Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

PhD© Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

[email protected]

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο (Αν. Με –Ελλάδα, Τουρκία, Κύπρος, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Λιβυή), με σημαντικότερες την πρωτοβουλία της Αιγύπτου για την επίτευξη εκεχειρίας στη Λιβυή, την Ελληνοιταλική συμφωνία για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και τη συσσώρευση πολεμικών πλοίων και ναυτικών επεισοδίων μεταξύ Κρήτης και Λιβυής, οι οποίες ακολούθησαν τη σημαντική προώθηση των δυνάμεων της κυβέρνησης εθνικής συμφωνίας (GNA) της Λιβυής, αποτυπώνουν την ένταση των διεργασιών που συντελούνται στην περιοχή. Παράλληλα η κατανόηση του χαρακτήρα και των συνεπειών που επιφέρουν αυτές οι διεργασίες, απαιτεί την εξέταση των παραπάνω εξελίξεων στο φόντο των γενικότερων τάσεων που παρατηρούνται στο Διεθνές Ιμπεριαλιστικό Σύστημα (ΔΙΣ) και ειδικότερα στην περιοχή.

Συγκεκριμένα προύποθέτει να ληφθούν υπόψιν:

  • Η ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων (ΗΠΑ-Κίνα-ΕΕ-Ρωσία), που τροφοδοτούν οι ενέργειες των ΗΠΑ για τη διασφάλιση της πλανητικής τους πρωτοκαθεδρίας, αλλά και η διογκούμενη υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στη διεθνή οικονομία.
  • Η αύξηση της σημασίας της Αν. Με στη διαμόρφωση της πλανητικής ισορροπίας ισχύος, από στρατιωτική, διαμετακομιστική (εμπορεύματα, άνθρωποι) και ενεργειακή άποψη.
  • Η ιεράρχηση της Κίνας ως απειλή από τις ΗΠΑ. Συνακόλουθα οι σχεδιασμοί τους στην Αν. Με, για την οποία ενδιαφέρονται, επενδύουν περισσότερο στους ενδοπεριφερειακούς (Τουρκία, Αίγυπτος, Ισραήλ, Ελλάδα) και εξωπεριφερειακούς [ΕΕ, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ), Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας (ΒΣΑ), Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ)] συμμάχους και στις αντιθέσεις μεταξύ των διάφορων δρώντων (Ρωσία-Τουρκία).
  • Η άνοδος της επιρροής της Ρωσίας στην Αν. Με, ως απόρροια της στρατιωτικής της επέμβασης στη Συρία, της συνεργασίας της με το Λιβυκό Εθνικό Στρατό (LNA), των στενών της σχέσεων με το Ιράν και της προσέγγισης της με συμμάχους των ΗΠΑ (Τουρκία).      
  • Η εντονότερη δραστηριοποίηση των κρατών της Αν. Με, την οποία προκαλεί ο ανταγωνισμός των παγκόσμιων/περιφερειακών δυνάμεων, αλλά και ο βαθμός ισχύος που προβάλλουν ΗΠΑ και Ρωσία σε αυτήν, ο οποίος δημιουργεί τον αναγκαίο «χώρο».

Όσον αφορά το τελευταίο στοιχείο ξεχωρίζουν:

  • Η απόπειρα της Ελλάδας και της Κυπριακή Δημοκρατίας (ΚΔ), να ωφεληθούν της επιδείνωσης των σχέσεων Δύσης-Τουρκίας, Τουρκίας-Ισραήλ και Τουρκίας Αιγύπτου, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση των Δυτικών σχεδιασμών και εμβαθύνοντας τις σχέσεις τους με Ισραήλ-Αίγυπτο. Η συγκεκριμένη πολιτική επιχειρεί να εξασφαλίσει τη στήριξη της Δύσης στην προσπάθεια τους να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός με την Άγκυρα. Ο τελευταίος πιστεύεται ότι θα επιβεβαιώσει την παραμονή της Τουρκίας στη Δύση και έτσι θα ανοίξει το δρόμο για την οικονομική συνεργασία των χωρών της Αν. Με και άρα για την εκμετάλλευση του Υ/Ακικού της δυναμικού, σε μια περίοδο που η Αθήνα ιεραρχεί την οικονομική ανάπτυξη.
  • Η φιλορωσική & φιλοιρανική πολιτική Συρίας & Λιβάνου (όσο κυριαρχεί η Χεσμπολάχ). Για το καθεστώς Άσσαντ αυτή συνδέεται με τον στόχο της πλήρους ανάκτησης της εδαφικής του κυριαρχίας, ενώ για τη Χεσμπολάχ σχετίζεται με την πολιτική της κυριαρχία.
  • Οι δεσμοί που αναπτύσσουν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ με τη Ρωσία και το «παζάρι» που διεξάγουν με τις δύο δυνάμεις. Συγκεκριμένα η Τουρκία ασκεί αυτή την πολιτική, συμμαχώντας με Κατάρ, GNA, αντιπολίτευση Συρίας και Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενώ συνεργάζεται με το Ιράν σε πολλά ζητήματα. Επιδίωξη της είναι η περιφερειακή ηγεμονία και η ανάδειξη της σε ηγέτιδα δύναμη του Μουσουλμανικού κόσμου, με τη δική της σφαίρα επιρροής. Αντίστοιχα δραστηριοποιείται και η Αίγυπτος, συμμαχώντας με LNA, ΒΣΑ και ΗΑΕ, ενώ διατηρεί επαφές με το Ισραήλ και υποστηρίζεται από τη Γαλλία. Για το στρατιωτικό καθεστώς του Καίρου αυτή η πολιτική συνδέεται με την προστασία της εξουσίας του από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αλλά και με τη διασφάλιση του status της περιφερειακής δύναμης, το οποίο απειλούν οι φιλοδοξίες της Τουρκίας. Τέλος και το Ισραήλ κινείται με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκοντας να επωφεληθεί του σχεδίου Trump για τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα ενδιαφέρεται για την αποδυνάμωση της επιρροής του Ιράν και της Χεσμπολάχ, τους οποίους θεωρεί πρωταρχική απειλή. Επίσης επιθυμεί την επανοριοθέτηση των σχέσεων του με την Άγκυρα, με τρόπο που δε θα αποδυναμώνεται η πολιτική του στα Παλαιστινιακά εδάφη, ενώ θα διευκολύνονται οι δράσεις του εναντίον του Ιράν και της Χεσμπολάχ.

Σε αυτά τα πλαίσια οξύνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών και των δρώντων της Αν. Με. Παράλληλα η σύγκρουση GNA-LNA στη Λιβυή απορροφά την περισσότερη ενέργεια τους. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι η απόπειρα των ΗΑΕ και της Αιγύπτου να συντρίψουν τη GNA και την επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και της Τουρκίας. Ένας άλλος είναι η απάντηση της Άγκυρας, μέσω των μνημονίων που υπέγραψε με τη GNA, τα οποία της εξασφαλίζουν στρατιωτική παρουσία, ενώνουν τις θαλάσσιες ζώνες των χώρων τους και στερούν την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα από τα νησιά της περιοχής. Συνακόλουθα η θάλασσα του Λεβάντε και το Αιγαίο αναδεικνύονται επίσης σε πεδία αυξανόμενης έντασης. Την ίδια στιγμή η Συρία παραμένει τριχοτομημένη και πηγή εντάσεων, η Τουρκική κατοχή στην Κύπρο συνεχίζεται, η κατάσταση στα Παλαιστινιακά εδάφη είναι σταθερά τεταμένη, ενώ υπάρχει και η διαφωνία Ισραήλ-Λιβάνου για τις θαλάσσιες ζώνες

Παράλληλα αυτή η κατάσταση επηρεάζει με τη σειρά της τον ανταγωνισμό των παγκόσμιων δυνάμεων στην Αν. Με, από τον οποίο και τροφοδοτείται. Ως εκ τούτου ΗΠΑ και Ρωσία παρεμβαίνουν στην εξέλιξη της. Συγκεκριμένα η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συμβιβάσει τους ανταγωνιζόμενους συμμάχους της -το σχηματισμό α) Τουρκία-Κατάρ-GNA-Αντιπολίτευση Συρίας-Μουσουλμανική Αδελφότητα με τους σχηματισμούς β) Αίγυπτος-LNA-ΒΣΑ-ΗΑΕ-Γαλλία, γ) Ελλάδα-Κύπρος και με δ) το Ισραήλ, καθώς αυτή η εξέλιξη θα διασφάλιζε την παραμονή όλων τους στο Δυτικό στρατόπεδο ή τη συμμαχική τους σχέση με αυτό. Συνακόλουθα θα έδινε ώθηση στην κινητοποίηση τους για τον περιορισμό της Ρωσικής & Κινεζικής επιρροής, για την ήττα του σχηματισμού ε) Ιράν-Συρία-Χεσμπολάχ και για την εκμετάλλευση του οικονομικού πλούτου της περιοχής με δική της συμμετοχή και εποπτεία. Ως εκ τούτου η θέση που λαμβάνουν οι ΗΠΑ στο «παζάρι» για την επίτευξη αυτού του συμμαχικού συμβιβασμού ευνοεί τους δρώντες που μπορούν ναι κινητοποιηθούν περισσότερο προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντίστοιχα αυτές προσφέρουν στήριξη στο σχηματισμό α) και στον παράγοντα δ) στον ανταγωνισμό τους με το σχηματισμό ε). 

Με βάση τα παραπάνω η Ελληνοιταλική συμφωνία βρίσκεται σε σύμπνοια με τις Αμερικανικές επιδιώξεις, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό για αντίστοιχες διευθετήσεις στο Αιγαίο και τη Θάλασσα της Λεβαντίνης, διευκολύνοντας την επίτευξη ενός ευρύτερου συμβιβασμού μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα:

  • Η κατοχύρωση αλιευτικών δικαιωμάτων από την Ρώμη εντός της ΑΟΖ (ασκούνται κυριαρχικά δικαιώματα) και της ενδεχόμενης Αιγιαλίτιδας Ζώνης της Ελλάδας (ασκείται εθνική κυριαρχία), σημαίνει συνδιαχείριση μέρους του αλιευτικού πλούτου του Ιονίου. Συνακόλουθα μπορεί να αξιοποιηθεί ως παράδειγμα για μια μελλοντική συνδιαχείριση του Υ/Ακικού πλούτου του Αιγαίου και της Θάλασσας της Λεβαντίνης.
  • Το γεγονός ότι η ΑΟΖ συμφωνήθηκε με κλειστούς τους Ιταλικούς κόλπους (η Αιγιαλίτιδα Ζώνη ξεκινάει από μια νοητή ευθεία γραμμή -τη γραμμή βάσης, η οποία ενώνει τις δύο άκρες του κόλπου, όχι από την ακτογραμμή) του Τάραντα και της Καλαβρίας, οι οποίοι είναι πολύ πάνω από τα 24 ν.μ. και ανοιχτούς τους Ελληνικούς, λειτουργεί υπέρ μιας αντίστοιχης οριοθέτησης της Αιγιαλίτιδάς Ζώνης από την Τουρκία (Αττάλεια) και τη Λιβυή (Σύρτη) στο μέλλον.
  • Η μειωμένη επήρεια σε ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδα που φαίνεται να έλαβαν τα 11 Διαπόντια νησιά και οι δύο Στροφάδες (εφόσον η συμφωνία ακολουθεί τις χαράξεις Υφαλοκρηπίδας του 1977), μπορεί να αξιοποιηθεί για οριοθετήσεις ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας μεταξύ των χωρών της Αν. Με, όχι αποκλειστικά στη βάση της μέσης γραμμής, αλλά λαμβάνοντας υπόψιν και την αρχή της αναλογικότητας. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι πολύ σημαντικό μιας και οι Οθωνοί (Διαπόντια) έχουν μεγαλύτερο μέγεθος από το Καστελόριζο.
  • Η Ελληνοιταλική συμφωνία ξεκινά από το ύψος των Χανίων και δεν επεκτείνεται νοτίως της Κρήτης (άρα δεν εφάπτεται του Τουρκολυβικού Μνημονίου).. Έτσι λειτουργεί ως προάγγελος τμηματικών και όχι πλήρους χαρακτήρα θαλάσσιων διευθετήσεων.
  • Στη βάση όλων των παραπάνω ανοίγει ο δρόμος για θαλάσσιες διευθετήσεις, οι οποίες θα παρακάμπτουν ή δε θα βασίζονται πλήρως στο Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο άλλωστε δεν έχουν κυρώσει Τουρκία, Συρία, Ισραήλ, Λιβυή αλλά και ΗΠΑ, Ιράν και ΗΑΕ.

Αντίθετα η Ρωσία παρεμβαίνει στους ανταγωνισμούς μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ, με σκοπό να τους εντείνει και να δημιουργήσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο ρήγμα στη συνοχή και τις συμμαχίες του Δυτικού στρατοπέδου, διεκδικώντας παράλληλα ρόλο στις απόπειρες διευθέτησης τους. Παράλληλα δεν είναι προς το συμφέρον της η επικράτηση κάποιου μέρους σε αυτούς τους ανταγωνισμούς, καθώς σε αυτή την περίπτωση αυτό θα εξελισσόταν σε ισχυρό ανταγωνιστή της. Ταυτόχρονα η Ρωσία μπορεί να χρησιμοποιήσει και το σχηματισμό ε) για τον πολλαπλασιασμό της επιρροής της, για τη μείωση της επιρροής των ΗΠΑ και άλλων ανταγωνιστικών δυνάμεων, αλλά και για τη συμμετοχή της στον έλεγχο-εκμετάλλευση του πλούτου της περιοχή.                 

Συνεπώς το επόμενο διάστημα αναμένεται ένταση της δράσης των ΗΠΑ για την επίτευξη ενός συμβιβασμού μεταξύ των συμμάχων τους γύρω από τις θαλάσσιες ζώνες. Σε αυτή την κατεύθυνση ο Λευκός Οίκος μπορεί να χρησιμοποιήσει το “καρότο” των ανταλλαγμάτων αλλά και το “μαστίγιο” των πιέσεων. Παράλληλα η σημασία που αποδίδει στη συμμαχία με την Τουρκία, όσον αφορά την επιτυχία των σχεδιασμών του, προμηνύει ότι τα ανταλλάγματα και η ανεκτικότητα θα αξιοποιηθούν περισσότερο προς τη μεριά της Άγκυρας και οι παραινέσεις και πιέσεις προς τις άλλες πρωτεύουσες.

Αντίθετα η Μόσχα αναμένεται να δραστηριοποιηθεί για να μην τελεσφορήσουν οι επιχειρούμενες διευθετήσεις. Συνακόλουθα πιθανά να προσφέρει ορισμένη υποστήριξη στους λιγότερο ισχυρούς δρώντες, ώστε να μη συναινέσουν σε κάποιον Αμερικανικής εμπνεύσεως συμβιβασμό και να κρατήσουν πιο φιλορωσική στάση. Ταυτόχρονα θα εξυπηρετούσε τις επιδιώξεις της και μια ορισμένη παρότρυνση των αναθεωρητικών δυνάμεων, όπως η Τουρκία, προς την υιοθέτηση πιο φιλόδοξων στόχων, κίνηση που θα μπορούσε να συμπληρωθεί και με ορισμένη υποστήριξη τους σε σημεία τριβής τους με τις ΗΠΑ.       

Τέλος οι σύμμαχοι των ΗΠΑ αναμένεται ότι θα προσπαθήσουν να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα δυνατά ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον σε αυτή τη διαδικασία, αξιοποιώντας την αντιπαράθεση της με Ρωσία-Ιράν, αλλά και το βαθμό ισχύος που οι ίδιοι μπορούν να προβάλλουν στην περιοχή. Έτσι η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις, φιλικές προς τις επιδιώξεις των ΗΠΑ, στρατιωτικές της επιχειρήσεις σε Ιντλίμπ και δυτική Λιβυή, αλλά και τις φιλικές, προς τις επιδιώξεις της Ρωσίας, ενέργειες της όσον αφορά την οικονομική και ενεργειακή τους συνεργασία, αλλά και την απόπειρα της Δύσης να την περικυκλώσει και να την εκπαραθυρώσει από τη Μέση Ανατολή, επιχειρώντας να προώθηση τη θέση της, η οποία αποτυπώνεται στο Τουρκολυβικό μνημόνιο και αντικρούει στην Ελληνοιταλική συμφωνία, ότι τα νησιά δε δικαιούνται Υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Παράλληλα οι Τουρκικές απαιτήσεις συνοδεύονται από μια άνευ προηγουμένου δραστηριοποίηση των αεροναυτικών της δυνάμεων στην Αν. Με.

Εν κατακλείδι η περίοδος που διανύει η Αν. Με χαρακτηρίζεται από την ένταση των ανταγωνισμών ανάμεσα σε παγκόσμιες (ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ) και άλλες σημαντικές εξωπεριφερειακές (Γαλλία, Ιράν, ΗΑΕ) δυνάμεις, αλλά και των ανταγωνισμών ανάμεσα στα κράτη της περιοχής, οι οποίοι κλιμακώνονται από τη διαδικασία οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη διαδικασία αυξάνει την ένταση του παζαριού ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της, αλλά και μεταξύ των τελευταίων, με σκοπό να προκύψει ένας ευρύτερος συμβιβασμός. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι εις βάρος της Ρωσίας, η οποία παρεμβαίνει στις διεργασίες διεκδικώντας να έχει μεγαλύτερο λόγο στις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή η απειλή ή ακόμη και η χρήση της στρατιωτικής ισχύος λειτουργεί ως εργαλείο στην εξέλιξη των διεργασιών, καθώς μπορεί τελικά να αναδειχτεί στον κρίσιμο παράγοντα που θα εξαναγκάσει τους εμπλεκόμενους σε όχι αμοιβαίες, αλλά επαρκείς υποχωρήσεις. Ωστόσο το μέγεθος των αντιθέσεων μεταξύ των συγκεκριμένων δρώντων, αλλά και μεταξύ των εξωπεριφερειακών δυνάμεων δημιουργεί ερωτηματικά για τη δυνατότητα τελεσφόρησης αυτού του συμβιβασμού δίχως ή και με τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος, όπως και για την αντοχή που αυτός θα μπορέσει να επιδείξει στο, όπως όλα δείχνουν, περισσότερο συγκρουσιακό μέλλον. Σε κάθε περίπτωση αναδεικνύεται ότι οι διεργασίες για την επίτευξη των όποιων διευθετήσεων στην περιοχή θα συντελούνται “με το πιστόλι στον κρόταφο“, εγείροντας σταθερά τον κίνδυνο μετεξέλιξης των ανταγωνισμών σε γενικευμένη πολεμική αναμέτρηση.              

        

Avatar
Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016