Γράφει ο
Γρηγόριος Δημ. Νούσιας – Αεροπόρος.

Σαν σήμερα, το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922, εκδηλώθηκε η κύρια τουρκική αντεπίθεση, στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, από νότο προς βορράν, κατά της ελληνικής Στρατιάς Μικράς Ασίας, που μέχρι τότε κατείχε μέτωπο χιλίων περίπου χιλιομέτρων, από την Προποντίδα (ανατολικά της Προύσας) μέχρι τον Μαίανδρο ποταμό, και έχοντας φθάσει εκατό χιλιόμετρα από την Άγκυρα, τη νέα, τότε, πρωτεύουσα των Νεοτούρκων του Κεμάλ πασά, διασχίζοντας την Αλμυρά Έρημο και δίνοντας τη μάχη του Σαγγάριου. Η επί μία τριετία νικήτρια και υπερήφανη ελληνική Στρατιά, των 120 χιλιάδων ανδρών, θα αναγκαζόταν αρχικά σε καθήλωση και στη συνέχεια σε άτακτη οπισθοχώρηση, που, αλλοίμονο, θα έπαιρνε μορφή εθνικής τραγωδίας.

Τώρα, πλέον, Ρώσοι, Γάλλοι και Ιταλοί, εφοδιάζουν αθρόα τον Κεμαλικό στρατό, και οι Άγγλοι δεν παρέχουν καμία υποστήριξη στην Ελλάδα, ούτε χρηματική. Οι νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις του Α’ΠΠ μας είχαν ενθαρρύνει, στο Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο του Συνεδρίου Ειρήνης των Παρισίων, να διαπεραιωθούμε στρατιωτικά στην περιοχή της Σμύρνης, την πρωτεύουσα της Ιωνίας, με την ‘‘εντολή’’ ή το ‘‘πρόσχημα’’ της αποκατάστασης εκεί της ειρήνης και της τάξης, με αδήλωτο βέβαια σκοπό την προσάρτηση περιοχών της Μ. Ασίας, και προφανώς την προστασία των ελληνικών πληθυσμών από τις τουρκικές αυθαιρεσίες. Ναι, και στο βάθος, ο απόκρυφος ελληνικός πόθος της Μεγάλης Ιδέας.
Δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι η Αγγλία ήθελε την επέκταση του Ελληνικού κράτους, όχι μόνον μέχρι Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και στη Μικρά Ασία. Με την πολιτική της επιρροή στην Ελλάδα, υπολόγιζε, ότι θα εξασφάλιζε την κατοχή των Στενών. Όμως γρήγορα τα δεδομένα και οι διαθέσεις όλων των Συμμάχων άλλαξαν απέναντί μας. Και μια σειρά από πολιτειακά, πολιτικά (όλων των αποχρώσεων) και στρατιωτικά σφάλματα, από πλευράς μας, θα μας οδηγήσουν από τα εθνικά μεσουρανήματα στα εθνικά συντρίμμια.

Στις 12 Αυγούστου 1922, εκτελείται αεροπορική αναγνώριση νοτίως του ποταμού Ακάρ, από τον Έλληνα λοχαγό του πυροβολικού, Κολιαλέξη. Θα δεχθεί επίθεση από τουρκικό καταδιωκτικό, που πετούσε σε μεγάλο ύψος, για να εμποδίσει εχθρικές αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από τις τουρκικές θέσεις. Ο τουρκικός στρατός είχε εφοδιαστεί, πλέον, και με καταδιωκτικά αεροπλάνα. Δεύτερη ελληνική αεροπορική αναγνώριση, θα επιβεβαιώσει ασυνήθιστη κίνηση και συγκέντρωση μεγάλων τουρκικών στρατιωτικών μονάδων. «Ήδη, από τα μέσα Ιουνίου 1922, είχα αποφασίσει να επιτεθώ. Ο Διοικητής του Μετώπου, ο Γενικός Επιτελάρχης και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας ήσαν οι μόνοι που γνώριζαν την απόφασή μου αυτή», θα γράψει ο Μουσταφά Κεμάλ.

Με την πρόφαση, λοιπόν, της συναντήσεως κάποιου ξένου πολιτικού αξιωματούχου, ο Κεμάλ, το βράδυ της 10ης Ιουλίου αναχώρησε για το Στρατηγείο του Δυτικού Μετώπου. Και λίγες μέρες αργότερα, το απόγευμα της 15 Ιουλίου, με το πρόσχημα της παρακολουθήσεως κάποιας ποδοσφαιρικής συναντήσεως, κάλεσε σε μυστική σύσκεψη τους Διοικητές των μεγάλων τουρκικών δυνάμεων και «αντάλλαξα μετ’ αυτών τις σκέψεις μου επί της επιθέσεως και των προπαρασκευαστικών ενεργειών». Ναι, αυτή τη μυστική και αποφασιστικής σημασίας επίσκεψη του ίδιου του Κεμάλ στην καρδιά του μετώπου, κανένας ‘‘Ρουμπάτης’’ και κανένας ‘‘Κοντολέων’’, με ή άνευ πανεπιστημιακών τίτλων, δεν μπόρεσε να καταγράψει.

Τέτοια πληροφορία δεν έφθασε ποτέ στο ελληνικό Στρατηγείο.
Αντιθέτως, οι Τούρκοι είχαν την πληροφορία, ότι έξι ελληνικά συντάγματα πεζικού είχαν μεταφερθεί από τη Μ. Ασία στη Θράκη. Είχε επικρατήσει η άποψη, ίσως και μεταξύ των Συμμάχων, ότι μόνον η ελληνική κατοχή της Κωνσταντινουπόλεως θα έφερνε την ειρήνη. Μοιάζει η περίπτωση με αυτή της απόσυρσης της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο, το 1967! Αλλά πώς και πού να ανιχνεύσεις, έστω και ως ψήγματα, τα αίτια και τις αφορμές; Το βέβαιο είναι, ότι οι Σύμμαχοι δεν επέτρεψαν ελληνική στρατιωτική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη, και η απομάκρυνση των συνταγμάτων επέφερε αποδυνάμωση και εξασθένιση του μετώπου, πράγμα που προκάλεσε την οριστική απόφαση για την τουρκική επίθεση.

Κάποιος Τούρκος αυτόμολος, μερικές μέρες πριν από την επίθεση, έδωσε την πληροφορία, ότι η συγκέντρωση έναντι του μετώπου ισχυρών τουρκικών δυνάμεων είναι συνεχής. Αλλά τέτοιες ‘‘πληροφορίες’’ είχαν προηγηθεί πολλές, και μάλιστα προσδιορίζοντας και την ημερομηνία επιθέσεως, χωρίς ποτέ να επαληθευθούν. Τώρα όμως είχαμε την περίπτωση του ‘‘Γιάννη με τον λύκο’’, και οι καταφθάνουσες τουρκικές δυνάμεις αρχίζουν να αχνοφαίνονται στις διόπτρες της ελληνικής προκάλυψης. Μοιάζει με αιφνιδιασμό . . .

Ο Διοικητής του Α’ Σώματος Στρατού, Νικόλαος Τρικούπης, την 9η Αυγούστου, σε χρόνο ανύποπτο θα λέγαμε, εντέλλεται: «Είναι προφανές, ότι επ’ ουδενί λόγω επιτρέπεται να δώσουμε στον εχθρό την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί αιφνιδιαστική του ενέργεια. Οι αιφνιδιαστικές προσβολές της ημέρας ή της νυκτός, δεν επιτυγχάνουν, ει μη μόνον αν η υπηρεσία επιτηρήσεως εκτελείται πλημμελώς, ή αν οι οπλίτες δεν έχουν εξασκηθεί καλώς στον συναγερμό. Ο εχθρός επωφελείται της στιγμιαίας αταξίας, που μπορεί να επικρατήσει και στο καλλίτερο στράτευμα, όταν αυτό, υπέρ το δέον, εμφορείται υπό της ιδέας, ότι ουδέν θα συμβεί». Πόση εθνική συμφορά έχει σωρεύσει αυτή, ας πούμε, η διαχρονική πεποίθηση, ότι ‘‘ουδέν θα συμβεί’’! Μήπως και τώρα διανύουμε κάποια τέτοια περίοδο; Τι προσδοκούμε από τη στρατηγική της ψυχραιμίας; «Αν ο εχθρός επιχειρήσει επίθεση και αντί να μας αιφνιδιάσει, αιφνιδιαστεί ο ίδιος, τότε είναι βέβαιον ότι θα αποτύχει», συμπεραίνει ο στρατηγός. Αλλοίμονο, όμως, αυτή η εμπροσθοφυλακή θα αποδειχθεί η αχίλλειος πτέρνα της μάχιμης Στρατιάς.

Μετά την 9η νυκτερινή, της 12ης Αυγούστου 1922, η 1η τουρκική Στρατιά θα καταφέρει να μετακινήσει τις Μεραρχίες της έναντι και εγγύτατα των ελληνικών γραμμών. Οι πρώτοι πυκνοί τουρκικοί κανονιοβολισμοί ακούστηκαν στο Αφιόν Καρά Χισάρ, όπου η έδρα του Α’ Σώματος Στρατού, ξημερώματα της 13ης Αυγούστου. Άρχιζε η τουρκική αντεπίθεση. «Από χαραυγής σήμερον, εχθρός ανέλαβε επίθεση επί μετώπου από ποταμού Ακάρ μέχρι . . . Μάχη εξελίσσεται κανονικά . . . Προθέσεις εχθρού δεν διευκρινίσθησαν εισέτι», θα αναφέρει ο στρατηγός Ν. Τρικούπης, προς την Στρατιά Μικράς Ασίας, την 13.8.22 ώρα 7η πρωινή.
Αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον στρατηγό Παπούλα, από τον Μάιο του 1922, από τη Σμύρνη θα εκδώσει την πρώτη διαταγή της Στρατιάς, από την έναρξη των επιχειρήσεων, της οποίας το περιεχόμενο είχε απλώς τακτικό χαρακτήρα και οδηγίες διοικητικής φύσεως. Ο ίδιος θα υποστηρίξει, ότι ουδέποτε εξέδωσε διαταγή υποχωρήσεως. “Η μόνη μου εντροπή είναι ότι υπήρξα αρχιστράτηγος φυγάδων”, θα αναφωνήσει λίγο πριν την εκτέλεσή του. Η αδερφή του Αικατερίνη, για την ιστορία, είχε παντρευτεί τον Βρετανό διπλωμάτη λόρδο Εδουάρδο Λω. Ήταν η περίφημη, για την ομορφιά και την εκκεντρικότητά της, Λαίδη Λω.
«Τα κανόνια των Τούρκων βάλλουν ασταμάτητα. Σκάβουν γύρω μας τη γη. Δεν αφήνουν τίποτα όρθιο. Αυτοκίνητα, κάρα, στρατιώτες, υποζύγια, τινάζονται όλα στον αέρα. Ο κρότος των κανονιών, των πολυβόλων, των τουφεκιών, τα ανθρώπινα βογκητά και οι αναστεναγμοί, ‘‘Αλλάχ – Αλλάχ’’ από εκεί, ‘‘Αέρααα’’ από εδώ . . . είναι εικόνες που βγαίνουν από την κόλαση του Δάντη. Είναι κάτι το αδύνατον να αποφευχθεί. Είναι η μοιραία εξέλιξη ενός επικού αγώνα που τα είχε δώσει όλα για την πατρίδα, και δεν απέμενε παρά ο τραγικός Επίλογος». Κάπως έτσι θα ήθελε να μου περιγράψει την κατάσταση, κάπου το 1970, ο Σωτήρης Τσαρπατούρος, ένας αρχοντάνθρωπος από τον Αλισσό Αχαΐας, που είχε την τύχη να επιστρέψει σώος.

Ο Έλληνας ανέβηκε στο Πάνθεο του ηρωισμού και της θυσίας. Στάθηκε ακλόνητος και αλύγιστος. Μάρτυρας και ήρωας. Κατέρρευσε όταν πια αβοήθητος δεν του έμεινε τίποτε άλλο από την ψυχή. Η περαιτέρω θυσία ήταν άσκοπη, μάταιη. Ήταν προσφορά ανθρώπινων υπάρξεων σε μια άνιση αναμέτρηση. Τα μίση και τα πάθη, η δολερή διχόνοια, η προδοσία των συμμάχων μας, αλλά και η προπαγάνδα, είχαν ολοκληρώσει το ολέθριο έργο τους. Ο ελληνικός στρατός βρίσκεται περικυκλωμένος στη φρικτή κοιλάδα του Αλή Βεράν. Την ‘‘Κοιλάδα του θανάτου’’. Και στις 17 Αυγούστου αρχίζει το δράμα της υποχωρήσεως. Το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως κυριαρχεί. Και οι τραυματίες να εκλιπαρούν, ‘‘πού πηγαίνετε’’, ‘‘εμείς τι θ’ απογίνουμε’’, ‘‘μαζί δεν πολεμήσαμε για την πατρίδα’’, ‘‘γι’ αυτήν δεν τραυματιστήκαμε’’, ‘‘εμείς δεν έχομε μάνες’’, ‘‘συνάδελφε, σκότωσέ με, να μη με σφάξουν οι Τούρκοι’’. Και απάντηση να μην παίρνουν.

Τη μάχη του Αλή Βεράν διηύθυνε ο Κεμάλ. «Έκρινα, τότε, ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε να διευθύνονται εκ του σύνεγγυς για να ολοκληρωθεί τελεσφόρως η κυκλωτική κίνηση. Στο Σάλκιοϊ, το μέρος όπου κατείχετο προηγουμένως υπό του εχθρού, διαπίστωσα, ότι οι δυνάμεις του Τρικούπη ευρίσκοντο εντός κλοιού. Ο εχθρός εβάλλετο εκ των πυρών μας πανταχόθεν. Διά των ιδίων οφθαλμών μας έβλεπον, ότι ο εχθρός εδείκνυε σημεία ταραχής. Εκτύπα το ‘‘κεφάλι’’ του προς βορράν, προς ανατολάς και προς νότον. Όμως, κάθε κατεύθυνση είχε φραχθεί από τα πυρά μας», θα γράψει ο ίδιος ο Κεμάλ.
Το ηθικό της Στρατιάς είχε ολότελα καταπέσει. Κούραση, κακουχίες, μάχες, τραυματισμοί, πείνα και μια δίψα αβάσταγη. Δεν υπήρχε πια στρατός. Ένας συρφετός έσπρωχνε το ρεύμα της γενικής φυγής. Όλα ένα κουβάρι που κυλούσε προς την κατεύθυνση της θάλασσας, με τον εχθρό αδυσώπητα να πλησιάζει, σαν μοίρα που δεν μπορείς να την αποφύγεις. Και όσοι διατηρούσαν μέσα τους κάποια ψυχική ικμάδα, να διατυπώνουν αιτιάσεις ανάλογα με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. – Έ, ρε Βενιζέλε, τι μας έκανες! – Άχ, βρε Κώτσο, πως μας κατάντησες! Και οι ουδέτεροι, – Αχ, μάνα μου, δεν θα με ξαναδείς! Ναι, τα υπόλοιπα, στη φαντασία του καθενός μας, και στις πολλές διηγήσεις που ακολούθησαν.
Έξω από το Ουσάκ, υποχωρώντας, γίνεται γνωστό, ότι ο στρατηγός Τρικούπης συνελήφθη αιχμάλωτος. Πράγματι. Τον οδήγησαν στον Ισμέτ Πασά (Ινονού), Διοικητή της τουρκικής Στρατιάς, ο οποίος αμελητί τον παρουσίασε στον Μουσταφά Κεμάλ. «Άμα τη εισόδω μου στο γραφείο του, ούτος ηγέρθη και λίαν φιλοφρόνως, ομιλών γαλλιστί, μου είπε: ‘‘Έχετε υπόψη σας, ότι και ο Μέγας Ναπολέων συνελήφθη αιχμάλωτος. Σείς έχετε εκτελέσει το καθήκον σας πλήρως και μέχρι τέλους, δι’ ό και έχομεν απόλυτον εκτίμησιν και σεβασμόν προς υμάς. Εδώ δεν είσθε αιχμάλωτος, είσθε φιλοξενούμενος’’. Κατόπιν με ερώτησε: ‘‘Ελάβατε γνώσιν ότι διωρίσθητε Διοικητής Στρατιάς’’; Όχι, απάντησα. ‘‘Σας καθιστώ γνωστόν, ότι σας ανεζήτουν διά του ασυρμάτου, ίνα σας αναγγείλουν τον διορισμό σας’’, θα γράψει ο Μεσολογγίτης και γαλλοσπουδαγμένος στρατηγός Τρικούπης στις Αναμνήσεις του. Ναι, το Στρατηγείο της Σμύρνης δεν μπορούσε πλέον να επικοινωνήσει ούτε με τους Σωματάρχες του (Α,Β,Γ Σώμα)!

Τα βουνά και τα λαγκάδια της Μικράς Ασίας είναι σπαρμένα με τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων μαχητών. Τιμούμε τη μνήμη αυτών, τιμούμε τους 13000 νεκρούς, 15000 τραυματίες και 17000 εξαφανισμένους, και ψελλίζουμε, ‘‘Εσείς δεν νικηθήκατε’’. Θα αποφύγουμε να τους ‘‘σαβανώσουμε’’ με πολιτικές επενδύσεις. Ήταν τα θύματα μιας εκστρατείας που ξεκίνησε την 1η Μαΐου 1919, με απόφαση του Ελευθέριου Βενιζέλου, ανανεώθηκε στις 29 Μαΐου 1921, με απόφαση του Κωνσταντίνου, για την κατάληψη της Άγκυρας, τερματίστηκε στου Γουδή, ως εθνική τραγωδία! Ήταν μια ‘‘Εκστρατεία’’, για την οποία δεν μπορούμε να διατυπώσομε το λεγόμενο σε αναλύσεις επικών στρατιωτικών εγχειρημάτων:
«Σύλληψη – Προπαρασκευή – Εκτέλεση, αρίστη»! Ακριβώς, το αντίθετο!

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016