική εποχή, η φιλοδοξία όλων αυτών που διαφαίνεται πως θα το συναποτελέσουν, είναι να διαμορφώσουν έναν ισχυρό πόλο ισχύος στον αντίποδα του παραδοσιακού Δυτικού σύμπλοκου στο οποίο ηγήθηκαν οι ΗΠΑ.
  • Δεύτερον γιατί η δυναμική που αποπνέουν οι ισχυρές παρουσίες που διαφαίνεται να το συναποτελούν, είναι ταυτόχρονα και η Αχίλλειος πτέρνα του αφού, η Ρωσία πρωταγωνιστεί στην δημιουργία του στηριγμένη πρωτίστως στην συσσωρευμένη της εμπειρία και στην εξοπλιστική της ισχύ, η Τουρκία όμως εισβάλει σε αυτό με την ισχυρή προικοδότηση του Ισλαμικού κόσμου του οποίου διεκδικεί την ηγεμονία, κι αυτό αργά ή γρήγορα θα την τοποθετήσει απέναντι στην Ρωσία και με διαθέσεις αναπόδραστα συγκρουσιακές. Η προικοδότηση αυτή προφανώς και δεν πρέπει να υποτιμηθεί, όχι μονάχα γιατί αφορά σε σημαντικές γεωπολιτικές παρουσίες όπως είναι το Πακιστάν για παράδειγμα, αλλά και γιατί από μόνη της ενισχύει την προοπτική αναθέρμανσης και διεύρυνσης παγωμένων περιφερειακών συγκρούσεων (πχ Κασμίρ κοκ).
  • Τρίτον γιατί ο παράγων «ΚΙΝΑ», παραμένει αδιαφιλονίκητα ισχυρός και από κάθε άποψη απρόβλεπτος, διότι ΚΑΙ με διαφορετικούς όρους τοποθετείται έναντι πάντων, αλλά ΚΑΙ με διαφορετικό τρόπο καλείται να αναζητήσει τα δικά του κρίσιμα σημεία ισορροπίας στην νέα εποχή.

Στο περιβάλλον επομένως αυτού του σύμπλοκου, το πρόβλημα «Τουρκία» επί της ουσίας μόλις τώρα ξεκινά και το στοίχημα της Ρωσίας που οφείλει και αυτή να διαχειριστεί κρίσιμες παραμέτρους που σχετίζονται με την εξίσωση της ισορροπίας ισχύος, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Από αυτήν την άποψη, εξελίξεις όπως αυτές του Αρτσάχ δεν θα πρέπει να μας εκπλήξουν. Αλλά και ‘’ενδοεταιρικές’’ συγκρούσεις, όπως αυτές που διεξάγονται αυτήν την στιγμή στην Ιντλίμπ, μέσα από τις οποίες η Ρωσία πλαγιοκοπεί φιλότουρκους και μισθοφόρους τζιχαντιστές, είναι απολύτως ερμηνεύσιμες.

Από την άλλη μεριά… Οι δηλώσεις του επικεφαλής της τουρκικής Ένωσης Ευρασιατικών κυβερνήσεων Hasan Cengiz, ο οποίος αποσαφήνισε πως: «Η Τουρκία θα εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ σύντομα και ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι ο οργανισμός έχει καταρρεύσει»δεν είναι τυχαίες. Είναι δηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσα σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον των ευρύτερων γεωπολιτικών διεργασιών, και οι οποίες ουσιαστικά προϊδεάζουν για όλα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν και αποκαλύπτουν μέρος των ευρύτερων Τουρκικών σχεδιασμών.

Οι προθέσεις αυτές της Τουρκικής πολιτικής ηγεσίας, κατά την γνώμη του γράφοντος είναι ήδη σε γνώση του ηττημένου προέδρου των ΗΠΑ και του πολιτικού του επιτελείου, γι’ αυτό και η επίσκεψη του απερχόμενου ΥΠΕΞ στο φανάρι δεν είναι τυχαία. 

Ο κ. Πομπέο, δεν παρεμβαίνει μονάχα επιδιώκοντας να χτίσει το προσωπικό του προφίλ στο πλαίσιο των προσωπικών του μελλοντικών φιλοδοξιών αναφορικά με τα πολιτικά πράγματα των ΗΠΑ. Παρεμβαίνει πρωτίστως ως κρίσιμη συστημική παράμετρος του συστήματος εξουσίας των ΗΠΑ. 

Ως τέτοια, έχει πλήρη επίγνωση της ισλαμικής προικοδότησης με την οποία εισβάλει η Τουρκία στην Ευρασιατική διεργασία, και επιχειρεί να εργαλειοποιήσει ως στρατηγικό αντιστάθμισμα τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τόσο έναντι του τουρκικού σχεδιασμού όσο και σε μια απέλπιδα προσπάθεια τελικού διεμβολισμού της Ρωσικής κοινωνίας. Τα περί «πέπλου προστασίας» τα οποία δήθεν προσφέρει στον Οικουμενικό Πατριάρχη και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με την επίσκεψή του στο Φανάρι, είναι απλώς για λαϊκή κατανάλωση. Ο κ. Πομπέο επί της ουσίας, επιχειρεί να επενδύσει, για λογαριασμό των ηγεμονικών φιλοδοξιών του συστήματος που εκπροσωπεί, ΚΑΙ σε κοινωνικά αναχώματα, διαβλέποντας εκρηκτικές εξελίξεις μέσα στις κοινωνίες, συνειδητοποιώντας ίσως πως ο σχεδιασμός της Τουρκίας να εργαλειοποιήσει πολιτικά το κοινωνικό Ισλάμ θα διαχύσει εστίες αποσταθεροποίησης στον παραδοσιακό χώρο της Αμερρικανικής επιρροής. Η προσπάθεια επομένως να αναδειχτεί η Αμερική ως ηγετικό αντιστάθμισμα του Δυτικού κόσμου στο πλαίσιο αυτού του ακήρυχτου πολέμου, φαίνεται πως είναι μια συνειδητά επιλεγμένη τακτική με ξεχωριστή στρατηγική βαρύτητα.

Καληνύχτα Ευρώπη…

Η ανικανότητα της Ευρώπης να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα είναι εμφανής. Είναι ανικανότητα της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ που διαχειρίζεται τις τύχες της. Ανεπάρκεια απολύτως συνυφασμένη με τις κυρίαρχες αντιλήψεις πάνω στις οποίες δομήθηκε η μεταψυχροπολεμική της φυσιογνωμία. Απότοκος της εκφυλιστικής κουλτούρας που αναπαράγεται ως συνέπεια και της νομισματικής της ολοκλήρωσης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι της παρούσης να ερμηνεύσουμε τις πρωτοβουλίες Μακρόν

Είναι όμως επιτακτικά αναγκαίο να μην υποτιμήσουμε το ειδικό βάρος που μπορεί να έχει η δική μας συμβολή στον προσδιορισμό της στρατηγικής φυσιογνωμίας των μεταβολών που προδιαγράφονται. Και κυρίως είναι απαραίτητο να σκεφτούμε πάρα πολύ σοβαρά ως χώρα, για τον δικό μας τον ρόλο και το επιθυμητό στρατηγικό πλαίσιο που θα θέλαμε να ενσωματώσει στον σχεδιασμό της η δυναμική των Γαλλικών πρωτοβουλιών που προαναγγέλλονται.

Κάτω από αυτό ακριβώς το πρίσμα θα πρέπει να αξιολογήσουμε, ΟΛΑ όσα έγιναν… ΟΛΑ εκείνα που δεν τολμήσαμε… Και φυσικά ΟΛΑ αυτά για τα οποία επείγει να αναθεωρηθεί άμεσα η επίσημη Εθνική μας στάση.

Και φυσικά υπό το πρίσμα μιας τέτοιας θέασης, θα πρέπει να αναπροσανατολιστούν όλες οι αποσπασματικές κινήσεις και λοιπές διπλωματικές πρωτοβουλίες οι οποίες ΕΙΤΕ συρρικνώνουν… ΕΙΤΕ δεν αναδεικνύουν…. ΕΙΤΕ δεν μεγιστοποιούν ενώ θα μπορούσαν το πραγματικό διπλωματικό και γεωπολιτικό κεφάλαιο της χώρας.

Η Ελλάδα εν κατακλείδι, δεν μπορεί να συνεχίσει να παραμένει εγκλωβισμένη στις αυταπάτες του μηδενικού ρόλου που της επιφυλάσσουν τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη και η υπερφίαλη ρητορική περί «νησίδας σταθερότητας». Αντιθέτως οφείλει να συνειδητοποιήσει την βαρύτητα του ρόλου της ως «καταλύτης ανατροπής» και να ενεργοποιήσει στο έπακρο τις ανεξάντλητες δυνατότητες που προκύπτουν.

Ας είμαστε λοιπόν ξεκάθαροι…

Για την Τουρκία, η άλωση του ζωτικού Εθνικού μας χώρου, είναι στόχος ύψιστης προτεραιότητας. Το επιχειρησιακό σχέδιο για την υλοποίηση αυτού του στόχου, προωθείται συστηματικά και παράλληλα με μια σειρά από συγκεκριμένους βηματισμούς στο επίπεδο της επιθετικής Διπλωματίας.

Αυτό το σχέδιο, ΔΕΝ αναστέλεται… ΔΕΝ αποσύρεται… ΔΕΝ αντικαθίσταται με χαμηλών προσδοκιών συμβιβασμούς μέσα σε κόσμιες διπλωματικές προσεγγίσεις και συνεννοήσεις.

Ότι θεωρείται ζωτικό και αναντικατάστατο για την αναβίωση του νέο-οθωμανικού imperium, είναι εξ ίσου ζωτικό και αδιαπραγμάτευτο για την στρατηγική επιβίωση της χώρας και του Ελληνισμού στο σύνολό του…

Από αυτήν την άποψη, η Ελληνική Εξωτερική πολιτική, δεν μπορεί να συνηγορήσει σε συμβιβασμούς και σε διαχείριση που εξυπηρετεί και προάγει την νέο-οθωμανική αναθεωρητική ατζένταΟΥΤΕ στο Αιγαίο… ΟΥΤΕ στην Κύπρο… ΟΥΤΕ στις θαλάσσιες ζώνες στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου. Τέτοιες προτροπές, δεν συνιστούν καν τακτικό ελιγμό σε συνθήκες όπου, το ένα μέρος (η Τουρκία) έχει διασφαλισμένη ακόμη και την ανοχή της Διεθνούς κοινότητας στην πειρατική της συμπεριφορά και φυσικά την ετοιμότητα να σπεύσει να κεφαλαιοποιήσει ακόμη και την ελάχιστη υπαναχώρηση, και το άλλο μέρος (η Ελλάδα) πελαγοδρομεί στην αποσπασματικότητα, χωρίς ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική, χωρίς να έχει οικοδομήσει πραγματικά στρατηγικές συμμαχίες, και με αλλεπάλληλες στρατηγικές ήττες στο θλιβερό μεταπολιτευτικό της ενεργητικό.

Εκείνο όμως που οφείλει να κάνει η Ελληνική πολιτική τάξη, είναι να επικεντρώσει την προσοχή της σε τέσσερα συγκεκριμένα ζητήματα:

  • Να «τρέξει» έναν συγκεκριμένο αμυντικό σχεδιασμό, απολύτως στοχευμένο και προσανατολισμένο να ακυρώσει στην πράξη το όποιο επιχειρησιακό συγκριτικό πλεονέκτημα μπορεί να καταγράφει αυτήν την στιγμή η Τουρκία στο πλαίσιο του επιθετικού μεγαλοϊδεατισμού της.
  • Να αξιοποιήσει στο έπακρο το Ελληνικό συγκριτικό στρατηγικό πλεονέκτημα, όχι μονάχα σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν στην ουσιαστική αμυντική θωράκιση της χώρας στο επίπεδο της πρωτογενούς γραμμής άμυνας σύμφωνα με τις προτάσεις των ειδικών, αλλά και στην ανάγκη ουσιαστικής ενασχόλησης με το «χτίσιμο» πραγματικά στρατηγικών συμμαχιών που θα συγκεκριμενοποιήσουν και θα ενδυναμώσουν την δευτερογενή γραμμή της ΕλληνικήςΆμυνας μέσα από στοχευμένες διμερείς και πολυμερείς στρατηγικές συμφωνίες.
  • Να εκπέμψει με τρόπο σαφή και απολύτως ξεκάθαρο έναντι πάντων, πως επικαιροποιεί τον αμυντικό σχεδιασμό της χώρας, υιοθετώντας πλήρως την τακτική του πρώτου συντριπτικού στρατηγικού πλήγματος έναντι του επιθετικού και θρασύτατου γείτονα. Και φυσικά…
  • Να μην παγιδευτεί στην Ευρωπαϊκή ρητορική της καταστροφικής ολιγωρίας και της περίφημης «θετικής ατζέντας» που ανατροφοδοτεί την τουρκική επιθετικότητα, υποθηκεύοντας την αξιοπρέπεια και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου.

Επίλογος…

Οι φωνές που με ποικίλους τρόπους και στο όνομα μιας αμφιλεγόμενης σύνεσης καλούν σε συμβιβασμό και σε απόλυτη προσαρμογή με τις παράλογες τουρκικές απαιτήσεις σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου πληθαίνουν. Η Ελληνική κοινωνία δεν μπορεί και δεν πρέπει να συμφιλιωθεί με τους κήρυκες του συμβιβασμού που επιχειρούν να προσδώσουν δήθεν “τακτικό πλεονέκτημα” σε πρακτικές που συνιστούν εγκατάλειψη των διαχρονικών Ελληνικών θέσεων.

Οι τακτικοί ελιγμοί προφανώς και είναι μέρος της έξυπνης στρατηγικής διαχείρισηςαλλά η καταφυγή σε αυτούς προϋποθέτει πως μπορούν να «ακουμπήσουν» σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική και τέτοια δεν μπορεί να υπάρξει όταν αυτό που διαχειρίζεται είναι μια υπαγορευμένη ατζέντα ενδοτισμού και μειοδοσίας. Πολύ δε περισσότερο όταν έχεις απέναντί σου μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη που περιφρονεί το Διεθνές Δίκαιο και αμφισβητεί συνολικά τον Εθνικό σου ζωτικό χώρο. Μια δύναμη που χτίζει τετελεσμένα εκεί που κάνουν πάρτι οι ανεπάρκειες και οι ανεπίτρεπτες υπαναχωρήσεις.

Η τραγική κατάληξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, υπάρχει για να θυμίζει όλα αυτά που δεν πρέπει να κάνουμε αν θέλουμε αυτή η χώρα να συνεχίσει να έχει μέλλον…