Κατά την παράδοσή του στους σπουδαστές του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Τομέα Δημόσιου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «η αξία του Ανθρώπου και ο Ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Συντάγματος», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος τόνισε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

Μετά το πέρας της πανδημίας του Covid-19 -που επιστημονικώς θεωρείται ήδη ορατό, τουλάχιστον στον Ευρωπαϊκό χώρο- είναι ανάγκη να «ξανασυναντήσουμε» τον Άνθρωπο και την Ελευθερία, ως μέσο υπεράσπισης της αξίας του και διασφάλισης της απρόσκοπτης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.

Α. Ταυτοχρόνως δε να βρούμε το «εμβόλιο» που θα μας οδηγήσει στο να εμβαθύνουμε στον εαυτό μας και στον «πλησίον» μας -στον «πλησίον» μέσα στην πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης αφού, και με την σημερινή δεινή εμπειρία, «πλησίον» μας είναι κάθε συνάνθρωπός μας στον Πλανήτη -σε τελική δε ανάλυση στον Άνθρωπο. Με άλλες λέξεις, το «εμβόλιο» αυτό είναι προορισμένο -και γι’ αυτό η σημασία του είναι ανεκτίμητη- να μας αποκαλύψει αφενός την αξία του Ανθρώπου, ως άτμητο πυρήνα της υπόστασής του και, αφετέρου, το καίριο χρέος του σεβασμού της, μέσ’ από κάθε πτυχή της, από την πιο σπουδαία ως την φαινομενικώς πιο ασήμαντη.

Β. Για εμάς, τους Έλληνες, αυτό το εμβληματικό διακύβευμα μπορεί ν’ αποδειχθεί ευχερέστερα προσπελάσιμο και προσβάσιμο, αν αναλογισθούμε τις εξής δύο παραμέτρους:

1. Πρώτον, τον Ανθρωπισμό μας, ο οποίος είναι βασικό συστατικό της ψυχοσύνθεσής μας, λόγω των ιστορικών και πολιτισμικών μας καταβολών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ανθρωπισμός υπήρξε βασικό χαρακτηριστικό του Ελληνικού Πολιτισμού, από την ρίζα του ως την σύγχρονη μορφή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην διαδρομή της συμπόρευσης του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος με την Χριστιανική Διδασκαλία. Την Διδασκαλία που «αποθεώνει» τον Ανθρωπισμό, χαράσσοντας το διάνυσμα ανάμεσα στο «αγαπάτε αλλήλους» και στην απόλυτη μορφή του, ήτοι το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Κάπως έτσι, άλλωστε, Αρχαία Ελλάδα και Χριστιανική Διδασκαλία είναι οι δύο από τους τρεις -ο τρίτος είναι η Αρχαία Ρώμη- πυλώνες του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, και γι’ αυτό ο τελευταίος έχει «μπολιαστεί» ευεργετικά από το πνεύμα του Ανθρωπισμού και της Αλληλεγγύης. Αυτός ο Πολιτισμός μας είναι και θα είναι Ανθρωποκεντρικός. Αλλιώς δεν πρόκειται να επιβιώσει.

2. Και, δεύτερον, την θεσμική παρακαταθήκη, την οποία μας παρέχει το Σύνταγμά μας, ανάγοντας, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, την υποχρέωση προστασίας της αξίας του Ανθρώπου και τον σεβασμό της σε θεμελιώδη ρήτρα, η οποία διατρέχει την ερμηνεία και εφαρμογή του συνόλου των λοιπών συνταγματικών διατάξεων. Με την έννοια ότι η ως άνω θεμελιώδης ρήτρα συνιστά πραγματική «ερμηνευτική βάση» των διατάξεων του Συντάγματος και της σύμφωνης με αυτό νομοθεσίας, κατ’ εξοχήν δε των διατάξεων ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων. Και στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, in dubio -δηλαδή «εν αμφιβολία»- πρέπει να επιλέγεται εκείνη η ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, η οποία είναι σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αναφορικά με την θεμελιώδη ρήτρα της υποχρέωσης σεβασμού και προστασίας της αξίας του Ανθρώπου.

Γ. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι ο Συντακτικός Νομοθέτης, επικουρούμενος και από τις πολύ μεγάλες εκφραστικές δυνατότητες της Γλώσσας μας, κάθε άλλο παρά τυχαία κατέληξε στην έννοια της «αξίας» -και όχι στην διεθνώς καθιερωμένη έννοια της «αξιοπρέπειας»- στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Όπως άκρως συνειδητή και συμβολική πρέπει να θεωρηθεί και η επιλογή του, να θέσει την άνω διάταξη στο Α΄ Τμήμα του Πρώτου Μέρους τους Συντάγματος. Τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά πρέπει ν’ αξιοποιούνται, στο ακέραιο, από τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή των συνταγματικών εν γένει ρυθμίσεων.

1. Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνει γενική ρήτρα, υπό το φως της οποίας πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται τόσο οι λοιπές διατάξεις του Συντάγματος, όσο και όλες οι ρυθμίσεις της Έννομης Τάξης, οι οποίες θεσμοθετούνται σ’ εκτέλεση του Συντάγματος. Η διάταξη αυτή ανάγει τον Άνθρωπο σε υπέρτατη αξία για την Έννομη Τάξη, προσδίδοντας, και στο Σύνταγμα αλλά και σε αυτήν, έναν έντονα Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα.

2. Υπό το φως της ως άνω διαπίστωσης, οι διατάξεις της Έννομης Τάξης πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο σύμφωνο με το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, επιπλέον δε, in dubio, πρέπει να επιλέγεται η ερμηνεία εκείνη, η οποία δεν θίγει την κατά το Σύνταγμα έννοια της αξίας του Ανθρώπου.

Δ. Η αξία του Ανθρώπου, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι έννοια αυτονοήτως ευρύτερη εκείνης της αξιοπρέπειας, γεγονός το οποίο συνεπάγεται και το ότι ο θεσμικός «προστατευτικός μανδύας» της αξίας του Ανθρώπου υπερκαλύπτει, κατά πολύ, το πεδίο της προσωπικότητας του Ανθρώπου και των μέσων ελεύθερης ανάπτυξής της.

1. Κατ’ ακρίβεια, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αξία του Ανθρώπου αφορά τον Άνθρωπο ως βιολογικό οργανισμό, με νοημοσύνη και συνείδηση -και, κατά τούτο, τον διαφοροποιεί από άλλα έμβια όντα- και προστατεύει την ζωή του, από την σύλληψή του ως τον θάνατό του.

2. Υπό τα ως άνω δεδομένα, η αξία του Ανθρώπου, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, παράγει έννομες συνέπειες, οι οποίες αφορούν:

α) Πρώτον, τον ίδιο τον φορέα της, με κυριότερη συνέπεια το ότι ναι μεν μπορεί να προστατεύεται μέσω αυτής και ν’ αναπτύσσει ελευθέρως την προσωπικότητά του, πλην όμως θεσμικώς δεν υφίσταται υπέρ αυτού δικαίωμα στην ζωή, γεγονός το οποίο αποκλείει, μεταξύ άλλων, δικαίωμα στην αυτοκτονία και στην ευθανασία.
β) Δεύτερον, την Πολιτεία, με κυριότερη συνέπεια το ότι αυτή πρέπει να σέβεται και να προστατεύει την αξία του Ανθρώπου ως τον θάνατό του. Και μάλιστα, όχι μόνον αποφεύγοντας να την θίξει αλλά και με θετικές ενέργειες, π.χ. λαμβάνοντας ιδιαίτερα μέτρα υπέρ των οικονομικώς ασθενέστερων βαρέως πασχόντων, ιδίως περί το τέλος της ζωής τους, ώστε ο θάνατός τους να επέλθει μόνο με φυσικό τρόπο και αξιοπρεπώς.
γ) Τρίτον, των συνανθρώπων, με κυριότερες συνέπειες από την μια πλευρά την απαγόρευση της συμμετοχής τους στην αυτοκτονία και στην ευθανασία. Και, από την άλλη πλευρά, την συμμετοχή τους στην διαδικασία των μεταμοσχεύσεων μόνον υπό όρους γνήσιου Ανθρωπισμού και ουσιαστικής Αλληλεγγύης, κατ’ ουδένα δε τρόπο υπό όρους που οδηγούν σε πρακτικές εμπορευματοποίησης του ανθρώπινου σώματος.