Γράφει ο

Ναύαρχος (εα) Κοσμάς Χρηστίδης

Επίτιμος Α/ΓΕΝ

 

«Από τον καιρό που οι άνθρωποι πρωτάρχισαν να χρησιμοποιούν τις θάλασσες, το μέγα μάθημα της Ιστορίας είναι ότι ο εχθρός που είναι αφοσιωμένος σε μια χερσαία στρατηγική είναι, στο τέλος, ηττημένος»

(Στρατάρχης Montgomery)

Από την έρευνα της Ναυτικής Ιστορίας συνάγεται, αναντιλέκτως, ότι ο κύριος παράγων επιτυχίας των Ναυτικών Δυνάμεων υπήρξε, διαχρονικώς, η ύπαρξη ισχυρού Πολεμικού Στόλου. Οι Ναυτικές Δυνάμεις, οι οποίες απεδείχθησαν ικανές να κατισχύσουν στο διακρατικό σύστημα, παραδοσιακά, ήταν εκείνες «με τα μεγάλα πολεμικά πλοία και τον άρτιο εξοπλισμό, με τις καλύτερες τακτικές και την πιο προηγμένη τεχνολογία και, ίσως προ πάντων, με πρώτης τάξεως Διοικητές, ικανούς να οδηγούν τους στόλους τους με ακαταμάχητη επάρκεια», κατά την εξαιρετική και δημοφιλή διαπίστωση ενός εκ των κορυφαίων συγχρόνων ιστορικών της Ναυτικής Ισχύος τον Geoffrey Till.

Περιττεύει κάθε αναφορά στο «Μέγα τ τς θαλάσσης κράτος» (Θουκ. Ι 143, 5) των αρχαίων Αθηνών, όπου βασίστηκε η Αθηναϊκή Ηγεμονία, αλλά και η επιβλητική Βρεττανική Κυριαρχία των Θαλασσών εστηρίζετο στην συντριπτική ισχύ του κραταιού Royal Navy (19ος αιώνας).

Η ιστορία κατάκτησης της θάλασσας είναι μια ιστορία επίλυσης ενός προβλήματος που απαιτεί ανάπτυξη τεχνικών μέσων και καλλιέργεια ψυχικών ιδιοτήτων. Η διαχείριση της θάλασσας εκφράζεται ως πλέγμα γνώσεων, δεξιοτήτων, εμπειρίας και ικανότητας αναστοχασμού που οδηγεί στην ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης νοοτροπίας και στάσης απέναντι στο υγρό στοιχείο.

Η έννοια της «θαλασσίας ισχύος» είναι πολυσύνθετη. Από στρατηγική άποψη εμπεριέχει το πολεμικό ναυτικό ενός κράτους, το οποίο αποτελεί την «ναυτική ισχύ» («ναυτικός πόλεμος»), το δυναμικό του εμπορικού του στόλου, τις υπάρχουσες υποδομές θαλάσσιας δραστηριοποιήσεως, καθώς και εκμεταλλεύσεως των θαλασσίων και υποθαλασσίων πλουτοπαραγωγικών πόρων, την δυνατότητα ελέγχου θαλασσίων κομβικών σημείων, την ναυτική παράδοση και ενασχόληση του πληθυσμού. Πολιτικά σημαίνει έναν πολλαπλασιαστή ισχύος πρώτου μεγέθους, με τον οποίο το έθνος αντλεί δυνάμεις τόσο από την εσωτερική του συγκρότηση, όσο και από τις συμμαχίες καθώς και από τις περιοχές ασκήσεως ελέγχου ή επιρροής. Κοινωνικά η θαλάσσια ισχύς συνδέεται με την οικονομική δύναμη που απορρέει από την κυριαρχία στο υγρό στοιχείο, καθώς και με τις έννοιες αστική τάξη, κίνηση και διαρκής ροή περιβάλλοντος, εμπόριο, ανθρωποκεντρική και ορθολογική θεώρηση των πραγμάτων, παιδεία, επιστήμες, τέχνες, κοσμικό κράτος και Δημοκρατία.

Ο Sam J. Tangredi σχολιάζει τη διαφορά αυτών των όρων ως εξής:

Ο όρος «θαλάσσια ισχύς» δεν είναι συνώνυμος με τον όρο «ναυτικός πόλεμος». Είναι μία πολύ ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία στοιχεία: Τον έλεγχο του διεθνούς εμπορίου και ανταλλαγών, τη δράση των ναυτικών σε καιρό πολέμου και τη χρήση των ναυτικών ως οργάνων διπλωματίας, αποτροπής, και πολιτικής επιρροής σε καιρό ειρήνης. Αντίθετα με τις έννοιες της χερσαίας ή της αεροπορικής ισχύος, οι οποίες γενικά ορίζονται μόνο υπό στρατιωτικούς όρους, η θαλάσσια ισχύς ποτέ δεν μπορεί να διαχωρίζεται εντελώς από τους γεω-οικονομικούς της σκοπούς.

Όσον αφορά στα Ελληνικά δρόμενα, είναι γνωστή η περίπτωση των τεσσάρων νέων Αξιωματικών, Υποπλοίαρχων, γόνων ηρώων-ναυμάχων της Ελληνικής Επαναστάσεως (Α.Α. Μιαούλης, Γ. Ζώχιος, Δ.Γ. Σαχτούρης και Ν.Α. Μιαούλης), οι οποίοι συνέταξαν το περίφημο «Υπόμνημα περί του Βασιλικού Ναυτικού», δημοσιευθέν περί τα τέλη του 1844, διά του οποίου απηύθυναν αγωνιώδη έκκληση προς την τότε Ελληνική Κυβέρνηση, όπως προβεί τάχιστα σε συγκρότηση ισχυρής ναυτικής δυνάμεως, η οποία τελικά επετεύχθη μετά την ήττα του 1897 (Διαβλέπουμε ομοιότητες με τη σημερινή κατάσταση;). Ας μη λησμονούμε ότι το ναυτικό έπαιξε ελάχιστο, αν όχι μηδενικό, ρόλο μόνο σε δυο ελληνοτουρκικές συρράξεις: Το 1897 και το 1919-1922. Τα συμπεράσματα είναι αυτονόητα.

Ομοίως, είναι γνωστό ότι κατά τον 19ο αιώνα, οι υπέρμαχοι του «Ναυτικού Προγράμματος», της ναυπηγήσεως ισχυρού πολεμικού στόλου και της αναδείξεως της Ελλάδος σε αξιόλογη Ναυτική Δύναμη ήλθαν σε σφοδρή πολιτικο-ιδεολογική αντιπαράθεση με τους πολιτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς εκφραστές του καλουμένου «Βυζαντινο-Οθωμανικού Ιδεώδους», μετέπειτα, Ελληνο-Τουρκικού Ιδεώδους» (οι σημερινοί εκφραστές της λεγόμενης «Ελληνο-Τουρκικής Φιλίας»). Είναι χαρακτηριστικόν ότι εκπρόσωποι των τελευταίων εισήγαγαν στην Βουλή των Ελλήνων, Δεκέμβριος 1879, προς ψήφισιν πρόταση νόμου, που ζητούσαν από την Ελληνική Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, να καταργήσει άπαντες τους ψηφισθέντες Στρατιωτικούς και Ναυτικούς Νόμους και να «πωλήσει» το σύνολο του πολεμικού στόλου (σημερινοί εκφραστές της στρατηγικής ψυχραιμίας, -καλυμμένη συνειδητή περικοπή δαπανών άμυνας-). Τριάντα τρία έτη αργότερα (1912), (ειρωνεία της Ιστορίας), ο Ελληνικός Πολεμικός Στόλος υπήρξε το κύριο και μοναδικό διαπραγματευτικό όπλο του Ελευθερίου Βενιζέλου, προκειμένου να γίνει η Ελλάς δεκτή στον συνασπισμό των ορθοδόξων εθνών της Χερσονήσου του Αίμου εναντίον της Οθωμανικής Τουρκίας κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, διασφαλίζοντας την Κυριαρχία των Θαλασσών στον χώρο του Αιγαίου.

Δεν στερείται ενδιαφέροντος η παρατήρηση ό,τι σε ορισμένες περιπτώσεις η δημιουργία εθνικού πολεμικού στόλου υπήρξε συντελεστής εθνικής αυτοσυνειδησίας (Λαχείο Στόλου, αγορά Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ). Επίσης, το Πολεμικό Ναυτικό διαδραμάτισε, π.χ., σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη της αμερικανικής εθνικής συνειδήσεως και «διαμόρφωσε ένα έθνος».

Ο Αμερικανός ιστορικός και υποναύαρχος Alfred Thayer Mahan αποτελεί τον ιδρυτή και το μεγαλύτερο θεωρητικό της ναυτικής ισχύος που οφείλεται η σημερινή παντοδυναμία των Η.Π.Α. Η θεωρία του Mahan είναι απλή και μπορεί να συνοψιστεί στη λέξη «θαλασσοκρατείν». Σύμφωνα με τον συγγραφέα, καμία χώρα δεν μπορεί να θεωρηθεί παγκόσμια δύναμη αν δεν έχει ναυτικό για προβολή ισχύος και παρουσία σε όλο τον κόσμο. Με τη «διπλωματία των κανονιοφόρων» μπορεί να πετύχεις στόχους εξωτερικής πολιτικής και σημαντικές συμφωνίες, μπορείς να πιέσεις «φίλους» και αντιπάλους.

Ο Mahan μας μετέφερε την άποψη ότι το ναυτικό δεν πρέπει να αναλώνεται σε άμυνα λιμένων και παράκτιων περιοχών. Στόχος του ναυτικού είναι ο έλεγχος των θαλασσών που επιτυγχάνεται με πολλά, μεγάλα και ισχυρά πλοία σε όλη την υδρόγειο. Ο έλεγχος της θάλασσας επιβάλλει αποκλεισμούς στους αντιπάλους, αλλά αφήνει και το εμπόριο ανενόχλητο για τη χώρα που τον πετυχαίνει. «Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα νησί (Αγγλία) κατόρθωσε να γίνει η μεγαλύτερη αυτοκρατορία του κόσμου… Η βύθιση κάποιων πλοίων ή νηοπομπών δεν καταστρέφει την οικονομία του εχθρικού έθνους. Απαιτείται έλεγχος της θάλασσας σε τέτοιο βαθμό που ο εχθρός να φοβάται να πλεύσει…»

Μια θεωρία ναυτικής στρατηγικής, ίσως, πληρέστερη από αυτήν του διάσημου Αμερικανού Mahan, είναι του Βρετανού Julian Stafford Corbett που αδικήθηκε από την ιστορία γιατί συνάντησε την αντιπαλότητα των περισσότερων Βρετανών αξιωματικών του Ναυτικού, οι οποίοι δε δεχόντουσαν ότι ένας «πολίτης» τους «δίδασκε», αλλά και ότι δε συμφωνούσε με την «ηρωική και επιθετική ναυτική παράδοση» του Nelson.

Ο Corbett επηρεασμένος από τον Πρώσο θεωρητικό Carl von Clausewitz, αντιλαμβανόταν τη ναυτική στρατηγική ως απόλυτα εξαρτώμενη από την πολιτική στρατηγική, και όντας μη ναυτικός, δεν επικεντρώθηκε στη ναυμαχία, ως το σημαντικό στοιχείο στη ναυτική διάσταση του πολέμου. Εξέτασε τη ναυτική στρατηγική σαν μέρος της θαλάσσιας στρατηγικής που σχετίζεται με την εμπορική ναυτιλία και τον έλεγχο των θαλασσίων οδών. Για αυτό το λόγο και ενώ ο Mahan αναζητά την απόλυτη κυριαρχία στη θάλασσα με πολλά και μεγάλα πλοία για να την επιτύχει, ο Corbett αναζητά σχετική κυριαρχία, με έλεγχο των θαλασσίων οδών, χρησιμοποιώντας μικρά και ευέλικτα πλοία.

Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και δαφνοστεφανομένος νικητής των ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου, ήξερε καλά, χωρίς να έχει διαβάσει Corbett, ότι η επικράτηση στο Αιγαίο μπορούσε να επέλθει με τον έλεγχο των Στενών και τον αποκλεισμό του οθωμανικού στόλου στο ναύσταθμο του Ναγαρά. Αποφάσισε να μην «ελέγξει» το Αιγαίο, να μην αποστείλει μέρος του στόλου για να καταδιώξει το οθωμανικό Καταδρομικό «Χαμιδιέ», παρακούοντας και τη διαταγή του Υπουργού Ναυτικών. Ήξερε ότι ο έλεγχος των θαλασσίων οδών είναι πολύ δυσκολότερος από τον έλεγχο των χερσαίων οδών, γιατί η θάλασσα δεν καταλαμβάνεται.

Μια εναλλακτική ιδέα, όμως, γνωστή ως τοπικός (local) ή περιφερειακός (regional)  έλεγχος της θάλασσας, είναι ότι δεν απαιτείται στόλος παγκόσμιας εμβέλειας για να αποκτηθεί ο έλεγχος μίας συγκεκριμένης θαλάσσιας περιοχής, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και ορισμένο σκοπό. (Ίσως ένα παγκόσμιας εμβέλειας ναυτικό, έχοντας υπερεκτείνει τις δυνάμεις του, να αδυνατεί σε μία δεδομένη συγκυρία να εμποδίσει μία άλλη δύναμη να αποκτήσει τον τοπικό έλεγχο μίας θάλασσας).

Σήμερα, το 90% του διεθνούς εμπορίου, μετρούμενου σε βάρος και όγκο μεταφέρεται πάνω στο νερό (ένα μέσο εμπορικό πλοίο μεταφέρει τόσο εμπόρευμα όσο 300 αεροπλάνα), η πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού του κόσμου βρίσκονται σε μία ζώνη εντός 200 χιλιόμετρων από τη θάλασσα, το 70% της επιφάνειας της Γης καλύπτεται από νερό και το 70% του εμπορίου της Τουρκίας και της ευρύτερη περιοχής ενδιαφέροντός μας διακινείται μέσω του Αιγαίου. Το διεθνές δίκαιο κατοχυρώνει την «ελευθερία των θαλασσών», με άλλα λόγια, κάθε έθνος μπορεί να χρησιμοποιεί την ανοικτή θάλασσα για εμπορικούς ή αμυντικούς σκοπούς χωρίς να υπεισέρχεται (δηλαδή να παραβιάζει) την κυριαρχία άλλης χώρας, τηρώντας βέβαια τις διεθνείς συμφωνίες για την μόλυνση και την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Εν αντιθέσει προς μίαν απατηλή εικόνα, που επιπόλαια θα μπορούσε να σχηματίσει κανείς, παρασυρόμενος από τις απόψεις των πολιτικών ταγών της χώρας, η μελέτη της Θεωρίας, της Ιστορίας, της Στρατηγικής και της Γεωγραφίας της Ναυτικής Ισχύος μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική σημασία της θάλασσας είναι απείρως πιθανότερο να ενισχυθεί παρά να εκλείψει στο προβλεπτό μέλλον. Η θάλασσα θα εξακολουθήσει να είναι ζωτικής σημασίας για το διεθνές οικονομικό σύστημα, ως το κατ’ εξοχήν πεδίο και μέσον μεταφοράς αγαθών του πλανήτη. Η αξία των πηγών και πόρων που –ακόμη– κρύβει στα σπλάγχνα της θα αυξηθεί έτι περαιτέρω, όπως αποδεικνύει και η μόλις ανακύψασα «έρις» περί τους ενεργειακούς θησαυρούς του Αρκτικού Ωκεανού, διανοίγει νέους υδάτινους γεωστρατηγικούς και γεωοικονομικούς/ εμπορευματικούς/ ενεργειακούς διαύλους μεταξύ ημισφαιρίων και ηπείρων, για πρώτη φορά μετά από την εποχή του Μαγγελάνου.

Επομένως, ευθέως ανάλογη θα είναι και η ενίσχυση της σημασίας και του ρόλου της Ναυτικής Ισχύος. Ναυτικές Δυνάμεις (Μείζονες, Μεσαίες ή Μικρές) θα εξακολουθήσουν να βασίζονται στους εθνικούς πολεμικούς στόλους των, είτε για την εκτέλεση των παραδοσιακών εθνικών ρόλων, είτε για την ανάληψη νέων στο πλαίσιο συμμαχικών/εταιρικών σχημάτων Ναυτικής Συνεργασίας.

Ο νύν προέδρος Ρεντζέπ Ταγίπ Ερντογάν δείχνει να αντιλαμβάνεται άριστα τη σχέση γεωγραφίας – γεωπολιτικής – γεωστρατηγικής και γεωοικονομίας, τον τοπικό/ περιφερειακό έλεγχο της Θάλασσας και τη σημασία τους στην εξασφάλιση του νέου ηγεμονικού ρόλου που επιφυλάσσουν στην Τουρκία. Στην πραγμάτωση του οράματος αυτού σημαντική θέση καταλαμβάνει η ναυτική στρατηγική της Τουρκίας λόγω της γεωγραφίας της χώρας. Ο Ερντογάν φαίνεται να έχει κατανοήσει, πλέον του Θουκυδίδη, και τον Mahan και τον Corbett.

Ο Ερντογάν και το κόμμα του (AKP) ασπαζόμενος το δόγμα του στρατηγικού βάθους του έμπιστου συμβούλου και πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου υιοθέτησαν πλήρως στην πολιτική τους το αξίωμα της εξέχουσας γεωγραφικής θέσης και ιστορικής συνέχειας της Τουρκίας. Η φράση: «Ισχυροί στη θάλασσα για να είμαστε ασφαλείς στη μητέρα πατρίδα-ή γαλάζια πατρίδα-. Παρουσία σε όλες τις θάλασσες, για να έχουμε παγκόσμιο ρόλο», που αποτυπώνεται στο εξώφυλλο της τουρκικής έκδοσης της ναυτικής στρατηγικής, εν έτη 2016, αντανακλά με τον πιο εμφατικό τρόπο τη σημασία που αποδίδει η Τουρκία στον ρόλο της θαλάσσιας ισχύος.

«Το Τουρκικό πολεμικό ναυτικό έχει την δύναμη να επηρεάζει απ’ ευθείας τους μηχανισμούς λήψεως αποφάσεων της διεθνούς κοινότητας, των ανταγωνιστών και των συμμάχων, καθώς και τον τρόπο που θα συμπεριφερθούν. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών του, ο τρόπος που χρησιμοποιεί μια χώρα το πολεμικό ναυτικό της, δηλώνει και το χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής της». Ο Ερντογάν απέδειξε ότι έχει τη δυνατότητα και το σθένος να ασκεί επιρροή πέρα των συνόρων της χώρας του.

Επιπρόσθετα, στην τουρκική ναυτική στρατηγική αναγράφεται χαρακτηριστικά: «Σε αυτό το άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον η συνέχιση του αγώνα για έλεγχο και ανοικτή πρόσβαση στις θαλάσσιες περιοχές, με ειρηνικούς ή συγκρουσιακούς τρόπους, θα είναι μια από τις βασικές παραμέτρους η οποία θα καθορίσει το παγκόσμιο καθεστώς …».

Στόχος αυτής της στρατηγικής αποτελεί η αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του εμπορικού στόλου, μέχρι το 2035, που ανήκει σε Τούρκος εφοπλιστές από 30 εκατομμύρια μετρικούς τόνους (DWT-Deadweight tonnage) σε 50 εκατομμύρια μετρικούς τόνους, κατατάσσοντάς την μέσα στις δέκα πρώτες χώρες του κόσμου. Ο δε Νταβούτογλου γράφει: «… το σημαντικότερο μέσο, για να επιτευχθεί η θαλάσσια στρατηγική είναι η απόκτηση από μέρους της Τουρκίας ενός ισχυρού εμπορικού στόλου …».

Η σχέση μεταξύ εμπορικού και πολεμικού στόλου ήταν πάντοτε, στο διάβα της ιστορίας, στενή. Αποτελεί πρωταρχικό στόχο του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, αλλά και κάθε πολεμικού ναυτικού, η προστασία του εμπορικού στόλου και των θαλασσίων οδών μεταφοράς, ο ρόλος των οποίων επηρεάζει άμεσα την οικονομία, ευημερία και ισχύ. Η Ελλάδα, πάση θυσία, θα πρέπει να διατηρήσει αυτό το πλεονέκτημά εφαρμόζοντας, κάθε φορά, τις κατάλληλες πολιτικές.

Το τουρκικό πολεμικό ναυτικό με έμψυχο δυναμικό 22.000 άτομα περίπου (10% των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων), απέχει πολύ ακόμη από το να θεωρηθεί μεγάλη ναυτική δύναμη. Αλλά, ο έλεγχος των υδάτινων οδών, τόσο μέσω των στενών του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου όσο και μέσω της ανάπτυξης του τουρκικού ναυτικού στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, του Αιγαίου, της Ανατολικής μεσογείου, καθώς και της παρουσίας του στον κόλπο του Άντεν και της δυτικής Αραβικής θάλασσας σε συνδυασμό με τις νέες ναυτικές της βάσεις στην Αλβανία, το Κατάρ και τη Σομαλία αποτελούν απτά παραδείγματα προβολής ισχύος (εσωκλείουν τον Στρατηγικό χώρο Ελλάδος-Κύπρου υπό μορφή «σάντουιτς»). Επίσης, παράδειγμα προβολής ισχύος είναι και η χρήση του Τουρκικού πολεμικού ναυτικού ως εργαλείου, μέσω του οποίου η απειλή́ χρήσης ή η χρήση περιορισμένων ναυτικών δυνάμεων είναι αποφασιστικής σημασίας για την επίτευξη των εθνικών πολιτικών αντικειμενικών σκοπών.

Η Ελλάδα είναι παραδοσιακά μια μεγάλη ναυτική δύναμη. Όποιος έχει διαβάσει καλά την ελληνική Ιστορία το καταλαβαίνει εύκολα, δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Σημαντικοί διανοούμενοι, όμως, έχουν επίσης επισημάνει ότι όποτε οι επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις είχαν αντίκτυπο στις στρατιωτικές ναυτικές δαπάνες, η χώρα γνώρισε περιπέτειες.

Η δυνατότητα προβολής ισχύος και η αποφασιστικότητα μας πρέπει να θεωρούνται αυτονόητα. Χωρίς οικονομικές δυνατότητες, το ναυτικό και οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, με λελογισμένη χρήση των πόρων του έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό, ένα θαύμα, την διατήρηση αξιόμαχου, κάποιου επιπέδου. Η ναυτική μας ισχύς δεν πρέπει να αμφισβητείται και η υπεραξία που δημιουργεί ο τεράστιος εμπορικός μας στόλος δεν πρέπει να περάσει ανεκμετάλλευτη. Αντίθετα, θα πρέπει να δημιουργεί μια θαλάσσια στρατηγική, που θα ισοδυναμεί με μια απόλυτη εθνική στρατηγική, αφού οι πλουτοπαραγωγικές πηγές των ελληνικών θαλασσών και το δια θαλάσσης εμπόριο είναι αληθινό οξυγόνο για την πατρίδα μας. Η παρούσα προσέγγιση δεν είναι απλό ευχολόγιο.

Η θαλάσσια ισχύς δύναται να παρέχει στην χώρα μας ασφάλεια, οικονομική ισχύ, καθώς και συγκριτικό πλεονέκτημα, στα πλαίσια των συμμαχιών της. Η Ιστορία μας, όμως, έχει αποδείξει ότι κατά τις εκάστοτε εθνικές κρίσεις οι συμμαχίες της Ελλάδος, κατά την πλέον επιεική κρίση, δεν εγγυώνται και δεν συγκλίνουν, πάντα, απαραιτήτως προς τα Εθνικά μας Συμφέροντα. Ο διαυγής και προφητικός Π. Κονδύλης προειδοποιεί άλλωστε ότι «καμία συμμαχία δεν ασφαλίζει πλήρως αυτόν που βρίσκεται σε θέση μονομερούς εξαρτήσεως» και ακόμη ότι «η αξία μίας συμμαχίας για μία ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας».

Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε αμυντική ισχύ αποτροπής, να προετοιμάσουμε τις υπηρεσίες πληροφοριών μας στις διαφορετικές εναλλακτικές πρακτικές με προβλεπτικότητα ώστε να ελεγχθούν όλα τα πιθανά σενάρια που οι επιπτώσεις τους να μην καταφέρουν να αδρανοποιήσουν την άμυνά μας στο δυναμικό και επικίνδυνο περιβάλλον που αναδύεται. Επίσης να μην επιτρέψουμε να αμφισβητηθεί η ναυτική ισχύ μας, διότι θα κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε την εμπειρία των χρόνων του Βυζαντίου που είχε αποδυναμωθεί ο στόλος.

Εάν δεν αλλάξει κάτι, η έννοια της στρατιωτικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας θα είναι παρελθόν, δεδομένου ότι η όποια ποιοτική διαφορά και εκπαίδευση του έμψυχου δυναμικού δεν θα δύναται πλέον να ισοσταθμήσει την μεγάλη διαφορά των αριθμών, των μέσων, της τεχνολογίας και των υποδομών του αντιπάλου. Ευελπιστώ και θέλω να πιστεύω ότι θα γίνει έστω και τώρα, την ύστατη στιγμή, αντιληπτό ό,τι η πορεία αυτή οδηγεί σε εθνικές περιπέτειες και στην δορυφοροποίηση της χώρας μας. Οι δήθεν φιλειρηνικές και κοινωνικές δαπάνες σε βάρος των αποτρεπτικών ΕΔ, κρίνονται ως εξόχως αντικοινωνικές αφού προκαλούν μία ώρα αρχύτερα, είτε στρατιωτική αναμέτρηση από θέσεως αδυναμίας είτε εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η απόκτηση κατάλληλης θαλάσσιας και ναυτικής ισχύος και στρατηγικής, συνεπικουρούμενη από ανάλογα ανεπτυγμένη αεροπορική και χερσαία ισχύ, δύναται να αναπτύξει οικονομικά και κοινωνικά την χώρα, αντιστρέφοντας παράλληλα την πορεία προς τον μονόδρομο του κατευνασμού. Στον σκοπό αυτό θα πρέπει να συστρατευθεί το σύνολο του Ελληνισμού εντός και εκτός της ελληνικής επικράτειας. Η αμυντικογενής σταθερή επιλογή του κατευνασμού, η προβολή της στρατηγικής ψυχραιμίας από τους πολιτικούς μας και του «δεν διεκδικούμε τίποτε», ιστορικά, ελήφθη ως αδυναμία και ουδέποτε δικαιώθηκε. Προϋπόθεση για την επιτυχία του παραπάνω εγχειρήματος και την εξεύρεση των απαιτουμένων πόρων, αποτελεί η συνειδητοποίηση και υιοθέτησή του από την πολιτική ηγεσία, η διακομματική πίστη προς αυτό, η λαϊκή μύηση και συναίνεση, καθώς και η συνεπής τήρηση των επί μέρους χρονοδιαγραμμάτων υλοποιήσεως.

Αλλά τι συμβαίνει τώρα; Το ελληνικό Ναυτικό έχει μείνει πολύ πίσω λόγω της οικονομικής κρίσης. Χρειάζεται, επειγόντως, ένα γενναίο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και δημιουργίας μιας νέας γενιάς μόνιμων επαγγελματικών στελεχών. Οι λεπτομέρειες είναι γνωστές σε όσους οφείλουν και θέλουν να έχουν εικόνα. Και προφανώς δεν είναι κρατικό μυστικό στην εποχή που τα πάντα μαθαίνονται μέσω ανοικτών πηγών. Το ζήτημα είναι επείγον.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις αναζήτησαν πολλαπλασιαστές ισχύος στις συνεργασίες με την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Είναι πολύ θετικό ότι αυτό εντάθηκε τα τελευταία χρόνια. Όσο όμως και να βοηθάει, δεν λύνει το πρόβλημα.

Συμβαίνει ωστόσο και κάτι ακόμη στις μέρες μας. Βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο με επίκεντρο τα ενεργειακά κοιτάσματα. Αδιαμφισβήτητα, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απούσα. Χρειάζεται να προστατεύσει τα δικά της ζωτικά συμφέροντα και να προβάλει ταυτόχρονα την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία το κάνει και το διαφημίζει με κάθε τρόπο. Έχει μάλιστα αποκτήσει αυτοπεποίθηση και στον τομέα της ναυτικής ισχύος.

Το Έθνος μας έχει παρελθόν παρόν και μέλλον. Τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων το 1821 – 1827 συνέβαλαν καθοριστικά στην απαλλαγή από την μακραίωνη σκλαβιά και στην δημιουργία της νεωτέρας Ελλάδος, το 1912 -1913 απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου, το 1940 – 1945 συνέβαλαν στην διατήρηση της επικράτειας και την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων. Η δράση των πληρωμάτων των προγόνων μας δείχνει τον δρόμο και απαγορεύει οιαδήποτε σκέψη για εθνική συρρίκνωση ή κατευναστική υποχώρηση.

Ο τρόπος συνοψίζεται στο ρητό «Κυβερνάν εστί προνοείν», ένα παλαιό γνωμικό που μολονότι εκφράζεται με απαρέμφατα, πρέπει να γίνει κατανοητό απ’ όλους και ιδίως από την κυβέρνηση και το πλήθος των ειδικών συμβούλων που διαχειρίζονται σήμερα την εξουσία στη χώρα μας, άλλως, αυτονοήτως, οι κρατικοί δρώντες που θα φανούν επιλήσμονες των προαναφερθέντων, θα υποστούν αμείλικτη την Νέμεσιν της Ιστορίας. Άλλωστε, η Ιστορία είναι και ένα νεκροταφείο εθνών και κοινωνιών που ελησμόνησαν τα αδήριτα γεωπολιτικά δεδομένα.

«H Ναυτική Ισχύς τείνει να συνδέεται με την Κρατική Ισχύ, τις αξιόπιστες συνταγές ασφαλείας και την επιδίωξη των εθνικών συμφερόντων»

(Michael Pugh)

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016