Με τον όρο κυβερνοπόλεμος αναφερόμαστε τις πράξεις διείσδυσης ενός κράτους στα πληροφοριακά συστήματα και δίκτυα ενός άλλου κράτους, για να προκαλέσει ζημιά ή διαταραχή της λειτουργίας τους. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου τα υπολογιστικά συστήματα συνεχώς εξελίσσονται και λειτουργούν δικτυωμένα, οι υποδομές είναι όλο και πιο ευάλωτες σε κυβερνοεπιθέσεις διαφόρων μορφών.

Μπορεί η πλειοψηφία όσων χειρίζονται ηλεκτρονικό υπολογιστή και περιηγούνται στο διαδίκτυο να το κάνουν για ειρηνικούς σκοπούς, όπως μια επίσκεψη στο NetBet που προτείνει συναρπαστικά παιχνίδια με υπέροχα γραφικά, για πολλές ώρες διασκέδασης και χαλάρωσης, αλλά στα χέρια κάποιου κακόβουλου ένα απλό λάπτοπ μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνο όπλο.

Ο κυβερνοπόλεμος αποτελεί συστατικό στοιχείο του πληροφοριακού πολέμου, τον οποίο εφαρμόζουν κατά κύριο λόγο τα σύγχρονα κράτη. Θεωρείται ως μία ήπια μορφή πολεμικής σύγκρουσης, η οποία δεν προκαλεί, προς το παρόν, ανθρώπινες απώλειες, προβάλλοντάς την ως μία περισσότερο «νομιμοποιημένη» και αποδεκτή από το ευρύ κοινό επιλογή.

Αν και κανένα κράτος δεν έχει επίσημα κηρύξει κυβερνοπόλεμο με κάποιο άλλο, είναι πολλές οι αναφορές για κυβερνοεπιθέσεις με διάφορες μορφές.

Τα σύγχρονα κράτη εξαρτώνται όλο και περισσότερο από υπολογιστικά συστήματα για να διαχειριστούν υποδομές όπως τα αεροδρόμια, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα, τις οικονομικές υπηρεσίες, τα δίκτυα ενέργειας, τις συγκοινωνίες, τις υπηρεσίες παροχής υγειονομικής κάλυψης, μεταξύ άλλων, και έτσι γίνονται όλο και πιο ευάλωτα στον κυβερνοπόλεμο.

Μια επίθεση ή μια απειλή επίθεσης στις υποδομές ενός κράτους μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματική με μια συμβατική στρατιωτική επίθεση, καθώς η πρόκληση φθορών ή ολικής καταστροφής τους οδηγεί στην ευκολότερη επικράτηση στο πεδίο της μάχης.

Λόγω της ανοιχτής αρχιτεκτονικής του διαδικτύου ο επιτιθέμενος έχει τη δυνατότητα να αποκρύψει την ταυτότητα και τις πραγματικές του προθέσεις. Ως εκ τούτου δεν είναι εφικτός ο άμεσος, χρονικά, εντοπισμός της προέλευσης της επίθεσης.Επίσης, πολλοί στόχοι λειτουργούν βάσει λογισμικού, που παράγεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις, προοριζόμενο για ευρεία κατανάλωση και έτσι δεν δίνεται βαρύτητα στον τομέα της ασφάλειας.

Τα κυβερνοόπλα έχουν μικρό κόστος, διατίθενται χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς και ο χειρισμός τους επιτυγχάνεται εύκολα από τον καθένα. Μπορούν να προκαλέσουν όμως μεγάλες ζημιές, σε οικονομικό επίπεδο.

Στις μέρες μας, τα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη που διαθέτουν τεχνογνωσία και οικονομική δυνατότητα επενδύουν στην έρευνα για τον κυβερνοπόλεμο. Σύμφωνα με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών πάνω από τριάντα κράτη αναπτύσσουν δυνατότητες κυβερνοεπιθέσεων, αν και τα περισσότερα από αυτά τα προγράμματα καλύπτονται από μυστικότητα. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια κούρσα εξοπλισμών, στο ψηφιακό πεδίο.

Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ως πιθανές απειλές για κυβερνοεπιθέσεις τη Ρωσία, την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν. Ειδικά για τη Ρωσία, υποστηρίζουν ότι έχει αναπτύξει εδώ και καιρό ένα «πολύ προχωρημένο επιθετικό κυβερνοπρόγραμμα» και έχει εκτελέσει καταστροφικές κυβερνοεπιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων επιθέσεων σε ζωτικές υποδομές.

Και όπως είναι φυσικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν μείνει πίσω στην ανάπτυξη δυνατοτήτων για κυβερνοάμυνα και κυβερνοεπίθεση. Σε ομιλία του 2016 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα είπε: «μπαίνουμε σε μια νέα εποχή, όπου πολλές χώρες έχουν προχωρήσει προγράμματα με μεγάλες δυνατότητες. Αλλά, με κάθε ειλικρίνεια, πιστεύω ότι εμείς είμαστε πολύ μπροστά, τόσο για επιθετικούς όσο και για αμυντικούς σκοπούς».