Του Υποπτεράρχου (Ο) ε.α. Δημητρίου Δρόσου

(MBA, MSc, PM, MA, LLB) 

Εν’ όψει επικείμενης προσφυγής σε νέο γύρο διερευνητικών επαφών με την Τουρκία (61ος γύρος), καλό θα είναι να υπάρχουν συγκρατημένες προσδοκίες. Καταρχήν οι προηγούμενοι 60 γύροι απέβησαν άκαρποι και διεκόπησαν την Άνοιξη του 2016 με ευθύνη της Τουρκίας, πριν το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016. Στο παρελθόν μάλιστα είχαν ονομασθεί αυτού του είδους οι διερευνητικές επαφές ως Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).

Κατά δεύτερο λόγο, οι διερευνητικές συνομιλίες αυτή τη φορά (πάλι με ευθύνη της αναθεωρητικής Τουρκίας), διεξάγονται σε επιβαρημένο κλίμα, μεταξύ των δύο πλευρών. Η γειτονική χώρα επίσης, συνεχώς προσθέτει νέες διεκδικήσεις τις οποίες ουδέποτε είχε θέσει στο παρελθόν και οι οποίες είναι παράλογες από κάθε άποψη. 

Η Τουρκία επίσης σκοπίμως και με ιδιοτέλεια προσέρχεται σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, καθώς εκτιμά ότι δύσκολα θα της επιβληθούν κυρώσεις από την Ε.Ε., όσο «διαπραγματεύεται», ενώ παράλληλα «αγοράζει» χρόνο αφενός για να δει πως θα κινηθεί η νέα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και αφετέρου να προωθηθούν συνομιλίες για το λεγόμενο «Κυπριακό» θέμα και όπως πιστεύει η Τουρκία να ολοκληρωθούν επ’ ωφελεία της (πιθανώς και με τη στήριξη του Βρετανικού παράγοντα), όπου σε αυτή την απευκταία περίπτωση η Κύπρος όχι μόνο θα ακυρώσει τις συμμαχίες της με Ισραήλ, Αίγυπτο, ΗΑΕ αλλά ούτε και θα δύναται να ανακηρύξει ΑΟΖ με την Ελλάδα, ενώ θα σημάνει και το γεωπολιτικό τέλος του Κυπριακού Ελληνισμού. 

Ακόμη και εάν δοθούν στην Ελλάδα διπλωματικές διαβεβαιώσεις από πλευράς Τουρκίας (με πιθανή εγγύηση τρίτων Δυνάμεων) για την επιτυχή έκβαση αυτών των διερευνητικών συνομιλιών, η Ιστορία διδάσκει, ότι οι όποιες διπλωματικές διαβεβαιώσεις σπάνια τηρούνται ή δεν είναι επαρκείς, πολλώ μάλλον σε από την πλευρά της ανειλικρινούς Τουρκίας. Θα αναφερθούμε σε ένα μόνο πρόσφατο παράδειγμα πολλαπλών τέτοιων διαβεβαιώσεων, αυτό της επίθεσης της Ιταλίας και Γερμανίας έναντι της Ελλάδος το 1940.  

Α) Την 10η Απριλίου 1939, τρεις ημέρες μετά την κατάληψη της Αλβανίας, η Ιταλική Κυβέρνηση διαβεβαίωσε την Ελληνική ότι θα σεβασθεί απόλυτα την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδος.

Β) Την 17η Σεπτεμβρίου 1939 ο Ιταλός Πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε έγγραφη διακοίνωση της Ιταλίας, όπου δινόταν διαβεβαίωση στην Ελλάδα, ότι εάν η Ιταλία αναμιγνυόταν στη σύρραξη του Β΄ΠΠ σε καμία περίπτωση δεν θα επετίθετο κατά της Ελλάδος με δημοσίευση κοινού ανακοινωθέντος που εξεδόθη σε Αθήνα και Ρώμη την 20η Σεπτεμβρίου 1939 και τόνιζε τις σχέσεις ειλικρινούς φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών.  Προς τούτο ήρθησαν τα στρατιωτικά μέτρα που είχε λάβει η Ελλάδα τον Αύγουστο του 1939 στην Ήπειρο και στη Δυτική Μακεδονία, λόγω της τότε συγκέντρωσης του μεγαλύτερου μέρους του Ιταλικού στρατού που βρισκόταν στην Αλβανία εγγύς των ΕλληνοΑλβανικών συνόρων.

Γ)  Στις 30 Σεπτεμβρίου 1939 ανταλλάχθησαν επιστολές μεταξύ του Μεταξά και του Γκράτσι όπου επιβεβαιωνόταν η πρόθεση των δύο κρατών να όπως συνεχίσουν την πολιτική φιλίας, ειρήνης και συνεργασίας επί όλων των πεδίων. 

Δ)  Στις 16 Δεκεμβρίου 1939 ο ΥΠΕΞ της Ιταλίας σε λόγο του στην Ιταλική Βουλή εξήρε μεταξύ άλλων και τις φιλικές προθέσεις της Ιταλίας έναντι της Ελλάδος. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις παράσχει στις 18 Δεκεμβρίου 1939 ο Ιταλός Υπουργός Εθνικής Αγωγής Μποττάϊ βρισκόμενος στην Αθήνα σε έκθεση Ιταλικού βιβλίου.

Ε) Στις 10 Ιουνίου 1940 όταν ήδη οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Ολλανδία, το Βέλγιο και τη Βόρεια Γαλλία και οι Ιταλοί πιστεύοντας στην εύκολη νίκη του Άξονα κήρυξαν τον πόλεμο σε Αγγλία και στην ψυχοραγούσα Γαλλία, ο Μουσολίνι δήλωσε επίσημα ότι θα σεβασθεί την ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδος. 

Όλες αυτές οι διπλωματικές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις απεδείχθησαν ψευδείς.  Ακολούθησε ο τορπιλισμός της Έλλης την 15η Αυγούστου 1940 στην Τήνο στο πλαίσιο εκφοβισμού των Ελλήνων και σφυγμομέτρησης της αντοχής μας και η κήρυξη του πολέμου την 28η Οκτωβρίου 1940. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο τύπος και το ραδιόφωνο της Ιταλίας άρχισε εχθρική προπαγάνδα κατά της Ελλάδος ζητώντας το διαμελισμό αυτής, όπου θα παραχωρείτο το Ιόνιο με τα νησιά του στην Ιταλία, η Ήπειρος στην Αλβανία και η Ανατολική Μακεδονία στη Βουλγαρία, ως περιοχές που δεν ανήκαν ιστορικά στην Ελλάδα αλλά στα συγκεκριμένα κράτη όπου ζούσαν μειονότητες και καταπιέζονταν.

Ζ) Ψευδείς απεδείχθησαν και οι Γερμανικές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα επέτρεπαν στην Ιταλία να επιτεθεί κατά της Ελλάδος, άλλωστε οι Γερμανοί δεν δίστασαν να παραπλανήσουν την ισχυρή τότε Ρωσία περί μη επιθέσεως. Η επίθεση στη Ρωσία είχε προαποφασισθεί και για αυτό έπρεπε να εξουδετερωθούν τυχόν απειλές για τον Άξονα προερχόμενες από τα Βαλκάνια, με περίσφιξη της Γιουγκοσλαβίας, εύκολη κατάληψη της Ελλάδος από την Ιταλία και βοηθούσας με τη στάση της η Βουλγαρία. Στις 4 Οκτωβρίου 1940 συναντήθηκαν στο Brenner (South Tyrol), οι Χίτλερ, Μουσολίνι, οι ΥΠΕΞ Ιταλίας και Γερμανίας και ο Γερμανός Στρατάρχης Κάϊτελ, όπου συζητήθηκε η επίθεση στη Ρωσία και η έως τα τέλη Οκτωβρίου 1940 επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. 

Ωστόσο αυτές οι υποσχέσεις, ήταν ο κύριος λόγος παραπλάνησης της Ελλάδας η οποία ανέμενε επίθεση από την Βουλγαρική πλευρά των συνόρων, παρά την υπογραφή Συνθήκης την 31η Ιουλίου 1938 στη Θεσσαλονίκη, με την Βουλγαρία, στην οποία προβλεπόταν η μη προσφυγή στη βία στις μεταξύ τους σχέσεις, καταργώντας τους επαχθείς όρους για τη Βουλγαρία της συνθήκης του Νεϊγύ. Η Ελλάδα πίστευε ότι οι Σύμμαχοι έπρεπε να εξουδετερώσουν την απειλή της Βουλγαρίας έγκαιρα. Για αυτό κατασκευάσθηκαν τα οχυρά της γραμμής Μεταξά (Ρούπελ) στην Ανατολική Μακεδονία, που αποτέλεσε θαύμα της Μηχανικής. Αντίθετα η Ήπειρος έμεινε μερικώς ανοχύρωτη. 

Διαπιστώνουμε ότι οι διπλωματικές υποσχέσεις δεν αρκούν, αλλά μπορεί και να παραπλανούν, καθώς μόνο τα συμφέροντα καθορίζουν τις σχέσεις. Ορθώς γίνονται οι διερευνητικές επαφές, οι οποίες άλλωστε δεν αποτελούν διαπραγματεύσεις, αλλά απαιτείται προσοχή και επίσης ο πήχυς των προσδοκιών είναι χαμηλός, καθώς η άλλη πλευρά δεν έπεισε για την ειλικρίνεια των προθέσεών της. 

Επίσης η Τουρκία θέτει μία σειρά ζητημάτων, τα οποία η Ελληνική πλευρά δεν τα αποδέχεται. Ένα κρίσιμο θέμα, ύψιστης ασφάλειας για τη χώρα που θέτει η Τουρκία είναι, ο αφοπλισμός των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου. Η Ελλάδα δήλωσε ότι σε καμία περίπτωση οι νήσοι του Ανατολικού Αιγαίου και η Θράκη, δεν θα μείνουν ανοχύρωτες ή θα αφοπλισθούν από τα «βαρέα» όπλα, παρά τις υποτιθέμενες διεθνείς διπλωματικές διαβεβαιώσεις που θα δοθούν. Το να υποθέσουμε ότι θα επαναληφθεί ένα ανάλογο Έπος όπως του 1940 (που έμεινε ανοχύρωτη η Ήπειρος), σε υποθετική περίπτωση αφοπλισμού της Ανατολικής Ελλάδος, δεν είναι ρεαλιστικό γιατί το θέατρο επιχειρήσεων και οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η Ελλάδα  το μόνο θέμα που θα πρέπει να θέσει ως ατζέντα συζήτησης είναι η Υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ και τίποτε άλλο, όπως άλλωστε αποτελεί πάγια Εθνική πολιτική από το 1974 έως σήμερα. Ο όρος «θαλάσσιες ζώνες», ίσως αφήνει «χώρο» στην ανειλικρινή Τουρκία να θέσει και άλλα θέματα, όπως: έρευνα και διάσωση, FIR, 12 ν.μ. κυριαρχίας, κλπ. Η Ελλάδα θα πρέπει επίσης να εγείρει θέμα άρσης του «Casus Belli» καθόσον αντιβαίνει στην χάρτα του ΟΗΕ και αποτελεί μία σαφώς εχθρική ενέργεια της Τουρκίας.