Του Κων. Φράγκου

Πέρασαν εβδομήντα επτά (77) χρόνια από τότε. H Χώρα φαινόμενο, η Ελλάδα, που συνέτριψε τον εισβολέα, μια πάνοπλη Αυτοκρατορία, την Ιταλία, κτυπημένη και από τη μεγαλύτερη πολεμική μηχανή της εποχής, την Χιτλερική Γερμανία καταρρέει.

Το μέτωπο δεν μπορεί να κρατήσει άλλο. Οι Έλληνες στρατιώτες πολεμούν ηρωικά κι’ απεγνωσμένα εις μάτην. Έπρεπε να γίνει ανακωχή για να σωθούν οι μαχητές και να μην βομβαρδιστεί η Χώρα. Έργο μιας τέτοιας πράξης είναι αρμοδιότητα των πολιτικών. Αυτοί λουφάζουν για να μην χρεωθούν την πράξη και διατάσσουν στους στρατιωτικούς να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρι εσχάτων. Έτσι συνέφερε στην Αγγλία. Βρίσκεται ο γενναίος Στρατηγός Τσολάκογλου πρόθυμος ν’ αναλάβει το βάρος ευθύνης. Αν σταματούσε εκεί θα ήταν ήρωας. Έγινε και Πρωθυπουργός αλλά δεν κατάφερε να κρατήσει τις ισορροπίες, υποχώρησε σε πολλά σημεία στους Γερμανούς. Γι’ αυτό θεωρήθηκε προδότης και ως τέτοιος δικάσθηκε.

«Ο Αθηναϊκός λαός αντιμετωπίζει τα γεγονότα με σταθεράν πεποίθησιν ότι όλα βαίνουν προς τον καλύτερον, ότι λήξαντος του πολέμου, διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος … Αι γερμανικοί αρχαί εμφορούμεναι από τας φιλικωτέρας
των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού, τας αρετάς και τα προτερήματα του οποίου δεν ήργησαν να γνωρίσουν, θα τον συντρέξουν -περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία- εις πάσαν θετικήν και
εποικοδομητικήν του προσπάθειαν». Όταν τα έγραφε αυτά η «Καθημερινή», την Τρίτη, 29 Απριλίου του 1941, η Πηνελόπη Δέλτα χαροπάλευε. Είχε πάρει δηλητήριο δύο μέρες πριν, την Κυριακή 27 Απριλίου, όταν οι πρώτες γερμανικές μη­χανοκίνητες φάλαγγες εισέβαλλαν στην Αθήνα.

Ή συγγραφέας θα κατέληγε λίγες μέρες μετά, στις 5 Μαΐου, στα 67 της χρόνια, χάνοντας την «περίοδο της ειρή­νης και της παραγωγικής δραστηριότη­τος», που υποσχόταν και η ιστορική εφημερί­δα. Στη Θεσσαλονίκη ήδη, υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τους Ναζίδες οι Μητροπολίτης, Δήμαρχος και ένας Καθηγητής που τους χαιρέτισε Ναζιστικά!
Δεν ξέρω πόσοι κύριοι και κυρίες της καλής κοινωνίας, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, εξοργίστηκαν ή έπαθαν κατάθλιψη όταν εί­δαν τη σβάστικα να κυματίζει στην Ακρό­πολη.

Ξέρω όμως ότι μετά τη συνθηκολό­γηση Τσολάκογλου, στις 20 Απριλίου, οι κεφαλές της χώρας την έκαναν με «ελαφρά πηδηματάκια»: ο βασιλιάς Γεώργιος με τον πρωθυπουργό Εμμ. Τσουδερό, τον πρίγκι­πα Πέτρο και τον Άγγλο πρεσβευτή σερ Μάικλ Πάλερετ εγκατέλειψαν τη χώρα μ’ έ­να υδροπλάνο στις 23 Απριλίου, ενώ δύο μέρες πριν είχαν φύγει ο διάδοχος Παύλος και Φρειδερίκη. Επίσης, όπως γράφει ο ναύαρχος Σακελλαρίου, τη νύχτα της 22ας Απριλίου αναχώρησαν με τα αντιτορπιλικά «Β. Ολγα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ» «άπαντες οι υπουργοί, Ο Διοικητής και ο Υποδιοικη­τής της Τραπέζης της Ελλάδος και μερικοί κρατικοί επίσημοι και μη λειτουργοί, οι πλείστοι με τας οικογενείας των – γυναίκες, τέκνα, πενθερές, κουβερνάντες – και τας αποσκευάς των – μπαούλα, βαλίτσες και τουαλέτες, τσάντες με ρουχισμό, μερικοί με παιχνίδια των παιδιών των και κάποιοι με τα χρυσαφικά των».

Σημειώνω ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, μαζί με την ελίτ «ταξίδευσε» προς Αίγυπτο και μέρος των αποθεμάτων χρυσού της Τράπεζας Ελλάδος ο οποίος δεν έδωσε, περαιτέρω, σημεία ζωής. Το υπόλοιπο το άρπαζαν οι Γερμανοί. Επίσης ότι ο εναέριος χώρος από την Ελλάδα μέχρι την Αίγυπτο ελεγχόταν απόλυτα από την Γερμανική Λουφτ βάφε. Ούτε το υδροπλάνο ούτε τα πλοία ενοχλήθηκαν. Η ελίτ είναι μια, προστατευόμενη και σεβαστή, παγκοσμίως.

Οι πολιτικοί Ηγέτες που την κοπάνησαν άφησαν το λαό ν’ αποδεκατισθεί, να πεινάσει, να δυστυχήσει. Το αντάρτικο περιήλθε, όπως ήταν φυσικό, στους Αριστερούς που πολέμησαν με πάθος. Μαζί τους οι δημοκρατικοί Ψαρρός-Ζέρβας, πολύ λιγότεροι.

Επανήλθαν λοιπόν η παρεπιδημούσα στην Αίγυπτο ευγενής πολιτική ελίτ της Ελλάδας και απαίτησε πάραυτα, να αναλάβει πάλι την διακυβέρνηση της Χώρας. Και τα κατάφερε (ΣΣ Δεν θα κάνω εδώ ιστορική και πολιτική ανάλυση για το πώς τα κατάφερε). Κατάφερε και κάτι άλλο χειρότερο. Επανέφερε με κάλπικο δημοψήφισμα τον αντιπαθή στον ελληνικό λαό Γεώργιο Β’.

Ο μεγάλος λογοτέχνης μας Νάνος Βαλαωρίτης αφηγείται (ΝΕΑ 21/03/18): Συνάντησα στις ΗΠΑ τον κορυφαίο Αμερικανό πνευματικό άνθρωπο Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ. Μου είπε:
– Είσαι ο δεύτερος επώνυμος Έλλην που γνωρίζω, ο πρώτος ήταν ο Βασιλεύς Γεώργιος. Τον είχα συναντήσει στην Ελβετία.
– Τότε, αγαπητέ φίλε, κάνεις λάθος. Είμαι ο πρώτος που γνωρίζεις γιατί ο Γεώργιος δεν είχε ούτε μια ρανίδα ελληνικό αίμα μέσα του.
Ο εθνικός ποιητής και μέγας πατριώτης Γ. Σεφέρης σημειώνει (ημερολόγιο 1944):
«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική ανυποληψία της Ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις. Είναι βέβαιο ότι τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν την Ελλάδα».
Αυτοί, οι τότε ελεεινοί, κατεδίωξαν τους πατριώτες μας και επιβράβευσαν τους συνεργάτες των Γερμανών, τους δοσίλογους και τους μαυραγορίτες. Έφτασαν να παραπέμψουν στο Δικαστήριο και να καταδικάσουν τον μεγαλύτερο ήρωα του Αλβανικού Μετώπου σεμνό στρατηγό Κατσιμήτρο!
Κάτι τέτοιο θα έγραφε και σήμερα ο Σεφέρης για τους πολιτικούς που ξεπούλησαν την Ελλάδα, παρέδωσαν ασυζητητί τα ιερά και όσια στην Τουρκία, δανείσθηκαν μανιωδώς για να υπάρξει περιθώριο ληστείας, καθιέρωσαν το άρθρο 86 του Συντάγματος για να τους προστατεύει, και λυσσούν να επανέλθουν στην εξουσία χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα και δημοκρατικά προσωπεία ή φερετζέδες.
Αιωνία η μνήμη των ηρώων του Ελληνογερμανοϊταλικού πολέμου, στα θύματα της κατοχής και τους ήρωες Έλληνες που πραγματοποίησαν μία εποποιία Αντίστασης. Καλή τύχη σήμερα στην χώρα μας που κινδυνεύει.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016