H Συνθήκη της Λωζάνης και η δικαιοπολιτική της σημασία σήμερα

Γράφει ο    Αριστομένης Μπαλάσκας, Δικηγόρος Πειραιώς, ΜΔΕ-LLMeur, υ. ΔΝ

΄΄Πήμα κακός γείτων, όσον τ΄ αγαθός μέγ΄ όνεταρ΄΄ (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι-346)

Το διπλωματικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ως τελικής φάσης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επισφραγίζεται με την ανακωχή των Μουδανιών, όπου στις 11 Οκτωβρίου 1922 αφενός η Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και αφετέρου η Τουρκία υπογράφουν την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από ελληνικό στρατό και Αρχές και την παράδοσή της στην Τουρκία. Η Ελλάδα διά του Στρατηγού Μαζαράκη, παρόντων των συνταγματαρχών Πλαστήρα και Σαρηγιάννη, αρνείται αρχικά να την υπογράψει, προσχωρεί δε σε αυτήν τελικά την 13η Οκτωβρίου μόνον όταν πείστηκε πως οι σύμμαχοι είχαν ειλημμένη απόφαση για την εφαρμογή των όρων της ανακωχής, έστω και με απουσία και μη σύμπραξη της Ελλάδας. Η εκκένωση υπό τον Στρατηγό Νίδερ αρχίζει τη 15η Οκτωβρίου 1922, οπότε συμπτύσσονται τα ελληνικά στρατεύματα περί τις 80.000 άνδρες δυτικά του Έβρου ποταμού.

Έναν περίπου μήνα μετά – στις 21 Νοεμβρίου 1922 – αρχίζει η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάνης (Ελβετία), την οποία προέβλεπε η ανακωχή των Μουδανιών, μεταξύ των εκπροσώπων της Βρεττανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Ρουμανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, του Βελγίου, της Πορτογαλίας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Στην εναρκτήρια συνεδρίαση προέδρευσε τιμής ένεκεν ο Πρόεδρος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Παρίσταντο ο Ρευμόν Πουανκαρέ επικεφαλής της γαλλικής αντιπροσωπείας ως Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών, εκπρόσωπος της μεγαλύτερης τότε στρατιωτικής δύναμης του κόσμου, ο Λόρδος Τζώρτζ Κόρζον επικεφαλής της αγγλικής ως Υπουργός Εξωτερικών και ο Μπενίτο Μουσολίνι, από τριών εβδομάδων μόλις Πρωθυπουργός της Ιταλίας. Επιπλέον προσκλήθηκε η Σοβιετική Ένωση να μετάσχει αλλά μόνο όταν θα συνεζητείτο το καθεστώς των Στενών, ενώ επετράπη στη Βουλγαρία να εκθέσει τις απόψεις της περί εξόδου στο Αιγαίο και περί καθεστώτος των Στενών. Στη διάσκεψη παρέστη και αμερικανός αντιπρόσωπος και στη δεύτερη φάση ο αμερικανός Πρεσβευτής στη Βέρνη ως παρατηρητές. Την Ελλάδα αντιπροσώπευσε ο τέως Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Ελευθέριος Βενιζέλος και την Τουρκία ο Ισμέτ Πασάς (Ινονού) ως Υπουργός Εξωτερικών.

Η συνδιάσκεψη διήλθε από δύο στάδια: το πρώτο διαρκεί  μέχρι την 4η Φεβρουαρίου 1923, οπότε διακόπτονται οι διαπραγματεύσεις με σφοδρή σύγκρουση Τουρκίας-Αγγλίας, το δεύτερο διαρκεί από 23 Απριλίου μέχρι τις 24 Ιουλίου 1923, όπου υπογράφεται 3 και 30 τα ξημερώματα στη μεγάλη αίθουσα του Πανεπιστημίου της Λωζάνης η ομώνυμη Συνθήκη.

Στη Λωζάνη οι συζητήσεις είχαν μακρά διάρκεια και συχνά οξύτατο χαρακτήρα εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας και της υπεροψίας με την οποία προσήλθε η τουρκική αντιπροσωπεία. Ο Λόρδος Κόρζον ήταν πρόεδρος της πρώτης επιτροπής των εδαφικών και στρατιωτικών ζητημάτων, οι άλλες δύο επιτροπές ήταν η επιτροπή του καθεστώτος για τους αλλοδαπούς και τις μειονότητες στην Τουρκία με πρόεδρο τον Ιταλό αντιπρόσωπο Μαρκήσιο Γκαρόνι, η τρίτη δε επιτροπή αφορούσε τα δημοσιονομικά και οικονομικά ζητήματα με πρόεδρο το Γάλλο αντιπρόσωπο Καμίλ Μπαρέρ.  Ο Κόρζον διέκοψε τη συνδιάσκεψη στο τέλος της πρώτης φάσης στις αρχές Φεβρουαρίου του 1923 και ο κίνδυνος για επανάληψη των εχθροπραξιών μεταξύ της ελληνικής στρατιάς του Έβρου και του τουρκικού στρατού ήταν προ των πυλών. Τελικά η επανάληψη των εργασιών της συνδιάσκεψης στα τέλη Απριλίου ολοκληρώθηκε με τις εργασίες της τρίτης επιτροπής στα τέλη του μήνα.

Πρέπει να σημειωθεί πως ενδιάμεσα – στις 30 Ιανουαρίου 1923 – υπογράφτηκαν μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής αντιπροσωπείας:

  1. Συμφωνία περί ανταλλαγής των αιχμαλώτων και αποδόσεως των πολιτικών κρατουμένων από τις τριετείς πολεμικές επιχειρήσεις 1919-1922.
  2. Σύμβαση περί ανταλλαγής των πληθυσμών. Η σύμβαση αυτή δημιούργησε ανυπέρβλητες δυσκολίες γύρω από την ερμηνεία του όρου ΄΄μόνιμα εγκατεστημένος στην τουρκική χώρα΄΄ (established-etabli). Κατά την ελληνική άποψη υποδηλούτο με αυτόν τον όρο όποιος διέμενε μόνιμα στην περιφέρεια Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης προ της 30ης Οκτωβρίου 1918 και όχι μόνο όποιος ήταν γραμμένος στα ληξιαρχικά βιβλία της, συνολικά 126.633 ελληνορθόδοξοι και ελληνικής ιθαγένειας. Οι Τούρκοι αντίθετα υποστηρίζαν πως ως εγκατεστημένοι δικαιούνται να θεωρηθούν μόνο οι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο της Κωνσταντινούπολης. Η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών που εξουσιοδότησε τη μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής να ρυθμίσει το ζήτημα, το οποίο και παραπέμφθηκε με πρωτοβουλία της Επιτροπής ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης με αποτέλεσμα τη δικαίωση της ελληνικής άποψης. Με τη Σύμβαση του 1930 επετράπη τελικά η επανεγκατάσταση των Ελλήνων στην περιφέρεια Κων/πολης. Όμως η σύμβαση καταγγέλθηκε παράνομα από την Τουρκία το 1964 με αφορμή το Κυπριακό, με αποτέλεσμα την άμεση απέλαση 40-50.000 Ελλήνων. Έτσι ολοκληρώθηκε το πογκρόμ του Σεπτεμβρίου 1955 που είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή τότε 60.000 Ελλήνων. Οι δε περιουσίες των Ελλήνων ευρίσκονται έκτοτε σε καθεστώς πραγματικής δήμευσης σύμφωνα με την 6/3801 απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου Τουρκίας, κατά παράβαση του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου.

– Με τη συνθήκη της Λωζάνης μεταξύ της Βρεττανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας, Ελλάδας, Ρουμανίας, Σερβοκροατοσλοβενικού κράτους και Τουρκίας

α. Χαράσσονται τα εδαφικά σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας στα σημερινά όρια. (άρθρο 2)

β. Η Τουρκία αναγνωρίζει ρητώς την ελληνική κυριαρχία επί όλων των νησιών της Ανατολικής Μεσογείου και ιδία της Λέσβου, Σαμοθράκης, Λήμνου, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας με την οποία επικυρώνεται η ληφθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (σε εκτέλεση των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17-30 Μαΐου 1913 και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1-14 Νοεμβρίου 1913), επομένως οι νίκες του στρατού και ναυτικού μας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Ελλάδα προς εξασφάλιση της ειρήνης υποχρεούται όπως στη Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο και Ικαρία μη εγκαταστήσει ναυτική βάση ή ανεγείρει οχυρωματικό έργο. Επίσης απαγορεύεται η ελληνική στρατιωτική αεροπλοΐα να υπερίπταται του εδάφους της Ανατολίας και αντίστοιχα η τουρκική να υπερίπταται των ειρημένων νησιών. Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις περιορίζονται στο συνήθη αριθμό όσων καλούνται για στρατιωτική υπηρεσία, οι οποίοι δύνανται να στρατοπεδεύουν και να γυμνάζονται επί τόπου. (άρθρα 12 και 13)

γ. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος καθώς και οι νήσοι Λαγούσες τίθενται υπό τουρκική κυριαρχία, με τον όρο να απολάβουν ειδικής διοικητικής οργάνωσης και αστυνόμευσης με στρατολογούμενους άνδρες μεταξύ του ντόπιου πληθυσμού (6.762-1.400 Έλληνες αντίστοιχα), παρέχοντας κάθε εγγύηση στο μη μουσουλμανικό πληθυσμό σε ό,τι αφορά την τοπική διοίκηση και την προστασία προσώπων και περιουσιών. Ο πληθυσμός των νησιών εξαιρείται από την ανταλλαγή των πληθυσμών. (άρθρο 14)

δ. Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των νήσων της Δωδεκανήσου και των νησίδων των εξαρτώμενων εξ αυτών. (άρθρο 15)

ε. Εξαιρετικής σημασίας τυγχάνει το άρθρο 16 με το οποίο η Τουρκία δηλώνει expressis verbis ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη τα οποία κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων των οποίων η κυριαρχία έχει αναγνωριστεί σε αυτήν δια της παρούσης συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων.

στ. Η Τουρκία αποδέχεται το μονομερή καθορισμό και περιορισμό των θαλασσίων συνόρων της, καθώς μόνο τα νησιά και νησίδες που κείνται σε μικρότερη απόσταση των τριών μιλίων από την ασιατική ακτή παραμένουν υπό τουρκική κυριαρχία. Τα νησιά αυτά έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη τρία νμ αντίστοιχα μετρούμενα από την ακτή τους προς την ανοιχτή θάλασσα. Αντίστοιχη δέσμευση δεν υφίσταται για τα Ελληνικά νησιά, καθώς σε κάθε περίπτωση η απόσταση των τριών μιλίων έχει σημείο αναφοράς μόνο την ηπειρωτική ακτή της Μ. Ασίας ή Ανατολίας.(άρθρα 6 και 12)

ζ. Η Τουρκία αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κύπρου που ανακηρύχτηκε από τη Βρετανική Κυβέρνηση στις 5 Νοεμβρίου 1914. (άρθρο 20)

η. Η Τουρκία δεσμεύεται να αναγνωρίσει τα σύνορα της Ελλάδας, όπως αυτά καθορίζονται ή θέλουν καθορισθεί υπό των προβλεπομένων συνθηκών ή πάσης συμπληρωματικής σύμβασης και υπόσχεται να μην ασκήσει ουδεμία πολιτική, νομοθετική ή διοικητική εξουσία ή δικαιοδοσία για οποιονδήποτε λόγο από την κυβέρνηση ή τις αρχές της εκτός του τουρκικού εδάφους, με μόνη αναγνώριση την πνευματική δικαιοδοσία των θρησκευτικών μουσουλμανικών αρχών. (άρθρο 25,26 και 27)

θ. Η Τουρκία αναλαμβάνει την υποχρέωση στα άρθρα 37 έως 44 όπως οι περιεχόμενες διατάξεις για την προστασία τω μειονοτήτων αναγνωρισθούν ως θεμελιώδεις νόμοι, όπως ουδείς νόμος ή κανονισμός ή κάποια επίσημη πράξη διατελούν σε αντίφαση ή αντίθεση με τις διατάξεις αυτές και όπως ουδείς νόμος ή κανονισμός ή κάποια επίσημη πράξη κατισχύουν αυτών. Στο άρθρο δε 44 η Τουρκία δέχεται, όπως σε περίπτωση διχογνωμίας επί νομικών ή πραγματικών ζητημάτων αφορώντων αυτά τα άρθρα, μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και μιας οιασδήποτε των λοιπών υπογραψασών την παρούσα συνθήκη δυνάμεων ή πάσης άλλης δυνάμεως μέλους της Κοινωνίας των Εθνών, η τοιαύτη διχογνωμία θέλει θεωρηθεί ως διεθνούς χαρακτήρα διαφορά και παραπέμπεται στο διαρκές δικαστήριο διεθνούς δικαιοσύνης, το οποίο θα αποφασίζει ανέκκλητα.

ι. Η Τουρκία παραιτείται οριστικώς από κάθε απαίτηση κατά της ελληνικής κυβέρνησης περί επανορθώσεων. (άρθρο 59)

Το ζήτημα των χωρικών υδάτων και εναερίου χώρου

Με τον Α.Ν. 230/1936 θεσπίστηκε η πρόβλεψη πως ΄΄ η έκτασις της (ελληνικής) αιγιαλίτιδος ζώνης καθορίζεται εις εξ ναυτικά μίλια από της ακτής, μη θιγομένων των εν ισχύι διατάξεων των αφορωσών εις ειδικάς περιπτώσεις καθ΄ας η αιγιαλίτιδα ζώνη ορίζεται μείζων ή ελάσσων των εξ ναυτικών μιλίων.΄΄

Πράγματι η Ελλάδα δεν περιοριζόταν από καμία Συνθήκη ή Σύμβαση ως προς τα εσωτερικά και εξωτερικά της αρχιπελαγικά ύδατα και στις ηπειρωτικές ακτές να ορίσει μονομερώς αιγιαλίτιδα ζώνη 6 ν.μ. και περιμετρικά των νησιών και νησίδων της. Η Τουρκία αντίθετα περιορίζεται από τη Συνθήκη  της Λωζάνης στα 3 ν.μ. από τις ακτές της υποχρεωτικά και άνευ ετέρου. Αυτό αφορά μόνο τα θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα και όχι με άλλη χώρα. Στον Εύξεινο Πόντο και στην ανατολική Μεσόγειο η Τουρκία έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 6-12 ν.μ. Κατ΄ αποτέλεσμα η Τουρκία θέτοντας ζήτημα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ ως αιτίας πολέμου!! {Απόφαση Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης 8/6/1995} αμφισβητεί στην Ελλάδα το κυριαρχικό δικαίωμα να μειώνει το εύρος των διεθνών υδάτων, να τα μετατρέπει σε εσωτερικά και να θέτει περιορισμούς στην αβλαβή ή transit διέλευση εμπορικών ή πολεμικών πλοίων, όταν απειλείται η ασφάλεια των συνόρων της και η ακεραιότητα των εδαφών της. Επίσης της στερεί την αναλογία της επί των εξωτερικών θαλασσών νοτίως Κρήτης και Ρόδου και εμποδίζει τη σύνδεση της Ελληνικής με την Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Με την επέκταση από 6 σε 12 ν.μ. τα εσωτερικά αρχιπελαγικά ύδατα του Αιγαίου υπό πλήρη ελληνική κυριαρχία θα ανέρχονται σε 71% περίπου από 46,3 που είναι σήμερα. Τα αντίστοιχα τουρκικά ποσοστά θα κυμαίνονται σε 8,8% από 7,5 που είναι σήμερα.

Η σημασία της τουρκικής συμβατικής δέσμευσης των 3 ν.μ. είναι προφανής αν αναλογιστούμε πως τα Ίμια απέχουν από τις τουρκικές ακτές 3,8 ν.μ., το Φαρμακονήσι 5,5 ν.μ. και το Αγαθονήσι 6 ν.μ. Για τους τουρκικούς κόλπους και λιμένες ως εσωτερικά ύδατα (internal waters) εφαρμόζεται η ευθεία γραμμή βάσης, επομένως η μέτρηση αρχίζει από την νοητή χορδή που ενώνει τις άκρες των δύο σημείων.  Για τα υπόλοιπα σημεία που υπολείπονται των 3 ν.μ. ισχύει κανονικά η αρχή της μέσης γραμμής. Σημειωτέον πως στις βραχονησίδες, που έχουν τα χαρακτηριστικά του νησιού αλλά στερούνται οικονομικής ζωής ή δεν μπορούν να διατηρήσουν μόνιμο πληθυσμό, αναγνωρίζεται αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά όχι ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.

Η Ελλάδα με το Π.Δ. της 6/18 Σεπτεμβρίου 1931 είχε καθορίσει: ΄΄Έχοντες υπ΄όψιν τα άρθρα 2 και 9 του νόμου 5017 <Περί Πολιτικής Αεροπορίας> (εναέρια αστυνόμευση) ορίζομεν το πλάτος της ζώνης των χωρικών υδάτων, εις 10 ν.μ. από των ακτών της επικράτειας΄΄. Και σωστά επιλέχθηκε η ορολογία της επικράτειας καθώς κάθε νησί έχει δικά του χωρικά ύδατα και δεν αναφέρεται μόνο η ηπειρωτική ενδοχώρα. Η περίπτωση αυτή καλύπτει και τον αντίστοιχο εναέριο χώρο των 10 ν.μ. καθώς κατά τη Σύμβαση του Σικάγο (1944) για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία (Ν. 211/1947) δεν είναι επιτρεπτή η κατοχή εθνικού εναέριου χώρου πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη. Η Ελλάδα γνωστοποίησε το μέτρο αυτό προς την αρμόδια για τη διεθνή αεροπλοΐα Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών (CINA). Η Τουρκία έλαβε πλήρη γνώση των 10 ν.μ. όταν το 1952 και το 1958 καθορίστηκαν τα όρια των FIR Αθηνών και Κων/πολης. Δεν προέβαλε τότε αντιρρήσεις, αντίθετα αποδέχτηκε πλήρως τις αποφάσεις των Διασκέψεων του ICAO – Οργανισμός Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας – των Παρισίων και της Γενεύης. Ολόκληρο το Π.Δ. δημοσιεύτηκε το 1957 στη συλλογή των Ηνωμένων Εθνών τη σχετική με τους νόμους και τις άλλες πράξεις των κρατών που αφορούν το καθεστώς της αιγιαλίτιδας ζώνης τους. Η Ελλάδα λοιπόν έχει κυριαρχία και δικαιοδοσία ως Περιοχή Ελέγχου Πτήσεων και Εναέριας Κυκλοφορίας – ATC (Air Traffic Control) σε εναέριο χώρο 6-10 ν.μ. από τις ακτές των νησιών της με τον περιορισμό να μην υπερίπταται των ακτών της Ιωνικής και Μικρασιατικής Παραλίας, όπου τα 4 ν.μ. είναι και ζώνη FIR (Flight Information Region-Περιοχή Πληροφόρησης Πτήσεων), έχει δε χωρικά ύδατα 6-10 ν.μ., όπου στα 4 ν.μ. είναι και ζώνη SAR (Search And Resque- Περιοχή Έρευνας και Διάσωσης) καθώς και αποκλειστική αλιευτική ζώνη (Ν. 476/15.5.1964 για τη Χωρική Θάλασσα). Έτσι η Ελλάδα ενοποιεί έδαφος (territory-territoire) και χώρο (space-espace) με λειτουργικά δικαιώματα και σε χώρο ενοποιημένης ζώνης κυριαρχίας και ασκεί όλες τις αναγκαίες τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα ρυθμιστικές και συντονιστικές αρμοδιότητες για τον έλεγχο της εναέριας και θαλάσσιας κυκλοφορίας σε όφελος της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και των πτήσεων των αεροσκαφών. Η Τουρκία είναι ένα κράτος σε διεθνείς περιπλοκές (πραξικόπημα, κουρδικό, τουρκορωσικά, Συρία, Ιράκ) και δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια ούτε της ναυσιπλοΐας ούτε της αεροπλοΐας. Ο ρόλος της είναι αποσταθεροποιητικός όχι ρυθμιστικός. Οι πτήσεις δε με οπλισμένα αεροσκάφη είναι ασφαλής δείκτης προκλητικότητας και ανεπάρκειας αξιοπιστίας.

Επομένως η Τουρκία έχει εναέριο χώρο, αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα, FIR 3 ν.μ. από τις Τουρκικές ακτές ή τα νησιά της. Η Τουρκία στα θαλάσσια σύνορά της με την Ελλάδα δε δικαιούται να έχει πάνω από 3 ν.μ. πολλώ δε μάλλον 6 ή 12!!!! Ο ίδιος ο HUSEYIN PAZARCI, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στην Άγκυρα και Προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας του Τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών θεωρούσε από το 1988-1989  τα 3 ν.μ. ως θεμελιακό στοιχείο του status quo στο Αιγαίο… Όπου η μεταξύ μας απόσταση είναι μικρότερη των 3 ν.μ. εφαρμόζεται και μόνον τότε η αρχή της μέσης γραμμής που διέπει το διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα αντίθετα μπορεί σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του Montego Bay της Τζαμάικας στις 10 Δεκεμβρίου 1982, στην οποία δε συμμετείχε η Τουρκική Δημοκρατία, όπου αναφέρεται πως: ΄΄Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίσει το εύρος της χωρικής του θάλασσας. Το εύρος αυτό δεν υπερβαίνει τα 12 ν.μ. μετρούμενα από γραμμές βάσεως΄΄, να επεκτείνει αιγιαλίτιδα ζώνη και εναέριο χώρο στα 12 ν.μ. Η Τουρκία είχε ήδη αναγνωρίσει από το 1956 ενώπιον της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών πως ΄΄Κατά τις τουρκικές Αρχές, το όριο των 12 ν.μ. είναι ήδη επαρκώς αποδεκτό στην πρακτική, ώστε να θεωρείται ως ένας κανόνας του διεθνούς δικαίου.΄΄ Στο κατεξοχήν Αρχιπέλαγος το Αιγαίο Πέλαγος, τα αρχιπελαγικά ελληνικά νησιά έχουν ipso facto αιγιαλίτιδα ζώνη-χωρικά ύδατα-χωρική θάλασσα (territorial sea) πέρα από την ευθεία γραμμή βάσεως τους 6-10 νμ και αντίστοιχο έλεγχο του εναέριου χώρου, καθώς και κυριαρχία στο έδαφος και υπέδαφος του βυθού. Σημειωτέον πως η Αλβανία έχει παρανόμως κατά το Διεθνές Δίκαιο αιγιαλίτιδα ζώνη 15 ν.μ. στο Ιόνιο!!

Το στρατιωτικό καθεστώς των νησιών και το δικαίωμα αμύνης.

– Με τη σύμβαση για το καθεστώς των Στενών στη Λωζάνη ουδετεροποιούνται στρατιωτικά οι δυο ακτές του στενού του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου, όλα τα νησιά της Προποντίδος εκτός της νήσου Καλολίμνου (imrali), στο Αιγαίο η Σαμοθράκη, η Λήμνος, η Ίμβρος, η Τένεδος και οι Λαγούσες. Η Ελλάς δύναται να μεταφέρει τον στόλο της εντός των χωρικών υδάτων των ουδετεροποιούμενων ελληνικών νήσων, όχι όμως να χρησιμοποιεί αυτά τα ύδατα ως βάση επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας ή για ναυτική και στρατιωτική συγκέντρωση προς τον σκοπό αυτό. (άρθρα 4,5,6)

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης

    Με τη Συνθήκη του Μοντρέ της Ελβετίας μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Σοβιετικής Ένωσης, Ιαπωνίας, Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας και Τουρκίας στις 20 Ιουλίου του 1936, η Σύμβαση περί του καθεστώτος των Στενών της Λωζάνης υποκαθίσταται από την παρούσα συνθήκη. Προ της συγκλήσεως της διασκέψεως του Μοντρέ στις 22 Ιουνίου 1936 η Ελλάδα και η Τουρκία συμφωνούν ότι άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια του επανεξοπλισμού των Στενών θα είναι και ο επανεξοπλισμός των νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης, η Τουρκία δε αποδέχεται και το δυνητικό επανεξοπλισμό και των άλλων νησιών Βόρειου και Κεντρικού Αιγαίου. Στις 17 Απριλίου 1936 ο επιτετραμμένος της Ελλάδας στην Άγκυρα Κ. Βατικιώτης ζητεί από τον Υπουργό της Τουρκίας Ρουσδή Αράς την οχύρωση όχι μόνο της Λήμνου και της Σαμοθράκης, η οποία ήταν αυτονόητη λόγω της επικείμενης κατάργησης του καθεστώτος στρατιωτικής ουδετεροποίησης βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης, αλλά και των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου. Ο Τούρκος Υπουργός δήλωσε ότι η Ελλάς ουδεμία εκ μέρους της Τουρκίας θα συναντήσει αντίδραση εάν για την ασφάλειά της θα προετίθετο να προβεί σε οχύρωση εκτός Σαμοθράκης – Λήμνου και άλλων νησιών του Αιγαίου Πελάγους.

Την 22α Απριλίου ο Πρωθυπουργός και Υπουργός εξωτερικών της Ελλάδος Ιωάννης Μεταξάς σε επιστολή του προς τον Πρεσβευτή της Τουρκίας στην Αθήνα Ρουσέν Εσρέφ αναφέρει τα εξής: ΄΄Επιθυμώ να προσθέσω ότι με ικανοποίησιν έλαβα την δήλωσιν που έκανε την 17 Απριλίου ο κ. Ρουσδή Αράς στον κ. Βατικιώτη συμφώνως προς την οποία η Τουρκία δεν θα διετύπωνε καμία αντίρρηση σε περίπτωση που η Ελλάς θα είχε την πρόθεση για την προάσπιση της ασφάλειάς της να προβεί εκτός από την οχύρωση των νησιών Λήμνου και Σαμοθράκης στην οχύρωση και άλλων ελληνικών νησιών του Αιγαίου Πελάγους.΄΄

Στις 2 Μαΐου 1936 ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ρουσδή Αράς κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα επαναλαμβάνει στον Πρωθυπουργό τη δήλωση που είχε κάνει πριν λίγες εβδομάδες (βλ. πρακτικό της συνάντησης αυτής με την υπογραφή του Ιωάννη Μεταξά). Τέλος, την 6η Μαΐου 1936 ο πρεσβευτής της Τουρκίας στην Αθήνα Ρουσέν Εσρέφ σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας γράφει : ΄΄Είμεθα εξ ολοκλήρου σύμφωνοι όσον αφορά τον εξοπλισμό (militarization) των νήσων Σαμοθράκης και Λήμνου ταυτοχρόνως με τον εξοπλισμό των Στενών.΄΄ Τέλος, ο ίδιος ο Ρουσδή Αράς δήλωσε στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 31 Ιουλίου 1936 πως οι διατάξεις που αφορούν τα ανήκοντα στη φίλη και γείτονα Ελλάδα νησιά Λήμνο και Σαμοθράκη καταργούνται και αυτές από τη Συνθήκη του Μοντρέ. ΄΄Το χαρακτηριστικό της πολιτικής της νέας Τουρκίας είναι να εύχεται στους φίλους της ό,τι εύχεται και γι΄αυτήν την ίδια και να απεύχεται γι΄αυτούς ό,τι θεωρεί άδικο για εκείνη.΄΄

Μετά το Μοντρέ

Η Τουρκία οχυρώνει άμεσα  Ίμβρο και Τένεδο και τις χαρακτηρίζει επιτηρούμενες ζώνες. Η Ελλάδα προέβη σε στρατιωτική κατάληψη Λήμνου και Σαμοθράκης, με επίσημη γνωστοποίηση στις Κυβερνήσεις Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Με το Β.Δ. της 3 Απριλίου 1937 ΄΄Περί καθορισμού απαγορευμένων ζωνών κατά ξηράν και κατά θάλασσαν΄΄, χαρακτήρισε τη Λήμνο επιτηρούμενη ζώνη.

Η ίδια η νομική υπηρεσία του ΝΑΤΟ σε γνωμοδότησή της σχετικά με το νομικό καθεστώς της Λήμνου, κατέληξε πως η Συνθήκη της Λωζάνης για τα Στενά έχει υποκατασταθεί πλήρως από τη Συνθήκη του Μοντρέ και δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας επί της Λήμνου, την οποία μπορεί να χρησιμοποιεί με όποιον τρόπο θεωρεί κατάλληλο.

Δωδεκάνησα

Με βάση το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (10 Φεβρουαρίου 1947) η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα εν πλήρη κυριαρχία τα νησιά της Δωδεκανήσου. Τα ανωτέρω νησιά ορίζεται πως θα αποστρατιωτικοποιηθούν και θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα.

Η Τουρκία σε ανταμοιβή της επιτήδειας ουδετερότητάς της κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζητεί με κάθε πρόφαση και σε κάθε ευκαιρία από τους Αγγλο-Γάλλους Συμμάχους να της επιτραπεί να καταλάβει ή να της επιδικασθούν μετά τον πόλεμο η Χίος, η Μυτιλήνη και τα Δωδεκάνησα. Αυτά κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης, τόσο της Ελληνοτουρκικής Συνθήκης Φιλίας, Ουδετερότητας, Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας της 30 Οκτωβρίου 1930, όσο και του Ελληνοτουρκικού  Συμφώνου Εγκάρδιας Συνεννόησης της Άγκυρας στις 14 Σεπτεμβρίου 1933, με τις δεσμεύσεις για μη επίθεση σε κάθε περίπτωση και εγγύηση για το απαραβίαστο των κοινών συνόρων των δύο κρατών.

Όπως ειπώθηκε το 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων η Ιταλία επέστρεψε με πλήρη κυριαρχία στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Με τη Συνθήκη αυτή επίσης η Βουλγαρία παραιτείται οριστικά από την διεκδίκηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Η διάταξη περί αποστρατιωτικοποίησης υπήρξε για την Τουρκία res inter alios acta, καθώς δεν συμμετείχε στη Συνθήκη. Απηχεί την απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση οποιουδήποτε εδάφους συνδεόταν με τους ηττημένους. Απηχεί επίσης το αίτημα για ασφάλεια των συνόρων μέσω της στρατιωτικής ουδετεροποίησης νησιωτικών ή θαλασσίων ζωνών. Η Ιταλία όμως με υπόμνημα που έστειλε στις 8 Δεκεμβρίου 1951 στα 21 κράτη που υπέγραψαν τη Συνθήκη γνωστοποιούσε πως οι διατάξεις περί αποστρατιωτικοποίησης είχαν περιπέσει σε αχρησία και ζητούσε επανεξέταση της σχετικής ρήτρας, τα 18 δε συγκατατέθηκαν απολύτως. Έτσι απαλλάχτηκε από τα βάρη της αποστρατιωτικοποίησης στα νησιά Σαρδηνία, Σικελία, Pantelaria, Pelagosa.

Η στρατιωτική ουδετεροποίηση τελούσε και τελεί από την προϋπόθεση της ήδη από το 1914 απαγόρευσης λήψης στη μικρασιατική ακτή επιθετικών μέτρων, ναυτικού ή στρατιωτικού χαρακτήρα κατά των ελληνικών νησιών. Η Τουρκία δεν αποδέχεται αυτήν την αίρεση, διαθέτει δε μια μεγάλη αποβατική δύναμη στα παράλια ως Στρατιά Αιγαίου. Η Τουρκία όμως δε δικαιούται να έχει λόγο για μια συνθήκη που ρύθμισε κυριαρχικά τα ζητήματα χαράξεως συνόρων εκ μέρους των Συμμάχων και εις βάρος του Άξονα. Η Ιταλία και η Τουρκία  είχαν υπογράψει στην Άγκυρα στις 4 Ιανουαρίου 1932 Σύμβαση-Συνθήκη που επικυρώθηκε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, η οποία αφορούσε τη διευθέτηση της κυριαρχίας και των χωρικών υδάτων επί των νησίδων μεταξύ του Καστελόριζου και της Μικρασιατικής Ακτής. Το υπόλοιπο τμήμα των τότε τμήμα των ιταλοτουρκικών θαλασσίων συνόρων καθορίστηκε με πρακτικό (proces-verbal) που υπογράφτηκε στην Άγκυρα στις 28 Δεκεμβρίου 1932. Στη συμφωνία αυτή προσδιορίζεται ονομαστικά η κυριαρχία επί των νησίδων της περιοχής, οι οποίες ουδεμίας αμφισβήτησης πλέον αποτελούν αντικείμενο (ne faisant l΄objet d΄ aucune contestation). Μεταξύ των αναφερόμενων νησίδων είναι και οι Βραχονησίδες Ίμια… Οι θέσεις αυτές είχαν τεθεί ήδη από τις 27 Ιουνίου 1946 όπου στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων μεταξύ ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας και Σοβ. Ένωσης αναγνωρίστηκε το αναμφισβήτητο δικαίωμα της ενώσεως των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα. Η δε Συνδιάσκεψη των Παρισίων (29 Ιουλίου-15 Οκτωβρίου 1946) ΄΄Μεταξύ των 21 Εθνών τα οποία διεξήγαγαν τον πόλεμο κατά του Άξονος΄΄, εγγυήθηκε ρητά την ανεξαρτησία και ακεραιότητα της Ελλάδος!

Άλλωστε κατά το άρθρο 36 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών ΄΄ένα δικαίωμα γεννιέται για τρίτο κράτος από διάταξη μιας συνθήκης αν τα μέρη στη συνθήκη αυτή θέλουν με τη διάταξη αυτή να χορηγήσουν το εν λόγω δικαίωμα στο τρίτο κράτος και εφόσον το τρίτο κράτος συναινεί σχετικά΄΄. Στην προκείμενη περίπτωση της Συνθήκης των Παρισίων δεν συντρέχει η προϋπόθεση της θέλησης όλων των συμβαλλομένων μερών να αναγνωρίσουν συμβατικά ως συγκεκριμένο δικαίωμα το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης υπέρ της Τουρκίας. Σε περίπτωση δε αμφιβολιών το Διεθνές Δίκαιο επιτάσσει οι συμβατικές διατάξεις που μπορούν να περιορίσουν την κυριαρχία ή την ελευθερία των συμβαλλομένων κρατών, να ερμηνεύονται πάντοτε στενά, δηλαδή υπέρ των συμβαλλομένων κρατών και όχι υπέρ τρίτου κράτους.

Οι ρήτρες του Διεθνούς Δικαίου

1.Στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου (1978) το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης θεώρησε ότι η αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων υπέρ ενός κράτους σε περιοχές που βρίσκονται έξω από το έδαφός του (υφαλοκρηπίδα), επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει το εδαφικό καθεστώς του κράτους. Με τη Σύμβαση της Γενεύης για την υφαλοκρηπίδα (1958, κύρωση με ΝΔ 1182/1972) η Ελλάδα γίνεται κυρία της υφαλοκρηπίδας τόσο του ηπειρωτικού όσο και του νησιωτικού της εδάφους. Νομοθετεί με το ΝΔ 3848/1959 και με το ΝΔ 142/1969 για την αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε υγρή και αεριώδη κατάσταση και του υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου, επιβεβαιώνει δε τα κυριαρχικά της δικαιώματα με τους Ν. 2289/1995 (α. 12) και 4001/2011 (α. 156).

2.Πολλές φορές οι Τούρκοι επικαλούνται τη θεμελιώδη μεταβολή των περιστάσεων (rebus sic standibus) για της αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης. Το άρθρο 62 είναι σαφές. Και προστατεύει το απαραβίαστο των συνόρων, την αρχή πως κανείς δεν πρέπει να επωφελείται από δικά του σφάλματα, επομένως δεν δημιουργείται εθιμικό δίκαιο ή εξαιρετικό δίκαιο, στα πλαίσια του pacta sunt servanda. ΄΄Δεν δύναται να γίνει επίκληση θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων ως λόγου λήξης της συνθήκης ή αποχώρησης εξ αυτής:

Α. Όταν η συνθήκη καθορίζει μεθοριακή-συνοριακή γραμμή (boundary-frontiere)

Β. Όταν η θεμελιώδης αλλαγή των περιστάσεων είναι αποτέλεσμα παραβίασης, από το επικαλούμενο την μεταβολή μέρος, είτε υποχρέωσης που θεσπίζεται στη συνθήκη είτε έτερης διεθνούς υποχρέωσης έναντι οιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους στη συνθήκη αυτή.

3.Κατά τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών τίθεται εκτός νόμου για την πολιτισμένη διεθνή κοινωνία όχι μόνο η επίθεση μα και η απειλή επίθεσης εναντίον άλλου κράτους ή τμήματος της επικράτειάς του. Επομένως το δικαίωμα νόμιμης άμυνας που υφίσταται και σε περίπτωση απειλής πολέμου, διαρκούς, πρόσκαιρης ή επαναλαμβανόμενης, είναι ένα από τα σπουδαιότερα της διεθνούς δικαιικής τάξης και έχει χαρακτήρα ius cogens, δηλαδή αναγκαστικού δικαίου. Με την ιδιότητα αυτή έχει αυξημένη νομική ισχύ και δύναται να παραμερίζει κάθε αντίθετη συμβατική δήμευση. Άλλωστε κατά το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάνης, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται να τηρεί μέτρα μερικής αποστρατιωτικοποίησης προς εξασφάλιση της ειρήνης και μόνον. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κατάσταση ειρήνης και όχι ακήρυχτου πολέμου αποτελεί ουσιώδη βάση για την ελληνική δέσμευση και ότι η άμεση και ζώσα απειλή εναντίον των ελληνικών νησιών, όπως και η παράνομη αμφισβήτηση και νόσφιση ζωνών ATC, FIR, SAR, ΑΟΖ, Αποκλειστικής Αλιευτικής Ζώνης, δικαιωμάτων αποκλειστικής έρευνας και εκμεταλλεύσεως του υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου, συνορεύουσας ζώνης, υφαλοκρηπίδας για την οριοθέτηση της οποίας η Τουρκία αρνήθηκε να προσέλθει και φυγοδίκησε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου των Ηνωμένων Εθνών το 1976 μετά από ελληνική μονομερή προσφυγή, η παράνομη εισβολή και κατοχή του 38% της Κύπρου καθώς και η απώλεια τόσων ζωών εκ μέρους των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων τις τελευταίες δεκαετίες αποκλείει την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χ. Ροζάκης, ΄΄Η αποκλειστική οικονομική ζώνη και το Διεθνές Δίκαιο΄΄, Αθήνα 2013.

Α. Γιοκάρης, ΄΄Διεθνές Δίκαιο εναερίου χώρου΄΄, Αθήνα 1996.

Δ. Κωνσταντόπουλος, ΄΄Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο – Εφαρμογή Γενικού και Ειδικού Διεθνούς Δικαίου΄΄, Θεσσαλονίκη 1997.

Κ. Ιωάννου – Κ. Οικονομίδης – Χ. Ροζάκης – Α. Φατούρος, ΄΄Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο – Θεωρία των πηγών΄΄, Αθήνα 1988.

Ε. Ρούκουνας, ΄΄Διεθνές Δίκαιο – Το κράτος και το έδαφος, Το δίκαιο της θάλασσας΄΄, Αθήνα 2006.

Λ.Α. Σισιλιάνος – Φ. Παζαρτζή – Μ. Γαβουνέλη, ΄΄Διεθνές Δίκαιο΄΄, Αθήνα 2007.

Φ. Γουέμπερ, ΄΄Ο επιτήδειος ουδέτερος΄΄, ΔΕΚ – ΓΕΣ, Αθήνα 1985.

Α. Κούρκουλας, ΄΄Ίμια – Κριτική προσέγγιση του τουρκικού παράγοντα΄΄, Αθήνα 1998.

Δ. Μηλάκας, ΄΄Η απόρρητη ιστορία του Αιγαίου΄΄, Αθήνα 2012.

Χ. Ψωμιάδης, ΄΄Η τελευταία φάση του ανατολικού ζητήματος΄΄, Αθήνα 2004.

Χ. Παζαρτζί, ΄΄Το καθεστώς αποστρατικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου΄΄ – Κ.Π. Οικονομίδης ΄΄Το νομικό καθεστώς των ελληνικών νησιών του Αιγαίου΄΄, Αθήνα 1989.

Θ. Βερέμης, ΄΄Ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων΄΄, ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 2003.

Χ. Γιαλουρίδης, ΄΄Από την Κύπρο έως τα Ίμια, 1955 – 1996΄΄, Αθήνα 1997.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016