Του Jason Burke

Η τρομοκρατία είναι αποτελεσματική γιατί πάντα φαίνεται να είναι κοντά. Πάντα φαίνεται να είναι καινούργια. Και πάντα φαίνεται να είναι προσωπική. Αυτό ισχύει από τότε που σημειώθηκε το πρώτο κύμα τρομοκρατικής βίας στις βιομηχανικές πόλεις της Δύσης στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η τρομοκρατία μοιάζει προσωπική γιατί παρόλο που σύμφωνα με τις στατιστικές κινδυνεύουμε πολύ περισσότερο να πεθάνουμε σε κάποιο ατύχημα, όποτε γίνεται μια επίθεση στην άλλη πλευρά του δρόμου, της πόλης ή, όπως στην περίπτωση της Νέας Ζηλανδίας, στην άλλη πλευρά του κόσμου, ενστικτωδώς σκεφτόμαστε ότι μπορεί να είμαστε οι επόμενοι.

Η τρομοκρατία μοιάζει πάντα κοντινή επειδή οι συγκλονιστικές εικόνες στα τηλέφωνά μας, στους τηλεοπτικούς μας δέκτες ή στις εφημερίδες μας διαγράφουν την απόσταση ανάμεσα σ’εμάς και την πηγή κινδύνου.

Και η τρομοκρατία μοιάζει πάντα καινούργια επειδή, μολονότι κάθε επίθεση ακολουθεί ένα οικείο χρονοδιάγραμμα -οι πρώτες πληροφορίες εν μέσω σύγχυσης και χάους, δηλώσεις της αστυνομίας και των πολιτικών, αναλύσεις από σχολιαστές που ξυπνούν διαδοχικά σε διάφορες χρονικές ζώνες, αναγνώριση δραστών και θυμάτων, συλλυπητήρια και μεσίστιες σημαίες, συζητήσεις περί ριζοσπαστικοποίησης κλπ -, κάθε επίθεση είναι μοναδική. Τη δεκαετία του 1970, ο ειδικός για την τρομοκρατία Μπράιαν Μάικλ Τζένκινς είπε ότι «η τρομοκρατία είναι θέατρο». Σήμερα θα μπορούσε να παρομοιαστεί καλύτερα με μια ατελείωτη τηλεοπτική σειρά που όλοι εύχονται να τελειώσει, αλλά παρόλα αυτά όλοι συνεχίζουν να βλέπουν.

Το γεγονός ότι ο Μπρέντον Τάραντ, ο 28χρονος Αυστραλός που σκότωσε 50 άτομα σε δύο τζαμιά του Κράισττσερτς μετέδωσε την επίθεση live στο Facebook αποτελεί μια πολύ δυσάρεστη, αλλά αναπόφευκτη εξέλιξη.

Οι περισσότεροι θεωρούν ότι οι τεχνολογικές αλλαγές που επηρεάζουν την τρομοκρατία είναι εκείνες που έχουν να κάνουν με όπλα ή εκρηκτικά. Οι μεγάλες αλλαγές όμως σε αυτόν τον τομέα έγιναν πριν από πολύ καιρό. Η δυναμίτιδα ανακαλύφθηκε το 1867 και τα αυτόματα όπλα άρχισαν να διαδίδονται μετά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι περισσότεροι τρομοκράτες χρησιμοποιούν μια τεχνολογία που δεν είναι καινούργια. Αυτό που έχει αλλάξει ριζικά είναι τα μέσα ενημέρωσης που επιτρέπουν σε άτομα ή ομάδες να διαδίδουν το μήνυμά τους.

Η σημασία του γεγονότος αυτού συχνά υποτιμάται επειδή δίνουμε έμφαση στη βία. Η βία από μόνη της όμως δεν είναι αρκετή. Η βία πρέπει να τρομοκρατεί – να εμπνέει φόβο και να αλλάζει μυαλά – , πρέπει όμως επίσης να ριζοσπαστικοποιεί και να κινητοποιεί. Πρέπει να στέλνει ένα μήνυμα σε εχθρούς, φίλους και, το κυριότερο, σε αυτούς που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η αλ-Κάιντα και ο ISIS το κατέστησαν σαφές. Το «μανιφέστο» του Τάραντ, επίσης. Κάθε αλλαγή στην τεχνολογία των media τον τελευταίο μισό αιώνα διευκόλυνε τη δουλειά των τρομοκρατών.

Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, το ραδιόφωνο και η νέα φωτοδημοσιογραφία επέτρεψαν στη βία να επηρεάζει την κοινή γνώμη σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων στις αποικιακές δυνάμεις. Οι εξτρεμιστές κατέφυγαν έτσι σε τρομοκρατικές τακτικές τις τελευταίες ημέρες της βρετανικής εντολής στην Παλαιστίνη και στη διάρκεια του αλγερινού πολέμου της ανεξαρτησίας κατά της Γαλλίας.

Η τρομοκρατική επίθεση εναντίον ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου, το 1972, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί την απευθείας μετάδοσή της από τα παγκόσμια δίκτυα. Τη δεκαετία του 1990, η μεγάλη αλλαγή ήταν η δορυφορική τηλεόραση. Τα μέσα επικοινωνίας ήταν πιο άμεσα και αυτό αποτελούσε ένα τεράστιο πλεονέκτημα για τους εξτρεμιστές. Στις 11/9/2001 ο Οσάμα μπιν Λάντεν γνώριζε ότι τίποτα δεν μπορούσε να εμποδίσει τις εικόνες από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της οργάνωσής του να φτάσουν στα δισεκατομμύρια άτομα του ισλαμικού κόσμου που ήταν το βασικό του κοινό.

Κι ύστερα ήλθε η ψηφιακή εποχή. Μαζί με τους δημοσιογραφικούς ομίλους εξελίχθηκαν και οι τρομοκράτες. Όπως υπήρξαν πολίτες που έγιναν δημοσιογράφοι χωρίς να ανήκουν σε κάποιο μέσο, υπήρξαν και “ freelance” τρομοκράτες που έκαναν το ίδιο. Γιατί να αγωνίζεσαι να μεταδώσει την πράξη σου το BBC ή το al-Jazeera αν μπορείς να δημιουργήσεις τα δικά σου κανάλια και να απευθυνθείς ευθέως στο κοινό σου;

Οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές άργησαν να εκμεταλλευτούν αυτή τη σεισμική αλλαγή. Η επίθεση στο Κράισττσερτς έδειξε ότι τα κατάφεραν.

Λέγεται συχνά ότι έχουμε τα μέσα που μας αξίζουν, αλλά αυτό είναι απλουστευτικό. Τα μέσα, όπως και η τρομοκρατία, είναι μέρος των κοινωνιών μας και, όπως η τρομοκρατία, επηρεάζονται από τις γενικότερες τάσεις. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο της ωμότητας στη Νέα Ζηλανδία είναι πόσο ενσωματωμένη στην επίθεση ήταν η κινηματογράφησή της. «Ας ξεκινήσει το πάρτυ» είπε ο Τάραντ, μιλώντας απευθείας στο κοινό. Ο σκοπός της επίθεσής του δεν ήταν μόνο να σκοτώσει μουσουλμάνους, αλλά να γυρίσει ένα βίντεο κάποιου που σκοτώνει μουσουλμάνους : του εαυτού του.

(*) Ο Τζέισον Μπερκ είναι αρθρογράφος της Observer

(Πηγή: The Observer)

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016