Του Κώστα Φασουλά*

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε, στις 30 Οκτωβρίου 1896, στην Τρίπολη. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της Αικατερίνης Σκάγιαννη. Πέρασε τα σχολικά του χρόνια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Το 1913 ολοκλήρωσε της γυμνασιακές σπουδές του στα Χανιά. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε το 1917, με βαθμό λίαν καλώς. Το 1918 επισκέφτηκε την οικογένεια του στη Θεσσαλονίκη και συνελήφθη ως ανυπότακτος. Αναγκάστηκε να καταταγεί στον στρατό, όμως λίγο αργότερα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και έλαβε αναστολή στράτευσης. Στις αρχές του 1919, προσπάθησε ασχοληθεί με τη δικηγορία, χωρίς όμως επιτυχία. Τον ίδιο χρόνο, στρατεύτηκε ξανά και τον Οκτώβριο διορίστηκε υπουργικός γραμματέας στη νομαρχία Θεσσαλονίκης, όπου έμεινε μέχρι το Φεβρουάριο του 1920. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, απαλλάχτηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα για λόγους υγείας και τον Νοέμβριο μετατέθηκε στη Άρτα.
Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχτεί τη γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής, την οποία και καυτηριάζει όποτε μπορεί, γι’ αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσων, γνωρίζει την ανία της επαρχίας, πράγμα που τον στιγματίζει.

Η ενασχόληση του Καρυωτάκη με τη λογοτεχνία, ξεκίνησε ερασιτεχνικά, σε ηλικία 16 ετών, γύρω στο 1912, όταν άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε λαϊκές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ασχολήθηκε με το σκίτσο. Συνέχισε να δημοσιεύει στίχους και στα φοιτητικά του χρόνια και το 1916 πραγματοποίησε μια διάλεξη στην αίθουσα εμποροϋπαλλήλων για τον ποιητή Ζοζέ- Μαρία- ντ’Ερεντιά. Στις αρχές του 1919 ξεκίνησε τη συνεργασία του με το λογοτεχνικό περιοδικό «Νουμάς» και εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων». Τον ίδιο χρόνο, εξέδωσε μαζί με τον φίλο του Αγη Λεβέντη το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία, όμως απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία, μετά το έκτο τεύχος.

Το 1921 εξέδωσε τα  «Νηπενθή», τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, ενώ έγραψε και το χαμένο θεατρικό μονόπρακτο ο «Άρρωστος». Τελευταίο ποιητικό του βιβλίο είναι το «Ελεγεία και Σάτιρες», που εκδόθηκε το 1927.

«Τον εγνώρισα προσωπικά» γράφει ο Τέλλος Άγρας, σε κείμενό του για τον Καρυωτάκη το 1935 στο περιοδικό «Νέα Γράμματα». «Τον εγνώρισα» προσθέτει «σε ένα λαμπρό τουλάχιστον τότε και υπηρεσιακώς σχεδόν  ανεξάρτητο παράρτημα του Υπουργείου της Πρόνοιας στην Οδό Κοραή, μέσα σε ένα ευρύχωρο και αξιοπρεπέστατο γραφείο με χαλιά με καλοριφέρ με καινούρια έπιπλα με πέτσινες πολυθρόνες  και κείνος μόλις είχε γυρίσει από τη χειμωνιάτικη Ευρώπη, άψογα ντυμένος όπως πάντα άλλωστε, υπάλληλος με πολύ καλή θέση, πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστον στο φαινόμενο, ομιλητικός και συνετός. Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση. Τα μάτια του έπαιζαν ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Σχεδόν τίποτε πάνω του δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο η το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες. Ανεπιτήδευτη, κανονική, φωτιστική και απλή. Το γέλιο του, μόνο αυτό δεν ήταν τόσο απλό. Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά, μα, παράξενο πράγμα, ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία. Χαμογελούσε μπορεί να πει κανείς, μόνο με το μισό του πρόσωπο. Το άλλο μισό, έμενε όπως και πριν. Κι έτσι η φυσιογνωμία του γινόταν θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζε αμέσως τα μάτια, σα να έκανε αμαρτία».
Τον Απρίλιο του 1940, στο τεύχος 320 του περιοδικού Νέα Εστία, ο βιογράφος του ποιητή, Χαρίλαος Σακελαριάδης, γράφει για τον επιθεωρησιογράφο Καρυωτάκη και μάλιστα για μια επιθεώρηση που γράψανε μαζί το 1922 που βαφτίστηκε από τον Καρυωτάκη «Πελ Μελ». Ο Σακελαριάδης αναφέρει, μεταξύ άλλων, για το ξέσπασμα της έμφυτης σατιρικής διάθεσης του ποιητή, που στην περίσταση αυτή, ήταν μια παραπάνω εκδήλωση απόπειρας για απόδραση από το καταθλιπτικό του περιβάλλον, μια ελπίδα χειμερική, να ξεφύγει από την επαγγελματική του ρουτίνα. Ένα σημάδι τέλος, της παντοτινής προσπάθειας να ζει σε ατμόσφαιρα ονείρων. Πρέπει, μου έγραφε, λίγα χρόνια κατόπι, σε ένα γράμμα του, να αποβλέπουμε σε κάτι, έστω κι όταν έχουμε επίγνωση κατά βάθος της ματαιότητας του. Έτσι εγενηθήκαμε, έτσι εμεγαλωσαμε, τρώγοντας όνειρα, και θα παύσουμε να ζούμε όταν αλλάξουμε. Την επιθεώρηση αυτή, σημειώνει ο  Σακελαριάδης, την γράψαμε καθισμένοι στο καφενεδάκι του κήπου του Κλαυθμόνα, δίπλα στα γραφεία της Ακρόπολης, όπου σκαρώναμε μαζί στιχάκια, οραματιζόμενοι συγχρόνως και την ξένοιαστη μελλοντική ζωή μας. Εκείνη την εποχή, ο Καρυωτάκης περνούσε μια πολύ ανοιχτή ζωή, προσπαθώντας να την απολαύσει σε όλες της τις εκδηλώσεις. Στις διάφορες εξοχικές Μπύρες, ιδίως της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, που είχαν την επιγραφή «Αιθουσαι δια Οικογενείας», ήταν τακτικός πελάτης, γνωστός μάλιστα για τις πολλές του ιδιορρυθμίες, μια από τις οποίες ήταν, να θεωρεί καθήκον του απαραίτητο, να αναγκάζει τη συνοδό του, πριν φύγουν από το καμαρίνι, να αναγράφει και αυτή πάνω στον τοίχο το μικρό της όνομα, κάτω από το δικό του.
«Αν δεν υπήρχε το δοκίμιο του Τέλλου Άγρα, «ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες το 1935, ο αποχαιρετισμός του Κλέωνα Παράσχου, μαζί με δυο τρεις ακόμη νεκρολογίες, ο Καρυωτάκης, θα είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητος» επισημαίνει ο Δημήτρης Ραφτόπουλος, στο τεύχος 175-176 του περιοδικού «Δέντρο». «Για τις δυο πρώτες συλλογές» προσθέτει, λίγα κριτικά σημειώματα επαινετικά. Μόνο η τρίτη συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες», το 1927, τράβηξε το πραγματικό ενδιαφέρον της κριτικής. Σε μια υποδοχή που ξεχώρισαν τα θετικά σχόλια του Κλέωνα Παράσχου, του Ι. Ζερβού. Αντίθετα, ο Βασίλης Ρώτας «μάλωνε» τον ποιητή, γιατί δεν έπαιξε τον ρόλο του οδηγού και του καλοκαρδιστή, αντί να είναι χωρίς λόγο άρρωστος, εγωπαθής, υποχονδριακός, θεατρίνος. Με περισσή άνεση, ο Θράσος Καστανάκης σνομπάρει την ποίηση του Καρυωτάκη, συνοψίζοντάς την, το εύκολο και το ασήμαντο, στιχουργημένα μέχρι αυτοκτονίας. Από κοντά ο Νίκος Παππάς, αρθρογραφώντας στην Καθημερινή, αναγγέλλει το τέλος του Καρυωτακισμού, το 1936 και την ανατολή του άδολου λυρισμού. Αλλά, η μεγάλη συζήτηση που κυριαρχήθηκε από την απόρριψη και την καταδίκη, ξέσπασε το 1938, πάνω στη δέκατη επέτειο της αυτοκτονίας, όταν εκδόθηκαν τα πρώτα Άπαντα, με επιμέλεια του βιογράφου του ποιητή Χαρίλαου Σακελαριάδη, που περιέλαβαν και ολοκληρωμένη τη μελέτη του Τελλου Αγρα. Η μεγαλύτερη ίσως ομοβροντία, αλλά κούφια της νεοελληνικής κριτικής, κατά της ποίησης του Καρυωτάκη, συγκεντρώνει αυτή τη φορά ονόματα κύρους, και περίπου όλες  τις ευδιάκριτες τάσεις, από τη συντήρηση, ως τη μαρξιστική αντίληψη της λογοτεχνίας. Την ανοίγει ο  Κ.Θ. Δημαράς. Ο Καρυωτάκης, γράφει, δεν ήταν μεγάλος ποιητής. Καλά, καλά, εγώ πιστεύω, πως δεν ήταν καν ποιητής.

Μας συγκινεί ο Καρυωτάκης, αλλά όχι αισθητικά. Ματαίως θα προσπαθήσει κανείς να ανιχνεύσει ποίηση μέσα στους στίχους αυτούς. Κατά τον Δημαρά, που αργότερα μετρίασε κατά πολύ την άρνηση του, ο Καρυωτάκης ήταν περίπου λογοπλόκος, αλλά περιέργως, αυτός ο μη ποιητής, ήταν αντιπρόσωπος της γενιάς του. Τη σκυτάλη μετά τον Κ. Θ. Δημαρά, παίρνει ο Γ. Θεοτοκάς, συγχαίροντας τον προλαλήσαντα και βεβαιώνοντας ότι ο Καρυωτάκης, δεν έγραψε ούτε ένα αληθινό ποίημα. Θεωρεί λιγοστή, τη δημιουργική του πνοή, και την καλλιέργεια του ακόμη λιγότερη. Από κοντά και οι ελάσσονες ο Μήτσος Παπανικολάου και ο Γιάννης Χονδροκούκης, σιγοντάρουν στη αποκαθήλωση, αλλά αποστασιοποιούνται από τις υπερβολές Δημαρά, Θεοτικά.
Στις 20 Ιουλίου 1928, ο Καρυωτάκης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα, αυτοκτόνησε με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο, έχοντας πάνω του ένα σημείωμα το οποίο έγραφε: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.

* Ο Κώστας Φασουλάς είναι στιχουργός

Print Friendly, PDF & Email
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016