Γράφει ο Δημήτρης Σταυρόπουλος

Ο Κώστας Ευριπίδης το 1974 ήταν 21 ετών.
Υπηρετούσε την θητεία του στις κυπριακές ένοπλες δυνάμεις και στις 20 Ιουλίου απολυόταν!
Ενώ περίμενε το πολυπόθητο χαρτί να επιστρέψει σπίτι του, βρέθηκε στη δίνη της τουρκικής επίθεσης και της εισβολής, πολέμησε, τραυματίστηκε, συνελήφθη αιχμάλωτος, γνώρισε την φρίκη των τουρκικών φυλακών και σήμερα 46 χρόνια μετά θυμάται και περιγράφει συγκλονιστικά…

Η ΕΠΙΘΕΣΗ

«Καθώς ήμασταν οι πλέον έμπειροι,- η σειρά μας θα έπαιρνε το χαρτί απόλυσης στις 20 Ιουλίου,- είχαμε τοποθετηθεί σε ένα φυλάκιο πρώτης γραμμής στον Πενταδάκτυλο.
Με το που ξεκίνησε ο πόλεμος βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από Τούρκους (σ.σ. πριν την απόβαση είχε προηγηθεί αεροπορική επιδρομή και ρίψη αλεξιπτωτιστών στο τουρκοκυπριακό τμήμα της Λευκωσίας). Πίσω μας ήταν οι Τούρκοι, στα βόρεια έκαναν την απόβαση ενώ από την πλευρά της Κερύνειας ήταν το οχυρό τους στον Άγιο Ιλαρίωνα.
Ξυπνήσαμε πεντέμισι το πρωί με ένα τουρκικό αεροπλάνο να πετάει πάνω από την μονάδα μας και να αφήνει ντεπόζιτα βενζίνης.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον – αεροπλάνα και ελικόπτερα πάνω από την Λευκωσία, μεταγωγικά και τανκς στην Κερύνεια – καταλάβαμε πόσο μάταιο ήταν να πολεμάμε με τα όπλα που είχαμε που ήταν του ΙΙ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να ρίχνουμε στον αέρα περισσότερο από αγανάκτηση παρά με την ελπίδα ότι θα πετύχουμε κάποιον στόχο.
Αυτός ήταν και ο μεγάλος θυμός που είχαμε με τους συμπολεμιστές μας.
Ήμασταν στο επίκεντρο της απόβασης, στην καρδιά του πολέμου και δεν είχαμε τον κατάλληλο οπλισμό να αμυνθούμε ή να προκαλέσουμε έστω μία μικρή ζημιά. Μέναμε εκεί σχεδόν αμέτοχοι, τρεις ημέρες να παρακολουθούμε την απόβαση, τους βομβαρδισμούς των φυλακίων μας και τους Τούρκους να προελαύνουν.
Την έκτη ημέρα πήραμε διαταγή να αφήσουμε τις θέσεις μας – καθώς ήμασταν περικυκλωμένοι – και ξεκινήσαμε το βράδυ ανάμεσα από τις γραμμές των Τούρκων να περάσουμε σε εδάφη που δεν είχαν καταλάβει.
Στις 14 Αυγούστου πήραμε εντολή να μεταφερθούμε στον Άγιο Βασίλη της Σκυλλαρούς.
Μία ημέρα μετά, ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου οι μάχες είχαν γίνει ακόμη πιο έντονες.
Εμείς ξεκομμένοι όπως ήμασταν δεν είχαμε επαφή με το τι ακριβώς γινόταν στο υπόλοιπο νησί.
Κάποια στιγμή βλέπουμε στρατιώτες ακροβολισμένους γύρω από το χωριό. Δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε διακριτικά και προσπαθούσαμε να ακούσουμε κάποια συνομιλία για να καταλάβουμε εάν ήταν δικοί μας ή Τούρκοι.
Γίναμε όμως αντιληπτοί και οι Τούρκοι (σ.σ. όπως αποδείχτηκε) στρατιώτες άρχισαν να μας «γαζώνουν» από απόσταση διακοσίων μέτρων. Εμένα με πέτυχε μία σφαίρα στο πόδι κάτω από τον αστράγαλο.
Έπεσα κάτω, είπα στους άλλους δύο συμπολεμιστές μου να φύγουν, ο ένας μάλιστα ήταν ξάδελφος μου, και ενώ οι σφαίρες συνέχισαν να πέφτουν έβγαλα την φανέλα μου που ήταν άσπρη και την κουνούσα για να παραδοθώ.»

Η ΣΥΛΛΗΨΗ

«Ένας Τουρκοκύπριος βγάζει το πιστόλι από θήκη του, μου το ακουμπάει στον κρόταφο και μου λέει στα ελληνικά «τώρα θα σε σκοτώσω γιατί εσείς οι Ελληνοκύπριοι σκοτώσατε την γυναίκα μου και τα παιδιά μου». Δεν είχα το κουράγιο ούτε την δύναμη να του πω οτιδήποτε. Παρέμεινα καρτερικά να πατήσει την σκανδάλη.
Με μετέφεραν σε ένα πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο, μία τεράστια τέντα, που είχαν φτιάξει στο δρόμο Λευκωσίας – Κερύνειας.
Εκεί αφού προηγήθηκαν όλες οι επεμβάσεις στους δικούς τους στρατιώτες παρέλαβαν και εμένα και μου αφαίρεσαν – χωρίς αναισθητικό – την σφαίρα από το πόδι.
Πήγα να διαμαρτυρηθώ για τον πόνο και έρχεται από πάνω μου και με χτυπάει κάποιος για να μην κάνω φασαρία.
Στην συνέχεια με μετέφεραν σε φυλακές στην Λευκωσία μαζί με άλλους αιχμαλώτους.
Ήμασταν 10 άτομα σε ένα μικρό κελί, ένα χώρο που με δυσκολία μας χωρούσε και τους 10 απλωμένους κάτω. Το φαγητό μας ήταν ψωμί και λίγες ελιές.»

ΣΤΙΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

«Ύστερα από μία εβδομάδα μεταφερθήκαμε στην Τουρκία, στα Άδανα, σε στρατιωτικές φυλακές.
Πάλι ξύλο εδώ και για καλή μου τύχη εμένα με μετέφεραν στο νοσοκομείο των φυλακών εξαιτίας του τραυματισμού μου στο πόδι.
Εκεί ήμουν με άλλους δύο – τρεις  Ελληνοκύπριους τραυματίες.
Ένα πράγμα που κράτησε την σκέψη μου μακριά από μαύρες σκέψεις ήταν η αγωνία που είχα για το πόδι μου. Παράλληλα μαζί με τους συγκρατούμενους μου κάναμε ατελείωτες συζητήσεις για το μέλλον μας. Ο χρόνος δεν περνούσε με τίποτα, από κάποια στιγμή και μετά δεν ξέραμε τι ημέρα ήταν ή πόσες ημέρες βρισκόμασταν εκεί.
Όλοι είχαμε όμως θετική σκέψη. Δεν αφήναμε να μας πάρει από κάτω, λέγαμε για το τι θα κάναμε όταν επιστρέφαμε.
Ένας άλλος τραυματίας μου έλεγε με λεπτομέρειες για το εστιατόριο που θα άνοιγε στη Αμμόχωστο.
Φυσικά τότε δεν ξέραμε για την τύχη της.
Στην συνέχεια μας μετέφεραν σε μια άλλη πόλη, την Ατίαμα, η οποία βρίσκονταν πιο ανατολικά.
Μία απόσταση 12 ωρών με το λεωφορείο.
Εκεί ήταν που μάθαμε ότι γίνονται συνομιλίες για ανταλλαγή αιχμαλώτων. Πράγματι μετά από λίγες ημέρες μας επισκέφθηκαν από τον Ερυθρό Σταυρό και μας ενημέρωσαν για τις κινήσεις αυτές.
Μας έβαλαν ξανά στα λεωφορεία και μας μετέφεραν ξανά στα Άδανα.
Πλέον με συνοδεία του Ερυθρού Σταυρού οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες.
Μας κούρεψαν, μας έδωσαν ρούχα, φαγητό και μας μετέφεραν σε ένα πλοίο για να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής για τα σπίτια μας μετά από έξι εβδομάδες αιχμαλωσίας.»

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

«Μείναμε ένα βράδυ στην Λευκωσία και την επόμενη έγινε η ανταλλαγή.
Εγώ είχα την χαρά να είμαι ο πρώτος αιχμάλωτος που απελευθερώθηκε καθώς λόγω του τραυματισμού μου ήμουν ο πρώτος που κατέβηκε από το λεωφορείο στις 21 Σεπτεμβρίου του 1974 στην ξενοδοχειακή σχολή Λευκωσίας.
Είχα την χαρά να μεταφέρω μηνύματα από αρκετούς που ήταν μαζί μου αιχμάλωτοι στις φυλακές της Τουρκίας. Μάλιστα μέρες μετά πήγαινα με τον πατέρα μου από χωριό σε χωριό, από σπίτι σε σπίτι, για να ενημερώσω για όσους ήξερα.
Μιλάμε για πραγματική χαρά γιατί ένοιωθα ότι έδινα ελπίδα και ανακούφιση σε όλους αυτούς που θεωρούσαν τους δικούς ακόμη και νεκρούς, όπως θεωρούσαν και εμένα  όταν με άφησαν αιμόφυρτο μετά τον τραυματισμό μου οι συμπολεμιστές μου.
Μαζί με την χαρά όμως είχα και την θλίψη καθώς στην στιγμή της απελευθέρωσης μας πέρα από τους δικούς μας είχε συγκεντρωθεί και ένα πλήθος από μαυροφορεμένες γυναίκες με φωτογραφίες αγνοουμένων που γύρευαν την παραμικρή πληροφορία. Ήταν μία από τις πιο δύσκολες στιγμές καθώς κάποιος σου ζητούσε ελπίδα και δεν μπορούσες να του την δώσεις. Περνούσαμε από ένα διάδρομο που είχαν ανοίξει και ακούγαμε δεξιά και αριστερά «μήπως είδες το παιδί μου», «αυτός είναι ο άντρας μου τον έχεις δει κάπου».
Μετά από 42 ημέρες αιχμαλωσίας η κόλαση συνεχιζόταν ακόμη και μετά από την απελευθέρωση μας»…

Πηγές

Κωστής Χριστοδούλου

News 247

Google News

Ακολουθήστε το Militaire.gr στο Google News για να ενημερώνεστε για όλα τα τελευταία άρθρα μας.

Avatar
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016