ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: Η “ακτινογραφία” του άρθρου 11 που “καίει” τους στρατιωτικούς

Του Υποπτεράρχου (Ο) ε.α. Δημητρίου Δρόσου

(MBA, MSc, MA, ΡΜ, LLB, BSc) Μέλους ΔΣ/ΣΕΕΘΑ

Στο πλαίσιο της διαβούλευσης του Σχεδίου Νόμου «Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση και Ψηφιακός Μετασχηματισμός ΕΦΚΑ», ετέθησαν σχόλια, όσον αφορά στο υπό διαβούλευση άρθρο 25 του υπόψη Σχεδίου Νόμου. Στόχος να τροποποιηθούν διατάξεις του άρθρου 11 του ν.4609/2019 προκειμένου να τύχουν πληρέστερης νομικοτεχνικής επεξεργασίας έτσι ώστε να παράσχουν τα ευεργετήματα που επεδίωκε ο νομοθέτης για το Στρατιωτικό Προσωπικό εν γένει.  Εν όψει επικείμενης κατάθεσης του εν λόγω Σχεδίου Νόμου, εκτιμάται ότι πρέπει να αναλυθεί σε πληρέστερο επίπεδο η αναγκαιότητα των εν λόγω ρυθμίσεων.

Το προσωπικό των Ε.Δ. κατά τη διάρκεια της καριέρας του μετατίθεται πολλές φορές, υποχρέωση που ανακύπτει από τη φύση της αποστολής του, με όλες τις γνωστές συνέπειες από κάθε μετάθεση (π.χ. αντικειμενική αδυναμία έμμισθης απασχόλησής του/της συζύγου, δαπάνη μεταφοράς οικοσκευής που δεν καλύπτεται σε πολλές περιπτώσεις στο 100%, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος για τα παιδιά, στεγαστικό δάνειο ιδιόκτητης κατοικίας και επιβάρυνση και με ενοίκιο λόγω μετάθεσης σε διαφορετική Φρουρά). Λόγω της φύσης της αποστολής, της έλλειψης προσωπικού και των συνεχώς αυξανομένων υποχρεώσεων, η ημερήσια απασχόληση πολλές φορές υπερβαίνει το κανονικό ωράριο εργασίας χωρίς πρόσθετη αποζημίωση, ενώ η εκτέλεση μηνιαίως 24ώρων υπηρεσιών, πέραν των επιφυλακών, ασκήσεων και άλλων έκτακτων αναγκών, δεν αποζημιώνεται μέχρι σήμερα, η δε εργασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κίνδυνο.

Εκτός αυτών απαγορεύεται στο Στρατιωτικό Προσωπικό να ασκήσει άλλη εργασία (με μόνη εξαίρεση τους Στρατιωτικούς Ιατρούς και Μουσικούς, σύμφωνα με το ν.δ. 1400/73) προκειμένου αφεθεί απερίσπαστο στην αποστολή του. Επισημαίνεται ότι και με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου στο άρθρο 27 περικόπτεται στο 100% μέχρι την ηλικία των 62 ετών η σύνταξη για εργασία σε ΦΓΚ που είναι υπακτέα στον ΕΦΚΑ και στο 30% για όλες τις λοιπές περιπτώσεις.

Με τις διατάξεις της παρ. 1 και 3 του άρθρου 59 του π.δ. 169/2007, όπως ισχύει, ορίζεται ότι στους στρατιωτικούς που κατατάσσονται από 01/10/1990 και εφεξής επιβάλλεται κράτηση υπέρ Δημοσίου για σύνταξη στις μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές τους, ίση με το ποσοστό που ισχύει κάθε φορά για τους ασφαλισμένους στην κοινή ασφάλιση του τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ενώ καταβάλλονται στο διπλάσιο οι εισφορές για την αναγνώριση του χρόνου του άρθρου 40. Θεσμικό καθεστώς καταβολής εισφορών: άρθρο 15 παρ. 9 και 12, 40 και 41 π.δ. 169/2007, άρθρα 8 και 20 του ν.2084/1992, άρθρο 1 παρ. 13 του ν.3029/2002, άρθρο 3 παρ. 13 του ν.3513/2006, άρθρο 20 του ν.3865/2010 κλπ.  Κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας τα έτη του άρθρου 40 (παρ. 5) του π.δ. 169/07 θεωρούνται ως έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και όχι πλασματικής. Προκειμένου να αναγνωρισθούν τα  διπλά συντάξιμα έτη που προβλέπει το Π.Δ. 169/2007 άρθρο 40 απαιτείται συνεπώς η καταβολή διπλασίων εισφορών για όλους τους καταταγέντες από 1 Οκτωβρίου 1990 και μετά.

Με το άρθρο 20 (παρ. 1) του ν.3865/10 καθορίσθηκε ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα στελεχών των ΕΔ που θεμελιώθηκαν έως και την 31/12/2010 δεν θίγονται. Για τα στελέχη των ΕΔ που θεμελίωναν από 2011 έως και 2014 η υποχρέωση συντάξιμης υπηρεσίας προσαυξάνεται κατά 1,5 έτος έως και 6 έτη (παρ. 2) ιδίου άρθρου. Τα στελέχη που θεμελίωναν από 01/01/2015 και μετά δικαιούνται σύνταξη εφόσον είχαν συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας τους είτε σαράντα έτη συντάξιμης υπηρεσίας. Στην ίδια παρ. 4 αναλύεται επακριβώς ο χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, ο χρόνος συντάξιμης που λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ή τριπλάσιο (πλασματικά έτη), καθώς και ο χρόνος διαδοχικής ασφάλισης.

Με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/07, λαμβάνεται υπόψη ως συντάξιμος χρόνος, αυξημένος στο διπλάσιο ο χρόνος υπηρεσίας των στελεχών των Ε.Δ., που διανύθηκαν σε μονάδες εκστρατείας, μονάδες και υπηρεσίες ζωνών μάχης, πολεμικά πλοία, υποβρύχια, αεροδρόμια, ραντάρ Π.Α. κ.λ.π., ως ανταμοιβή για τα στελέχη που υπηρετούν σε θέσεις με δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης ή επικινδυνότητας. Επίσης ο χρόνος υπηρεσίας στα ΑΣΕΙ – ΑΣΣΥ λογίζεται ως συντάξιμος.

Ανάλυση Παραγράφου 1 Άρθρου 11 του Ν.4609/2019

Με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.4609/2019 καθορίσθηκε ότι ο ανωτέρω χρόνος  προσμετράται αυξημένος στο διπλάσιο και σε Μονάδες ή Υπηρεσίες ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού στις οποίες τα Στελέχη των Ε.Δ. έχουν υπηρετήσει ασκώντας καθήκοντα της ειδικότητάς τους.

Η αιτιολογική έκθεση του εν ν.4609/19, ανέφερε ότι σκοπός των ν.3865/2010 και ν.3883/2010 ήταν όλα τα στελέχη να έχουν 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας και 5 πλασματικής και ότι αφορά το σύνολο των στελεχών, ανεξαρτήτως κλάδου, ειδικότητας, προέλευσης κλπ, καθώς τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι ενιαία. Επειδή οι σημερινές συνθήκες δεν αντανακλούν πλέον το σκοπό του ασφαλιστικού συστήματος του ν.3865/2010 με το συγκεκριμένο άρθρο κλείνει η εκκρεμότητα που υπάρχει, ειδικά για όσα στελέχη δεν δύνανται να υπηρετήσουν σε υπηρεσίες που προβλέπει το άρθρο 40 του π.δ. 169/2007. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται καθολικά η εφαρμογή του σχήματος 35 πραγματικά και 5 πλασματικά έτη. Ωστόσο η διαφοροποίηση που εντοπίζεται στη διατύπωση της εν λόγω τελικώς ψηφισθείσας διάταξης (άρθρο 11 του ν.4609/2019) σε σχέση με τα αναφερόμενα αρχικώς στην αιτιολογική έκθεση οφείλεται στην εκ των υστέρων αλλαγή της ρύθμισης προκειμένου να προσλάβει τελικώς διαφορετικό περιεχόμενο, ευνοϊκότερο για τα στελέχη των Ε.Δ., καθώς αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη, για διεύρυνση της βάσεως των δικαιουμένων. Ο μη χρονικός ορίζοντας της διάταξης καλύπτει και τους ασφαλισμένους προ της 30/09/1990. Ο νόμος δεν αναφέρει τη λέξη αποκλειστικά, έτσι ώστε να ανάγεται σε ασφαλισμένους μετά την 01/10/1990. Εάν υλοποιείτο μόνο για αυτούς που εισήλθαν μετά την 01/10/1990 στο Στράτευμα θα είχαμε μεγαλύτερες συντάξεις σε σχέση με αυτούς που εισήλθαν προ αυτής της ημερομηνίας. Η αναγνώριση διπλάσιων συντάξιμων ετών ή πλασματικών ετών σε παλαιότερα συνταξιοδοτικά νομοσχέδια κάλυπτε στο εύρος της και τους παλαιούς συνταξιούχους και η μόνη διαφορά ήταν η καταβολή ή όχι εισφορών αλλά και το ύψος αυτών.

Η τελική διατύπωση του άρθρου 11 του ν.4609/2019, όπως ψηφίσθηκε καθόριζε σαφώς ότι τα πέντε (5) σε Μονάδες και Υπηρεσίες ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού προσμετρώνται επιπλέον των πέντε (5) ετών στις Υπηρεσίες και Μονάδες που προβλέπει το άρθρο 40 του π.δ. 169/2007. Άλλωστε είναι σαφές ότι δεν προσδιορίζει ο νομοθέτης, ως ανώτατο όριο αυτό των πέντε (5) ετών για την αναγνώριση του διπλάσιου χρόνου ως λογιζόμενου για συντάξιμο σε Μονάδες εκστρατείας, καθώς σκοπός του δεν είναι να παγιώσει ως μέγιστο χρόνο λογιζόμενο ως διπλάσιο τα 5 έτη, αλλά συνυπολογίζοντας όλες τις δύσκολες συνθήκες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το επάγγελμα του στρατιωτικού να θέσει, εξ ορισμού ένα ελάχιστο αποδεκτό πλαίσιο 5 ετών, λογιζομένων ως διπλάσιο συνταξιοδοτικά.

Στην αρχική κατάθεση του νομοσχεδίου προ της ψηφίσεως του νόμου, όπως τη βλέπουμε στο site του Ελληνικού Κοινοβουλίου για το ν.4609/2019, διαπιστώνουμε ότι η διατύπωση ήταν η εξής: «στις μονάδες και υπηρεσίες της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/2007 συμπεριλαμβάνονται αυτές στις οποίες στελέχη των Ε.Δ. έχουν υπηρετήσει ασκώντας καθήκοντα της ειδικότητάς τους». Η τελική ψήφιση επέφερε μία αλλαγή στη γραμματική διατύπωση η οποία ήταν: «πέραν των μονάδων και υπηρεσιών της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/2007 προσμετράται αυξημένος στο διπλάσιο ή τριπλάσιο μέχρι πέντε (5) έτη και ο χρόνος υπηρεσίας σε μονάδες και υπηρεσίες ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού, στις οποίες στελέχη των Ε.Δ. έχουν υπηρετήσει ασκώντας καθήκοντα της ειδικότητάς τους».

Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η αρχική μορφή όπως διατυπωνόταν, σήμαινε με γραμματική ερμηνεία της διάταξης ότι η προσμέτρηση του διανυθέντος χρόνου λογίζεται μόνο για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 40 του π.δ. 169/2007, ήτοι επί της ουσίας έθετε ως πλαφόν τα πέντε (5) έτη. Η αιτιολογική έκθεση συνετάχθη βάσει αυτής της αρχικής διατάξεως για τον καθορισμό του σχήματος των 35 πραγματικών και 5 λογιζομένων ως διπλών συνταξίμων ετών. Με την τελικώς ψηφισθείσα διάταξη και τη διεύρυνση του αριθμού των Μονάδων – Υπηρεσιών ανεξαρτήτως γεωγραφικού προσδιορισμού και κάλυψης συνεπώς όλου του προσωπικού, δεν καταστρατηγείται η σκοπιμότητα ύπαρξης πλασματικού χρόνου για την ανταμοιβή παροχής Υπηρεσίας υπό δυσμενείς συνθήκες, συνεπώς δεν θα υπάρξει διαφορετική αντιμετώπιση σε σχέση με αυτούς που όντως υπηρετούν ή υπηρέτησαν σε μονάδες αυξημένου κινδύνου αφού το κίνητρο αυτό διατηρείται μόνο με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή όσοι πράγματι υπηρέτησαν σε τέτοιες Μονάδες θα συνεχίσει να υφίσταται η προσμέτρηση των διπλασίων συντάξιμων ετών πέραν του γεωγραφικού τους προσδιορισμού.

Ο σκοπός της τροποποίησης της αρχικής διατάξεως ήταν εμφανής, διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος τροποποίησής της. Ήταν η θεσμοθέτηση διακριτού δικαιώματος για όλα τα στελέχη των Ε.Δ., αναγνωρίζοντας προφανώς όσα εκ των ανωτέρω έχουν αναφερθεί για την αποστολή και ρόλο των Ε.Δ., να έχουν πέντε (5) έτη επιπρόσθετα ως λογιζόμενα για διπλά συντάξιμα. Επίσης στο νόμο δεν τίθεται κανένας χρονικός ορίζοντας εάν αφορά νέους ή παλαιούς ασφαλισμένους ή ακόμη και όσοι έχουν εξέλθει εκ των Ε.Δ., καθώς δεν είναι αυτός ο σκοπός του νομοθέτη, ο οποίος μη θέτοντας χρονικούς προσδιορισμούς θέλει να καλύψει όλο τον πληθυσμό των Ε.Δ., είτε τελούν εν ενεργεία είτε είναι συνταξιούχοι. Αυτό άλλωστε προκύπτει τόσο από το π.δ. 169/2007, όσο και από το ν.3865/2010, οι οποίες σχετικές διατάξεις τους, αφορούσαν το σύνολο των στελεχών των Ε.Δ., (εν ενεργεία και συνταξιούχους), ανεξαρτήτως χρόνου εισόδου στο Στράτευμα ή εξόδου από αυτό.

Παρόλο που η συγκεκριμένη διάταξη λογίζεται ως συνταξιοδοτικού χαρακτήρα και δεν έχει αρμοδιότητα το ΥΠΕΘΑ για τέτοιου είδους ρυθμίσεις, η συγκεκριμένη διάταξη ενσωματώθηκε σε νόμο ο οποίος υπεγράφη και έγινε αποδεκτός από όλα τα συναρμόδια Υπουργεία (Εργασίας και Οικονομικών).  Επισημαίνεται ότι για συνταξιοδοτικά νομοσχέδια του Δημοσίου, αρμόδιο υπουργείο είναι αυτό των Οικονομικών σύμφωνα με το άρθρο 73 του Συντάγματος, όμως αυτό έχει καταστρατηγηθεί καθώς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής αλληλεγγύης έχει προχωρήσει ως επισπεύδων Υπουργείο στην κατάθεση συνταξιοδοτικών νόμων του Δημοσίου (ν.4307/2016 και οι τοποποιήσεις αυτού που επήλθαν με τους νόμους: ν.4461/2017, ν.4472/2017, ν.4475/2017, ν.4488/2017, ν.4583/2017 κλπ). Μέχρι το ν.4387/2016 το Υπουργείο Εργασίας κατέθετε για τον Ιδιωτικό Τομέα, τους Αυτοαπασχολούμενους και τους ΙΔΑΧ – ΣΕΙΔ. Για τους Δημοσίους Υπαλλήλους και Στρατιωτκούς κατέθετε μόνο το Υπουργείο Οικονομικών. Νομικοτεχνικά είναι σωστό να φέρει τη διάταξη το Υπουργείο Οικονομικών, ή έστω κατά πλάσμα δικαίου το Υπουργείο Εργασίας επί της αναλυθείσης προσέγγισης.

Η προσθήκη των 5 ετών εξορθολογίζει τις συντάξεις των στρατιωτικών ένεκα των λόγων που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ το γεγονός ότι οι στρατιωτικοί βγαίνουν νωρίτερα στη σύνταξη από ότι οι πολιτικοί υπάλληλοι, αντισταθμίζει τις όποιες πιθανές αντιδράσεις των τελευταίων, λόγω διαφοράς μισθού – σύνταξης. Επίσης δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με πολίτες αντίστοιχων κατηγοριών π.χ. οι ιατροί στα νοσοκομεία του ΕΣΥ παίρνουν εφημερίες. Οι δικαστικοί στα πολιτικά δικαστήρια έχουν άλλο μισθολογικό καθεστώς από τους στρατιωτικούς δικαστές κλπ. Είναι ουσιώδες να αποσαφηνισθεί με τη νέα διάταξη ή έστω στην αιτιολογική έκθεση ότι ακόμη και για τα στελέχη (εν ενεργεία ή συνταξιούχοι) με ημερομηνία κατάταξης έως την 30/09/1990 θεμελιώνονται τα 5 έτη του ν.4609/2019 χωρίς την υποχρέωση αντίστοιχης ασφαλιστικής καταβολής εισφοράς, καθώς είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3865/2010 και δεν υφίστανται έκτοτε επιπρόσθετες διατάξεις που να αναμορφώνουν το συνταξιοδοτικό τους ορίζοντα.

Συνεπώς ανεξάρτητα του χρόνου θεμελίωσης, η αποσαφήνιση θα πρέπει να αφορά στον υπολογισμό του ποσού απόληψης της σύνταξης. Με αυτόν τον τρόπο όσοι συνταξιοδοτούνται από 01/01/2017 και εφεξής δεν θα επισωρεύσουν μόνο την αρνητική συνέπεια υπολογισμού σύνταξης του ν.4387/2016 αλλά θα πιστωθούν και τις ευεργετικές διατάξεις του νέου άρθρου 11 του ν.4609/2019. Η επίδραση στους συνταξιούχους έως 31/12/2016, θα είναι η μείωση της προσωπικής διαφοράς.

Όσον αφορά στην οικονομική επιβάρυνση, σημαντικό μέρος της δαπάνης (που θα προκύψει λόγω της αύξησης των ετών υπηρεσίας και ως απόρροια αυτού αύξηση στο συντελεστή αναπλήρωσης των συντάξεων),  επιστρέφει στο Δημόσιο, είτε ως Φόρος Εισοδήματος, είτε ως Υγειονομική Περίθαλψη, είτε ως άλλες κρατήσεις διαφόρων νόμων, τόσο στα εν ενεργεία στελέχη όσο και στους Στρατιωτικούς Συνταξιούχους. Στους παλαιούς συνταξιούχους προ του ν.4387/2016, επί της ουσίας δεν θα προκληθεί επιβάρυνση διότι ο μόνος αντίκτυπος που θα έχει, θα είναι η μείωση της προσωπικής διαφοράς μέχρι μηδενισμού αυτής, ενώ μπορεί να τεθεί ασφαλιστική δικλείδα, ότι τυχόν προσαυξήσεις σε ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις δεν θα χορηγούνται. Αν και λόγω της μεγάλης προσωπικής διαφοράς που έχουν οι παλαιοί συνταξιούχοι είναι αδύνατο να υπάρξει συνταξιούχος που να έχει αύξηση.

Όσοι εξέρχονται από 01/01/2017 και εφεξής (λόγω του ν.4387/2016) εκτιμάται ότι η οικονομική επιβάρυνση θα είναι ελάχιστη, λόγω της αισθητής μείωσης του αριθμού εξερχομένων (τόσο ένεκα  των νέων συνταξιοδοτικών νόμων που προσαύξησαν την παραμονή, όσο και εκ του γεγονότος ότι οι αιτήσεις παραιτήσεων αλλά και οι αποστρατείες ένεκα της Υπηρεσίας μειώθηκαν αισθητά λόγω της οικονομικής κρίσεως). Επίσης δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ισχύουν οι διατάξεις του ν.3865/2010 για την αναγνώριση ετών υπηρεσίας, όσων εισήλθαν από το Β’ Εξάμηνο και μετά, στο Στράτευμα. Τα στελέχη που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.3865/2010 θα πρέπει να καταβάλλουν εισφορές για την αναγνώριση αυτών των ετών, συνεπώς μέρος της συνταξιοδοτικής δαπάνης θα αντισταθμισθεί. Με το ν.4488/17 άρθρο 3, οι συντάξιμες αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται ως μηνιαίες τακτικές αποδοχές αυτές του άρθρου 153 παρ. 10.

Εδώ τονίζεται ότι ο ν.3865/2010 έδωσε προνομιακή μεταχείριση όσον αφορά στην καταβολή ασφαλίστρου επί του χρόνου που υπολογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο, η οποία αυτή παρέκκλιση αφορά μόνο στα Σ.Α. η αναγνώριση των συνταξίμων ετών που λογίζονται ως διπλά σε όλα τα στελέχη θα αποκαταστήσει εν μέρει και το περί δικαίου αίσθημα, όσον αφορά στη διακριτή καταβολή εισφορών σε σχέση με τα Σ.Α..

Όπως ήδη αναφέρθηκε τα στελέχη των Ε.Δ. έχουν ειδικό καθεστώς εργασίας που διέπεται από διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο, ήτοι το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, τους Στρατιωτικούς Κανονισμούς, χαρακτηριστικό των οποίων είναι οι περιορισμοί σε σχέση με άλλους ισχύοντες κανόνες δικαίου, που απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι εργαζόμενοι.

Με δεδομένη την γεωπολιτική αστάθεια και τα σύννεφα να πυκνώνουν στο εγγύς περιβάλλον, ουδείς εκ της Ελληνικής κοινωνίας θα δυσανασχετήσει για την αποκατάσταση μέρους της αδικίας που υπέστη το Έμψυχο Προσωπικό του Στρατεύματος από το 2010 και μετά (συνταξιούχοι αλλά και εν ενεργεία στελέχη). Οι επιβληθείσες περικοπές ήταν δυσανάλογες με άλλες τάξεις εργαζομένων (υφίσταται σχόλιο στη διαβούλευση του εν λόγω νομοσχεδίου επί του άρθρου 24 που αναφέρεται αναλυτικά στο υπόψη ζήτημα).

Ανάλυση Παραγράφου 2 Άρθρου 11 του Ν.4609/2019 (Σταδιοδρομική)

Όσον αφορά στην παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν.4609/2019, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση επιδιώκεται «η ηθική και βαθμολογική αποκατάσταση αποστράτων Αξιωματικών του ΣΞ και ΠΝ αποφοίτων ΑΣΣΥ, που τέθηκαν ΑΠΟΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΑ στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη και του Αντιπλοιάρχου αντίστοιχα, επειδή δεν ήταν δυνατό να προαχθούν περαιτέρω σε σχέση με τους αντίστοιχους αξιωματικούς της ΠΑ, οι οποίοι αποστρατεύθηκαν με το βαθμό του Σμηνάρχου».

Ενώ λοιπόν αναγράφει η αιτιολογική έκθεση τη φράση «τέθηκαν αποστρατευτικά», ετέθη στο νόμο η ένδειξη «ευδοκίμως τερματίσαντες». Αυτό το γεγονός περιορίζει σημαντικά το εύρος που επιδίωκε η αιτιολογική έκθεση του Νόμου. Διότι όσοι υπέβαλλαν παραίτηση με ιδία πρωτοβουλία τους, σε παλαιότερες εποχές δεν εκρίνοντο ως ευδοκίμως τερματίσαντες αλλά ως αποστρατευτέοι. Συνεπώς εξαιρούνται από τις διατάξεις του Νόμου.

Επισημαίνεται ότι παλαιότερα ίσχυε το καθεστώς εξετάσεων για την προαγωγή στους βαθμούς του Ανθυπασπιστή και Ανθυπολοχαγού / Σημαιοφόρου. Ενώ λοιπόν κάποιοι με εξετάσεις προήχθησαν νωρίτερα από άλλους συμμαθητές τους ένεκα εξετάσεων, στη συνέχεια καταργήθηκαν οι εξετάσεις και προήχθησαν και οι υπόλοιποι. Συνεπώς συνταξιοδοτήθηκαν με το βαθμό του Αντσυνταγματάρχη και Αντιπλοιάρχου όλοι. Όσοι υπέβαλλαν παραίτηση, όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος, παραμένουν σε αυτό το βαθμό, ενώ όσοι αποστρατεύθηκαν από την υπηρεσία, τους χορηγήθηκε το καθεστώς «ευδοκίμως τερματίσαντες» και προήχθησαν στο βαθμό Συνταγματάρχη / Πλοιάρχου.

Με δεδομένο ότι ο νόμος έθετε ως όριο την 32η πραγματική υπηρεσία, σαφώς υπονοούσε και αυτή την κατηγορία την οποία τώρα την αφήνει εκτός.

Εφόσον υφίσταται ρητή διάταξη στο νόμο ότι δεν γεννώνται συνταξιοδοτικά ή άλλα οικονομικά δικαιώματα, προτείνεται η τροποποίηση της διάταξης μόνο για λόγους ηθικής τάξεως και αποκατάστασης της αδικίας ως ακολούθως: «…οι οποίοι τέθηκαν σε αποστρατεία με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη ή Αντιπλοιάρχου ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή παραιτηθέντες στον βαθμό του Ταγματάρχη ή του Πλωτάρχη, έχοντας συμπληρώσει 35ετή συντάξιμη υπηρεσία ή 32 έτη πραγματικής υπηρεσίας….προάγονται μέσα σε 2 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος στον βαθμό του Συνταγματάρχη ή Πλοιάρχου αντίστοιχα, χωρίς να γεννώνται για αυτούς συνταξιοδοτικά ή άλλα οικονομικά δικαιώματα.» 

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016