Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

PhD© Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

Συνεχίζεται η ένταση στις σχέσεις Κίνας-Ινδίας λίγες ημέρες αφότου στρατιώτες των δύο χωρών ενεπλάκησαν μεταξύ τους σε αψιμαχίες και πετροπόλεμο, ο οποίος  οδήγησε στον ελαφρύ τραυματισμό 7 Κινέζων και 4 Ινδών συνοριοφυλάκων. Το περιστατικό έλαβε χώρα στην οροσειρά των Ιμαλάιων, στο συνοριακό πέρασμα Νούκα Λα κοντά στο Θιβέτ, σε υψόμετρο άνω των 5000 μέτρων. Το Πεκίνο αναφέρει ως αιτία της έντασης την παραβίαση των Κινεζικών συνόρων από Ινδούς στρατιώτες, οι οποίοι ξεκίνησαν την κατασκευή οχυρωματικών έργων εντός της Κινεζικής επικράτειας. Αντίθετα το Νέο Δελχί απαντά ότι οι δυνάμεις του εργαζόταν εντός της Ινδικής επικράτειας.

Η πρόσφατη δήλωση του εκπροσώπου του υπουργείου εξωτερικών της Κίνας Ζάο Λιτζιάν αποτυπώνει τη διάθεση της Κινεζικής κυβέρνησης να επιμείνει στις θέσεις της γύρω από το ζήτημα των Σινο-Ινδικών συνόρων, το οποίο λειτουργεί ως σοβαρή πηγή έντασης για τις δύο χώρες, ιδιαίτερα μετά το 2017. Ο Κινέζος αξιωματούχος ανέφερε ότι «Προτρέπουμε την Ινδία να συναντήσει την Κίνα στα μισά του δρόμου και να αποφύγει τη λήψη μέτρων που ενδέχεται να περιπλέξουν την κατάσταση των συνόρων και να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για μία ένοπλη σύρραξη. Οι δύο πλευρές βρίσκονται σε διπλωματική επικοινωνία για το ζήτημα των συνόρων». Παράλληλα αντίστοιχο μήνυμα φαίνεται να στέλνει και η δήλωση του προέδρου Σι στη διάρκεια της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης του ΚΚΚ, ότι τα στρατεύματα του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) είναι έτοιμα «για παν ενδεχόμενο».

Οι διαφωνίες των δύο χωρών σχετικά με τον καθορισμό των μεταξύ τους συνόρων δεν είναι καινούριες. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, όταν ο Κινεζικός PLA κυριάρχησε στο Θιβέτ, το Πεκίνο διακήρυξε ότι δεν αποδέχεται την οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ της υπό Βρετανικού ελέγχου Ινδίας και του Θιβέτ, την οποία έκανε ο στρατηγός Χ. ΜακΜάχον το 1914 και την οποία αποδέχθηκε η Ινδία όταν έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1947. Μάλιστα οι διαφωνίες Πεκίνου-Νέου Δελχί εξελίχθηκαν σε μια σημαντική στρατιωτική σύγκρουση το 1962, στην οποία το Νέο Δελχί υπέστη ντροπιαστική ήττα. Σε εκείνη τη σύγκρουση έχασαν τη ζωή τους περίπου 1400 Ινδοί και περίπου 730 Κινέζοι στρατιώτες. Ακολούθησαν άλλα δύο λιγότερο σοβαρά επεισόδια, ένα στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και ένα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ενώ το τελευταίο επεισόδιο μεταξύ των δύο χωρών διαδραματίστηκε το 2017 και αφορούσε μια διαφιλονικούμενη περιοχή ανάμεσα στο συμμαχικό προς την Ινδία βασίλειο του Μπουτάν και την Κίνα. Τότε το Νέο Δελχί ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Θιμφού και έστειλε στρατεύματα στην ορεινή χώρα, τα οποία απαθανατίστηκαν σε βίντεο να χειροδικούν με τους Κινέζους συναδέλφους τους.

Ο ανταγωνισμός Κίνας-Ινδίας αποτελεί έναν από τους στρατηγικούς ανταγωνισμούς της Ευρασίας, καθώς οι δύο χώρες είναι οι πλέον ανερχόμενες κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις της υπερηπείρου. Διαθέτουν και οι δύο τεράστια έκταση, συντριπτικό πληθυσμό, άφθονο φτηνό και σταθερά εξελισσόμενο εργατικό δυναμικό, σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, εκτεταμένη αγορά, πρόσβαση στην υψηλή τεχνολογία, αναπτυσσόμενες ένοπλες δυνάμεις, μεγάλη πολιτισμική επιρροή στην Ασία, κ.α. Όλοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στη κάθε μία να διεκδικεί για τον εαυτό της μια ευρεία σφαίρα επιρροής στη νότια Ασία και την Ινδοκίνα, στην οποία δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή η παρουσία και η επιρροή μιας άλλης και μάλιστα με ανταγωνιστική ισχύ δύναμης.

Σε αυτά τα πλαίσια η καχυποψία μεταξύ των δύο χωρών είναι μόνιμο φαινόμενο, με την Ινδία να αντιλαμβάνεται τις παραδοσιακά καλές σχέσεις Κίνας-Πακιστάν, Κίνας-Μιανμάρ, αλλά και την αυξανόμενη Κινεζική επιρροή στη Σρι-Λάνκα ως απόπειρες περικύκλωσης της από την Κίνα, ενώ την Κίνα φαίνεται να απασχολούν αντίστοιχοι φόβοι, εξαιτίας της σύσφιξης των σχέσεων ΗΠΑ-Ινδίας, των καλών σχέσεων Ρωσίας-Ινδίας και των ανοιγμάτων της τελευταίας σε Αυστραλία και Ιαπωνία. Αυτή η καχυποψία είναι που δεν επιτρέπει την πρόοδο στην εξέλιξη του συνοριακού τους ζητήματος, ενώ το καθιστά πηγή σοβαρών εντάσεων.      

Ωστόσο στην παρούσα συγκυρία Πεκίνο και Νέο Δελχί δείχνουν να μην επιθυμούν να έρθουν σε πλήρη αντιπαράθεση. Άλλωστε είναι κοινή πεποίθηση στις δύο πρωτεύουσες ότι αυτό που προέχει τώρα είναι η συνέχιση της κεφαλαιοκρατικής τους ανάπτυξης, την οποία θεωρούν ότι επιτρέπει η χρονική περίοδος που διανύουμε, αλλά και κατ’ επέκταση η αξιοποίηση αυτής της ανάπτυξης για τη μεθοδική απόκτηση πολιτικής-διπλωματικής, πολιτισμικής (soft power) και στρατιωτικής (hard power) ισχύος. Μία σημαντική μεταξύ τους εμπλοκή θα διατάρασσε την υπάρχουσα δυναμική στην καπιταλιστική τους ανάπτυξη, ενώ θα ελλόχευε τον κίνδυνο εμπλοκής και άλλων δυνάμεων (Πακιστάν, ΗΠΑ) και άρα μιας γενικότερης αποσταθεροποίησης της νότιας Ασίας, προοπτική που δεν αντιμετωπίζουν με αυτοπεποίθηση, όπως προκύπτει και από τα γραφόμενα αξιωματούχων τους. Συνεπώς δεν προξενεί εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις των δύο χωρών εργάστηκαν για την αποκλιμάκωση της μεταξύ τους έντασης μετά το 2017, γεγονός που οδήγησε στις συναντήσεις Μόντι-Σι στην Κίνα το 2018 και στην Ινδία το 2019. Το πιθανότερο είναι ότι στην ίδια κατεύθυνση θα κινηθούν και τώρα, καταφέρνοντας να βρούνε μια προσωρινή «φόρμουλα» διεξόδου από την «κρίση».

Σε αυτό το σημείο όμως η εκδήλωση της νέας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης λειτουργεί ως αστάθμητος παράγοντας, καθώς αυξάνει τα κίνητρα των κεφαλαιοκρατικών χωρών για επιθετικές ενέργειες. Επίσης υπάρχουν τρίτοι παράγοντες, όπως οι ΗΠΑ, οι οποίοι ενδεχόμενα θα ήθελαν να δούνε την Κίνα να φθείρεται και να αποδυναμώνεται σε μια χαμηλής έντασης αντιπαράθεση με την Ινδία. Σε μια τέτοια εξέλιξη η συνέχιση της ανόδου της Κίνας θα συναντούσε ένα σημαντικό εμπόδιο, δίχως μάλιστα οι ΗΠΑ να χρειαστεί να «πληρώσουν μεγάλο κόστος» (αυτό θα το πληρώσει η Ινδία). Παράλληλα το Νέο Δελχί θα εξωθούνταν περισσότερο προς την Ουάσιγκτον, γεγονός που θα επέτρεπε την αύξηση της Αμερικανικής επιρροής στη νότια Ασία. Έτσι θα αναβαθμιζόταν και η ικανότητα των ΗΠΑ να λειτουργούν ως «υπερπόντιος εξισορροπητής» στην ανατολική Ευρασία, δηλαδή ως εξωτερικός παράγοντας που δεν επιτρέπει την κυριαρχία κάποιας δύναμης -η οποία τότε θα μπορούσε να προκαλέσει από πολύ ισχυρότερη θέση την πλανητική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ.

Υπό αυτό το πρίσμα γίνονται εύκολα αντιληπτά τα κίνητρα του Αμερικανού Προέδρου Τράμπ, ότι «Ενημερώσαμε τόσο την Ινδία όσο και την Κίνα ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες, πρόθυμες και ικανές να μεσολαβήσουν για την επίμαχη συνοριακή τους διαφορά».

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016