Η  εφημερίδα ΣΗΜΕΡΙΝΗ της Κύπρου δημοσιεύει ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ με μαρτυρίες γυναικών που είχαν βιασθεί από Τούρκους στρατιώτες του Αττίλα.
«Μαρτυρίες τουρκικής θηριωδίας- Συγκλονίζουν οι αποκαλύψεις βιασθεισών γυναικών από τους βάρβαρους Τούρκους εισβολείς-Υπό καθεστώς πλήρους εμπιστευτικότητας και διακριτικότητας, η Πολιτεία θα προχωρήσει στην παροχή της οφειλόμενης οικονομικής βοήθειας προς τις γυναίκες-θύματα βιασμών του ’74
Για πρώτη φορά από το ΄74, η Πολιτεία έρχεται να αναγνωρίσει, έστω και αργά, το δράμα που περνούν οι γυναίκες-θύματα βιασμών της εισβολής και να δώσει την οφειλόμενη οικονομική βοήθεια. Η Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ζέτα Αιμιλιανίδου, με δηλώσεις της χθες στο ΚΥΠΕ, διαβεβαίωσε ότι όλες αυτές οι γυναίκες, αν αιτηθούν, θα τύχουν οικονομικής βοήθειας μέσα από μια διακριτική διαδικασία, λόγω της ευαισθησίας του θέματος. Έφηβες, οι περισσότερες τότε, για δεκαετίες η πολιτεία και η κοινωνία τις έκαναν να ντρέπονται για μια ντροπή που δεν ήταν δική τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι οικογένειες των θυμάτων προσπάθησαν με κάθε τρόπο να κρύψουν αυτήν την «ντροπή» και το «στίγμα», στέλνοντάς τες στο εξωτερικό ή παντρεύοντάς τες με συνοπτικές διαδικασίες.

Κατάθεση ψυχής
Το ΚΥΠΕ εξασφάλισε μαρτυρίες από δύο γυναίκες που βιάστηκαν επανειλημμένα τότε, την Άννα από χωριό της επαρχίας Κερύνειας και τη Μαρία από χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου. Ήταν και οι δυο δεκατεσσάρων χρόνων το ΄74, όταν κάποιοι τους άλλαξαν την οπτική και την προοπτική της ζωής και τους μαύρισαν για πάντα την ψυχή. Ο πατέρας της Μαρίας, κτηνοτρόφος, δεν ήθελε να εγκαταλείψει τα ζώα του όταν ξέσπασε το κακό, κι έτσι έμεινε όλη η οικογένεια εγκλωβισμένη. «Βγήκαμε στα περιβόλια, έξω από το χωριό. Ήμασταν εκεί κάπου εκατό άτομα, τέσσερις ημέρες κρυμμένοι. Η νύκτα γινόταν μέρα. Έριχναν φωτοβολίδες κι ήξεραν ότι ήμασταν κρυμμένοι. Ακούγαμε τα τανκς στον δρόμο που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα. Μας έριξαν φυλλάδια από ελικόπτερο, με τη μισή Κύπρο ζωγραφισμένη άσπρη και την άλλη μισή κόκκινη, και μας έλεγαν να παραδοθούμε, αλλιώς θα μας σκοτώσουν. Μπήκαμε στο χωριό με τα χέρια ψηλά. Βλέπαμε ανθρώπους σκοτωμένους στον δρόμο. Μας μάζεψαν στην αυλή του σχολείου. Μας τραβούσαν απ’ εδώ και απ’ εκεί. Ξεχώρισαν άνδρες από γυναίκες, μωρά, τους ηλικιωμένους άνω των εξήντα, τους έβαλαν σε αίθουσες σχολείου. Σε δύο φορτηγά φόρτωσαν αιχμαλώτους. Τον πατέρα μου τον πήραν αιχμάλωτο».

Έκαναν το κέφι τους
«Εμένα, τη μητέρα μου και την αδελφή μου έξι χρονών με άλλες γυναίκες μας πήραν στα τελευταία σπίτια του χωριού. Από την πρώτη νύκτα ήρθαν να μας μετρήσουν. Έπιασαν με εμένα κι άλλες κορούδες και μας πήραν μέσα στα χωράφια θεοσκότεινα. Με τραβούσε η μάνα μου, αλλά την κτυπούσαν με το κοντάκι. Με τράβηξαν με το ζόρι, έξω μακριά. Έφευγε ο ένας κι ερχόταν άλλος κι εγώ να αιμορραγώ, να παρακαλώ τον Θεό να με βοηθήσει, να φωνάζω, ένα μωρό δεκατεσσάρων χρονών. Έκαναν το κέφι τους και μας έπαιρναν πίσω. Άκουγα τις γυναίκες που σκέφτονταν να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοικτό για να αυτοκτονήσουμε, να γλυτώσουμε από αυτό το μαρτύριο. Κάθε νύκτα τα ίδια πράγματα. Κρυβόμαστε στο πατάρι του σπιτιού, αλλά μας έβρισκαν και μας τραβούσαν από τα μαλλιά. Συνέχισε αυτή η φρίκη μέχρι δύο-τρεις μήνες».

Ανθρώπινη αντιμετώπιση
Η Μαρία σήμερα είναι διαζευγμένη με τρία παιδιά, άρρωστη και με σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Σε κανένα δεν έχει πει ποτέ το τι πέρασε, ούτε ακόμη και στον ίδιο της τον πατέρα, που πέθανε πέρυσι χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε. «Ξεκίνησε η ζωή μου λάθος, χωρίς να φταίω. Όταν άκουσα ότι θα έβαζαν το θέμα στη Βουλή, είπα έστω κι αργά να μας δουν ως ανθρώπους, εμείς στιγματιστήκαμε. Έπρεπε από χρόνια να μας δει το κράτος, όχι τώρα. Μια ζωή είμαι διαλυμένη, δεν εργάζομαι τώρα. Από τα δεκατέσσερά μου υποφέρω. Να πιάνεις με βάρβαρο τρόπο μια κορούδα, να την παίρνεις στα χωράφια, να έρχεται ο ένας και ο άλλος, να γελούν μεταξύ τους και να τους βλέπεις, να φωνάζεις, να σε καίνε με τα τσιγάρα. Τα χέρια μου είναι σημαδεμένα από τα τσιγάρα τους που τα έσβηναν πάνω μου».

«Φοβάμαι ακόμη»
Παρόμοια και η ιστορία της Άννας. Ακόμα έχει το σημάδι στο στήθος από την ξιφολόγχη των Τούρκων. Μόνο που αυτή έφυγε στο εξωτερικό για να συνεχίσει τη ζωή της. «Μας βάλανε σε αίθουσα του σχολείου στη Βώνη, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Εκεί έμπαιναν όποτε ήθελαν, διάλεγαν και μας πήγαιναν για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους επιθυμίες. Δεν έβγαινα να πάρω συσσίτιο. Φορούσα συνέχεια τα ρούχα της γιαγιάς για να φαίνομαι γριά, αλλά έβλεπαν το πρόσωπο. Έβγαινα έξω μόνο όταν πήγαινα τουαλέτα. Ήμουν συνέχεια τυλιγμένη με ένα πάπλωμα και καθόντουσαν όλα τα πιτσιρίκια από πάνω μου για να μη με τραβάνε συνέχεια και να με βιάζουν οι Τούρκοι. Αυτό κράτησε τρεις μήνες, πριν έρθει ο Ερυθρός Σταυρός, στον οποίον πήγε ένας άνδρας που δραπέτευσε και τους ενημέρωσε ότι ήμασταν εγκλωβισμένοι. Ο Ερυθρός Σταυρός μαζί με άλλα πράγματα μας έστελνε τότε και χάπια σε περίπτωση εγκυμοσύνης… Ένιωθα φόβο, μεγάλο φόβο, όπως και τώρα ακόμη… φοβάμαι».

Διαρκής εξευτελισμός
«Όταν θυμάμαι τι γινόταν με τους συγγενείς, νιώθω θυμό. Έλεγαν της μάνας μου – ‘να την πάρεις και να φύγεις από τη χώρα, γιατί έτσι που είναι τώρα δεν την θέλει κανένας’. Ήμουν η ντροπή της οικογένειας μετά τον βιασμό. Κι έτσι μας έχουνε κάνει κι έτσι έχουμε παραμείνει – ντροπή της οικογένειας. Και τώρα που μας έστειλαν μια επιστολή να προσκομίσουμε ιατρικά πιστοποιητικά για τον βιασμό μας, αυτό μας εξευτελίζει και πάλι από την αρχή. Το ότι έφυγα από την Κύπρο, μου έκανε καλό. Δεν έβλεπα αυτούς που με είχαν ως στίγμα της οικογένειας, δεν έβλεπα κανέναν από τους χωριανούς, που νόμιζα ότι όλοι ξέρανε για μένα. Παντρεύτηκα, έχω δύο παιδιά και δύο εγγόνια. Είμαι 55 χρονών και τον βιασμό δεν τον έχω ξεχάσει ποτέ μου».

Νόμος Παθόντων
«Η πολιτική μας είναι ότι αυτές οι γυναίκες καλύπτονται από τον Νόμο των Παθόντων και θα βοηθηθούν και με τον Νόμο, αλλά και με επιπρόσθετη βοήθεια. Σε καμιά περίπτωση δεν θα περάσουν ιατρική εξέταση. Θα γίνεται με πάσα διακριτικότητα και ευαισθησία. Υπάρχει Επιτροπή που θα εξετάσει τα γεγονότα χωρίς τη φυσική τους παρουσία», δηλώνει η Ζέτα Αιμιλιανίδου. Το όλο θέμα μπορεί να θεωρείται λήξαν, δήλωσε η Υπουργός. «Έχουμε προχωρήσει και εξετάσει περιπτώσεις που ήρθαν πρόσφατα. Η θέση μου είναι, και ήδη το έχω στείλει γραπτώς σε όλους τους εμπλεκομένους, ότι ως πολιτική είναι να βοηθήσουμε αυτές τις γυναίκες με οποιονδήποτε τρόπο μπορούμε». Η Υπουργός Εργασίας κάλεσε όλες τις γυναίκες-θύματα βιασμών του ΄74 να προσέλθουν και να αιτηθούν, δηλώνοντας ότι θα τηρηθεί πλήρης εμπιστευτικότητα και διακριτικότητα από την αρμόδια Επιτροπή, και πως δεν θα παραπεμφθούν σε οποιοδήποτε ιατροσυμβούλιο.

Να επουλωθούν οι πληγές
Η Πρόεδρος της Επιτροπής Προσφύγων-Εγκλωβισμένων-Αγνοουμένων-Παθόντων της Βουλής των Αντιπροσώπων Σκεύη Κουκουμά, που ανακίνησε το όλο θέμα, δήλωσε στο ΚΥΠΕ πως κάλεσε την Κυβέρνηση να ελέγξει ξανά ότι όλες αυτές οι επιστολές έχουν αποσυρθεί και ότι η διαδικασία θα προχωρήσει με απόλυτη εμπιστευτικότητα, γιατί αλλιώς τα θύματα θα αποθαρρυνθούν από το να ζητήσουν βοήθεια. «Ως ΑΚΕΛ και ΠΟΓΟ», δήλωσε η κ. Κουκουμά, «αποφασίσαμε να ανοίξουμε το θέμα, πάντα σε συνεννόηση με τα θύματα και με απόλυτη διακριτικότητα, επειδή θεωρούμε ότι η Πολιτεία είχε και έχει χρέος να επουλώσει, όσο είναι δυνατόν, αυτές τις πληγές, να στηρίξει με κάθε τρόπο αυτές τις γυναίκες, οι οποίες βίωσαν και βιώνουν τις συνέπειες αυτού του εφιάλτη μόνες τους, ως να ήταν ατομικό τους θέμα».

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016