Της ΛΙΑΝΑΣ ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ

Στην εφημερίδα Ahval (13/2/19) δημοσιεύτηκε ένα άρθρο της Αλιν Οζινιάν, που αφορά, κατά κύριο λόγο, την Μειονοτική παιδεία στην Τουρκία. Το κείμενο άκρως αποκαλυπτικό και συγκινητικό για εμάς που έχουμε βιώσει όλα όσα περιγράφει η αρθρογράφος. Αξίζει να το διαβάσει προσεκτικά κανείς για να  καταλάβει πολλά. Κυρίως συνιστάται να το εμπεδώσουν αυτοί που διαχειρίζονται τα μειονοτικά ζητήματα και κυρίως τα θέματα παιδείας ….

 

“Τα Αρμενικά Σχολεία στην Τουρκία, όπως και όλα τα υπόλοιπα μειονοτικά , υπάγονται στο υπουργείο εθνικής παιδείας. Τα σχολεία αυτά δεν διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο τους από τα υπόλοιπα εκπαιδευτήρια πέρα από τη διδασκαλία της αρμενικής γλώσσας, και του Χριστιανισμού στο μάθημα των θρησκευτικών.

 

Δεν υπάρχει μάθημα διδασκαλίας της ιστορίας των Αρμενίων και το μάθημα της τουρκικής Ιστορίας το δίδασκαν δάσκαλοι που έκρινε “κατάλληλους”  και έστειλε στα σχολεία το υπουργείο παιδείας.

Τα σχολεία διοικούνται  με “ύπουλη” πολιτική ατζέντα του κράτους , το οποίο ζητά την διατήρηση ιδεολογικών συμβόλων , με το φετίχ της σημαίας , την υπερβολική παρουσία προτομών του Κεμάλ και ειδικές γωνιές αφιερωμένες σε εκείνον.  Παρά την παρουσία Αρμένιου διευθυντή, υπάρχει “τούρκος υποδιευθυντής”, τον οποίο φοβάται ο Αρμένιος παρ ’όλο ότι  εκείνος  είναι ο διευθυντής.

Όλοι στο σχολείο τον αποκαλούν  “ο τούρκος υποδιευθυντής”. Αυτή η προσφώνηση  είναι μια τρανή απόδειξη   ότι ένας Αρμένιος διευθυντής που είναι τούρκος υπήκοος δεν γίνεται αποδεκτός ως τούρκος όπως ορίζει το Σύνταγμα και όπως το αντιλαμβάνεται το κράτος.

Υπάρχει ένας διευθυντής κι ένας τούρκος υποδιευθυντής…. Συνεπώς ο πρώτος δεν είναι τούρκος πολίτης!  Άρα είναι Αρμένιος, αυτό επιβάλει η λογική. Αλλά όχι! Η προσφώνηση αυτή θεωρείται “διχαστική-διασπαστική”.

Ο τούρκος υποδιευθυντής είναι το μάτι , το αφτί του κράτους και ναι ας το χοντρύνουμε,  είναι στην πραγματικότητα ο φρουρός του κράτους.

Ας με συγχωρήσουν οι παλαιοί υποδιευθυντές και οι δάσκαλοι μου αν με διαβάζουν, Είναι εκείνοι που μας δίδαξαν την τρομοκρατία του εθνικού ύμνου, του ιερού όρκου και της τουρκικής σημαίας.

Για παράδειγμα , την στιγμή που μια αθώα μαθήτρια 10 ετών κατεβαίνει με βιαστικά βήματα τις σκάλες, την ώρα του δεκάλεπτου διαλείμματος , για να πάει στην καντίνα να φάει ένα τοστ, μπορεί ο υποδιευθυντής που είναι ένα μέλος  “της ομάδας διάδοσης και καλλιέργειας του τουρκισμού”  να τη ρωτήσει “Πες μου κόρη μου τη γράφει κάτω από την προτομή του Κεμάλ που βρίσκεται στον μπροστινό κήπο;”

Εκνευρίζεται επειδή  το παιδί δεν γνωρίζει την απάντηση. Μπορεί  να σας υποδείξει “να αποστηθίσετε ότι γράφει κάτω από τις προτομές και στους τοίχους”.

Σε εκείνη την ηλικία νομίζαμε ότι αυτά γινόταν για να μας στερήσουν το τοστ και πιστεύαμε ότι όταν αποφοιτήσουμε θα γλυτώναμε  από αυτή την ιεραρχία. Δεν εμβαθύναμε το θέμα.

Πρέπει να δικαιώσω το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ. Το τελευταίο διάστημα μειώθηκαν  οι ανοησίες που ανέφερα και άλλες παρόμοιες.  Στο ΑΚΡ κατάλαβαν, έστω και αν αυτό αποτελεί έκπληξη, ότι 60.000 εναπομείναντες Αρμένιοι, τούρκοι πολίτες δεν αποτελούν “εθνική απειλή” και εφάρμοσαν μια εξυπνότερη πολιτική “καταπίεσης των μειονοτήτων”.

Τη δεκαετία του 90΄,όταν ζούσαμε στο Μόδι, ο υποδιευθυντής μας υποχρέωσε στην επέτειο της 29 Οκτωβρίου (ίδρυσης της Δημοκρατίας) , να ράψουμε στο γιακά της ποδιάς μας μια τουρκική σημαία περίπου 20 εκατοστών. Ήμασταν παιδιά 13 ετών.  Δυσκολεύομαι ακόμα και σήμερα να εκφράσω τα παράξενα συναισθήματα που ένιωσα και τα παράξενα βλέμματα των ανθρώπων που με κοίταζαν κατά τη διάρκεια της διαδρομής από το σπίτι στο σχολείο.

Ο τούρκος διευθυντής ήθελε να αγαπήσουμε τη σημαία, να μας κάνει τούρκους.  Η διαπαιδαγώγηση μας με τη σημαία, τον ύμνο και κυρίως η προτροπή του να παντρευτούμε  τούρκους για να ταυτιστούμε μαζί τους, μας γεννούσε καχυποψίες έστω και αν ακόμα ήμασταν παιδιά.  Εμείς ήδη αισθανόμασταν πολίτες αυτής της χώρας και συμβιώναμε μια χαρά.

Την ίδια χρονιά όταν επισκέφθηκα την  τουρκάλα  δασκάλα μουσικής που υπεραγαπούσα στο σπίτι της, έτυχε να βρίσκεται εκεί  και ο δικός της δάσκαλος μουσικής.  Τρεις γενιές μαζί ήπιαμε τσάι και κουβεντιάσαμε.  Η δασκάλα μου εκνευρισμένη είπε: “Αυτός ο υποδιευθυντής με κάλεσε στο γραφείο του , πριν την συγκέντρωση γονέων και μου ζήτησε να αναγκάσω τους γονείς να πουν τον εθνικό ύμνο. Όσο πάει γίνεται και πιο ανόητος. Μπορείς να επιβάλεις στους γονείς να πουν τον εθνικό ύμνο.”  Τότε αποκαλύφθηκαν τα ευαίσθητα αισθήματα του συνταξιούχου εκπαιδευτικού  : “Κόρη μου αρμένικο σχολείο δεν είναι; Κάθε μέρα, κάθε πρωί πριν την έναρξη των μαθημάτων πρέπει να λένε τον εθνικό ύμνο”.

Εγώ ζήτησα την άδεια της και σηκώθηκα να φύγω. Η δασκάλα μου στεναχωρήθηκε αλλά δεν είπε κουβέντα. Ασφαλώς μετά από εμένα ο πατριώτης δάσκαλος σίγουρα θα αράδιασε πολύ περισσότερες  εθνικές πρακτικές …

Άρχισα να βλέπω με μεγαλύτερο πόνο τα παιδικά μου χρόνια όταν πληροφορήθηκα ότι το ξύλο με τη σημαία και η κακοποίηση με θούριους αποτελούσαν μορφές βασανιστηρίων στις φυλακές την περίοδο της 12ης Σεπτεμβρίου. Όπως ακριβώς ένιωσα όταν έμαθα ότι στη λεηλασία της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου (το Πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων το 1955) έκαναν περιτομή    σε μερικούς ιερείς κραδαίνοντας στα χέρια τη σημαία και καρφώνοντας στην κοιλιά των νεκρών παπάδων τα κοντάρια με τις σημαίες….

Δεν προσμετράω τις σημαίες που κοσμούσαν το αστυνομικό τμήμα όπου μεταφέρθηκε ο Σαμάστ μετά τη δολοφονία του Ντινκ.  Όχι μόνο στο ζήτημα των Αρμενίων αλλά και στη σφαγή στη Σεβάστεια (έκαψαν ζωντανούς διανοουμένους σε ξενοδοχείο) , σε όλα τα συλλαλητήρια, σε όλες τις ληστείες, τις λεηλασίες, ακόμα και στις περιπτώσεις βιασμών ανηλίκων οι δράστες κρύβονται κάτω από  αυτή τη σημαία.

Χρησιμοποιούν  τη σημαία σαν κάλυμμα βρωμιάς. Η σημαία μετατράπηκε σε παιχνίδι στα χέρια παράξενων ανθρώπων, σαν σύμβολο ενός ανώμαλου εθνικισμού.”

Στη συνέχεια αναφέρει ένα περιστατικό που συνέβη σε δυο αρμένικα σχολεία στο Λος  Άντζελες, όπου ένα μαυροντυμένος μασκοφόρος ύψωσε την τουρκική σημαία. Οι έρευνες που διεξάγονται για τον εντοπισμό του δράστη εξόργισαν μερίδα του τουρκικού Τύπου που χαρακτήρισε τις ενέργειες της Αστυνομίας  “έγκλημα μίσους για την τουρκική σημαία”. Βέβαια, υπήρξαν ελάχιστε φωνές που τόλμησαν να ψιθυρίσουν ότι η έπαρση σημαίας σε κατοικία δεν είναι έγκλημα, αλλά όταν η ενέργεια αυτή γίνεται σε σχολείο Αρμενίων κρυφά, τότε είναι έγκλημα.

Παραθέτει, επίσης διάφορα περιστατικά μίσους που συνέβησαν εναντίον Αρμενίων πολιτών και καταλήγει: “Είναι κωμικοτραγικό να προσπαθείς να εκτουρκίσεις ανθρώπους χτυπώντας κάθε μέρα, κάθε ώρα στο κεφάλι τους σαν ρόπαλα τη σημαία και τα τουρκικά σύμβολα. Όπως ακριβώς και να πιστέψεις ότι , παρά τις δηλώσεις που κάνει, ότι εκτουρκίστηκε και ότι αγαπά αυτή τη χώρα…

Συμπερασματικά στην Τουρκία τα εγκλήματα μίσους που τελούνται εναντίον των μειονοτήτων δεν τιμωρούνται. Υπάρχει ένας άγραφος νόμος μεταξύ των δραστών και του κράτους.”

Η αρθρογράφος παραθέτει με γενναιότητα και ειλικρίνεια μια πτυχή όλων όσων βιώνουν οι γηγενείς μειονότητες στην Τουρκία.  Ειδικά στο θέμα της εκπαίδευσης μπορεί κανείς να προσθέσει πάρα πολλά. Αρκεί να επαναλάβουμε για πολλοστή φορά την παρουσία ένστολου Τούρκου αξιωματικού στα μειονοτικά μας σχολεία για τη διδασκαλία του μαθήματος των στρατιωτικών…

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016