Αύξηση 4,6% κατέγραψαν οι πωλήσεις όπλων των εκατό μεγαλύτερων βιομηχανιών του τομέα σε διεθνές επίπεδο το 2018, με τις ΗΠΑ να διατηρούν τα πρωτεία στην αγορά αυτή, διαπιστώνει έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα.

Φθάνοντας τα 420 δισεκατομμύρια δολάρια, ο τζίρος των 100 μεγαλύτερων κατασκευαστριών όπλων στον κόσμο γνωρίζει αξιοσημείωτη άνοδο, χάρη κυρίως στη ζωτικότητα του τομέα στις ΗΠΑ.

Στις πρώτες θέσεις της κατάταξης φιγουράρουν τα μεγάλα ονόματα της αμερικανικής βιομηχανίας όπλων, στις οποίες αναλογεί μερίδιο 59% της αγοράς, ή τζίρος 246 δισεκ. δολάρια (+7,2% σε ετήσια βάση).

«Μέσα σε έναν χρόνο, αυτή είναι αξιοσημείωτη αύξηση, αν ληφθούν υπόψη οι ήδη πολύ μεγάλες πωλήσεις αμερικανικών όπλων», τόνισε η διευθύντρια του τμήματος του SIPRI που είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση των εξοπλισμών, η Οντ Φλεράν, στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Οι αμερικανικές εταιρείες προφανώς ωφελήθηκαν πολύ από τη στρατηγική της κυβέρνησης του ρεπουμπλικάνου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ που θέλει να εκσυγχρονιστεί το οπλοστάσιο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και βάζει ξανά στο επίκεντρο της προσοχής τους, ως τους κύριους αντιπάλους των ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα.

Αδιαλείπτως από το 2009, η μεγαλύτερη κατασκευάστρια όπλων στον κόσμο παραμένει η αμερικανική Lockheed Martin (είχε τζίρο 47,3 δισεκ. δολαρίων το 2018), με τις πωλήσεις να αντιστοιχούν στο 11% του συνόλου στον πλανήτη. Στο Top 100 συμπεριλαμβάνονται συνολικά 43 αμερικανικές εταιρείες.

Η Ρωσία, από την δική της πλευρά, παρέμεινε στη δεύτερη θέση της κατάταξης των μεγαλύτερων βιομηχανιών όπλων — όταν ομαδοποιούνται σε εθνικά σύνολα — με το μερίδιο αγοράς της να ανέρχεται στο 8,6%, ελαφρώς υψηλότερο από εκείνο του Ηνωμένου Βασιλείου (8,4%) και της Γαλλίας (5,5%).

Γενικότερα στην Ευρώπη εδρεύουν δύο μεγάλες πολυεθνικές βιομηχανίες όπλων (Airbus, MBDA), που επωφελούνται από την άνοδο της ζήτησης εξαιτίας «των ένοπλων συρράξεων που βρίσκονται σε εξέλιξη και των μεγάλων εντάσεων σε πολλές περιοχές», σημείωσε ακόμη η Φλεράν.

Η μελέτη του SIPRI δεν περιέχει στοιχεία τις πωλήσεις της Κίνας, για την οποία τα διαθέσιμα δεδομένα χαρακτηρίζονται ανεπαρκή από το ινστιτούτο. Ωστόσο, το ίδιο εκτιμά ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη θα μπορούσε κάλλιστα να έχει από τρεις ως επτά εταιρείες στην κορυφαία εκατοντάδα [1].

Η Κίνα αφιερώνει το 1,9% του ΑΕΠ της για την άμυνα από το 2013.

Η Almaz-Antey, η μεγαλύτερη από τις ρωσικές βιομηχανίες όπλων στην κατάταξη Top 100 του SIPRI, βρίσκεται στην ένατη θέση, με τζίρο 9,6 δισεκ. δολαρίων (+18% σε σύγκριση από το 2017), καταγράφοντας αλματώδη άνοδο δεκαπέντε θέσεων σε σύγκριση με το 2009.

Αυτή η άνοδος «εξηγείται όχι μόνο από το σφρίγος της εγχώριας ζήτησης, αλλά και από τη συνεχή ανάπτυξη των πωλήσεων όπλων σε άλλα κράτη, ειδικά τις εξαγωγές του συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας S-400», αναφέρεται στην έκθεση.

Οι πωλήσεις των ρωσικών βιομηχανιών όπλων ως σύνολο, παρά την θεαματική αύξηση αυτών της Almaz-Antey, αντιστοιχούν στο 9% των παγκόσμιων και ήταν ελαφρά μειωμένες πέρυσι σε σχέση με το 2017.

Στην Τουρκία η βιομηχανία όπλων τα πήγε καλά, με δύο εταιρίες να συμπεριλαμβάνονται στην κορυφαία εκατοντάδα της παγκόσμιας κατάταξης και τον τζίρο να καταγράφει άνοδο κατά 22% μέσα σε έναν χρόνο στα 2,8 δισεκ. δολάρια.

Η χώρα αυτή, που βρίσκεται σε πόλεμο μεγάλης διάρκειας με τους Κούρδους, κινητοποιείται για να εκπληρώσει τον στόχο της «ανεξαρτησίας της ως προς τους εξοπλισμούς και αναπτύσσει παραγωγικές δυνατότητες σε όλους τους τομείς — των χερσαίων συστημάτων, των αεροπορικών, των ναυτικών κ.ο.κ.», σύμφωνα με τη Φλεράν.

Οι βιομηχανίες όπλων που εδρεύουν στη Βρετανία παρέμειναν στην πρώτη θέση ως προς βάσει τζίρου στη δυτική Ευρώπη: οι πωλήσεις τους ήταν 35,1 δισεκ. δολάρια, μειωμένες κατά σχεδόν 5% σε ετήσια βάση. Η μείωση αυτή, ειδικά των πωλήσεων της BAE Systems (6η στην παγκόσμια κατάταξη), αποδόθηκε στις καθυστερήσεις στην προμήθεια όπλων των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων.

Οι έξι γαλλικές εταιρείες στην κορυφαία εκατοντάδα της παγκόσμιας κατάταξης είχαν συνδυασμένο τζίρο 23,2 δισεκ. δολαρίων, κυρίως χάρη στη Dassault, που παράγει ιδίως μαχητικά αεροσκάφη. Οι συνολικές πωλήσεις των τεσσάρων κυριότερων γερμανικών βιομηχανικών όπλων είδαν τον δικό τους τζίρο να μειώνεται κατά 4%.

Η Rheinmetall παρ’ όλ’ αυτά αψήφησε την τάση και αύξησε τις πωλήσεις της κατά 4%, κυρίως προμηθεύοντας τεθωρακισμένα οχήματα στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις.

Το ινστιτούτο της Στοκχόλμης, που ιδρύθηκε το 1966 από τη σουηδική κυβέρνηση, παρακολουθεί συστηματικά τις στρατιωτικές δαπάνες και τις πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016