Κυνηγώντας “ψηφαλάκια” με τον Χίτλερ και τον Στάλιν! Πολιτικό σύστημα για τα πανηγύρια

Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας φαίνεται ότι συμφώνησαν πως η κρίση …πέρασε. Κατέληξαν ότι οι πολίτες δεν έχουν πια την αγωνία της καθημερινής επιβίωσης και ανησυχούν για το ρόλο της Εσθονίας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και για το αν ο Χίτλερ και ο Στάλιν είναι το ίδιο εγκληματίες! Πολιτικό σύστημα για τα πανηγύρια σε μια χώρα που βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση…

Την ευκαιρία δεν την έχουν χάσει οι ακροδεξιοί και όσοι “ψαρεύουν” ψηφαλάκια στη δεξαμενή εκείνων που ψηφίζουν ή σκέπτονται να ψηφίσουν Χρυσή Αυγή και δεν το λένε. Αυτοί που  θα ήθελαν κάτι πιο… “λάϊτ” για να μπορούν να δηλώνουν τη ψήφο τους.

Ακόμη και την συζήτηση ενός ιστορικού ζητήματος στην Ελλάδα την κάνουμε με κίνητρα και στρόχους κομματικούς και ψηφοθηρικούς. Δεν είναι τυχαίο ότι στο διαδίκτυο υπάρχουν κάποιοι που στα σοβαρά υποστηρίζουν και θέλουν να μας πείσουν ότι η Ελλάδα έχει…κομμουνιστική κυβέρνηση!

Αναζητώντας ψύχραιμες προσεγγίσεις αναδημοσιεύουμε από το epikairo.gr το άρθρο του Κωνσταντίνου Μαρίνου:

Όταν ο νυν Υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής επέλεγε να δημοσιοποιήσει την επιστολή με την οποία απέρριπτε την παρουσία ελληνικής αντιπροσωπείας στο συνέδριο της εσθονικής προεδρίας για τα εγκλήματα του ναζισμού και του κομμουνισμού, ήξερε πολύ καλά τι έκανε, όπως ξέρει πολύ καλά τι κάνει εν γένει ο ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα: Να διαφοροποιηθεί από τη “Δεξιά”, εμφανιζόμενος ο ίδιος ως η κυρίαρχη προοδευτική συσπείρωση έναντι της συντήρησης που εκφράζει η ΝΔ, θέτωντας εν ολίγοις και το δίλημμα των επόμενων εκλογών: “μέτωπο ενάντι στη Νεο-φιλελεύθερη δεξιά”

Μέσω της αφύπνισης “αντι-δεξιών” ανακλαστικών σ’ ένα κομμάτι κεντρώων προοδευτικών ψηφοφόρων, οι οποίοι στην προσπάθεια τους να βρουν έναν τρόπο να απαλλαγούν από τον Τσίπρα σκέφτονταν να ψηφίσουν Κυριάκο Μητσοτάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ υψώνει νοσταλγικά αναχώματα, παραχαράσσοντας όμως ιστορικές αφετηρίες και πολιτικές ιδεολογίες. Κακά τα ψέμματα όμως βρίσκει και τα κάνει: Η ΝΔ συνεχίζοντας να μην έχει κάνει μια σοβαρή ιδεολογική επεξεργασία από τότε που έχασε τις εκλογές του 2009, “πέφτει στην παγίδα” της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ, πότε με τη σημαία, πότε με τη θρησκεία, πότε με τον Λαλιώτη και εσχάτως με την εξίσωση ναζιστικών και κομμουνιστικών εγκλημάτων.

Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, η ανακοίνωση αποδοκιμασίας της απόφασης Κοντονή εμπεριέχει και μια έμμεση διάκριση σταλινισμού και κομμουνισμού, πηγαίνοντας κόντρα σε ομάδες διαδικτυακών υποστηρικτών της ή συμπαθούντων, οι οποίοι από τη στιγμή που η δήλωση Κοντονή βγήκε στην επιφάνεια, έχουν βαλθεί να αποδείξουν ότι ο κομμουνισμός είναι εξίσου εγκληματογενής ιδεολογία με τον ναζισμό, επιδιδόμενοι σε μια πτωματολογία μέσω hashtags που δεικνύουν το αληθές των λεγομένων τους. Και από την άλλη έχεις την νυν ΓΓ Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαρία Γιαννακάκη, η οποία με tweet εξομοιώνει αυτούς που εξισώνουν ναζί και κομμουνιστές ως ναζί, συμπαρατασσόμενοι πίσω της αντίστοιχες ομάδες διαδικτυακών υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ που χαρακτηρίζουν συλλήβδην τους “φιλελέδες” κρυφοχιτλερικούς.

Η παραπάνω παράγραφος δυστυχώς δείχνει ότι έχει χαθεί το μέτρο κι αυτό γιατί η υποχώρηση της δημοκρατικής παράταξης όχι μόνο εκλογικά, αλλά και αξιακά και πολιτικά (τι να πει κανείς για το tweet Λοβέρδου, που ταυτίζει την ισλαμική τρομοκρατία με τη μετανάστευση) επέτρεψε την εμφάνιση σκελετών στον πολιτικό διάλογο, για χάρη των οποίων ο καθένας είναι διατεθειμένος να δώσει μάχη μέχρις εσχάτων, τώρα που είναι Αύγουστος και ο χρόνος περισσεύει. Κι αυτοί οι σκελετοί ενδύονται τον μανδύα “αντι-δεξιά” vs “αντι-ΣΥΡΙΖΑ”, οι οποίοι παλεύουν εντός ενός περιορισμένου ακροατηρίου μερικών χιλιάδων χρηστών, την ίδια ώρα που η κοινωνία καθηλωμένη περιμένει από κάπου να πιαστεί.

Και για να φανεί το μέγεθος αυτής της πολιτικής διαπάλης, αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς ψύχραιμα τα εξής:

Για τον μεν ΣΥΡΙΖΑ, αν όντως έχουν την ανάγκη να υπερασπιστούν τον Στάλιν και κάθε μυθικό τέρας του κομμουνισμού, γιατί διασπάστηκαν από το ΚΚΕ πρώτα το 1968 και μετά το 1991; Και εντέλει ο ΣΥΡΙΖΑ ποιανού διάδοχος είναι, του Ανδρέα και του ΠΑΣΟΚ, της ΕΔΑ, ή μήπως του πατροπαράδοτου ΚΚΕ; Γιατί το να είσαι με όλους ταυτόχρονα δεν γίνεται κι αν γινόταν, πλέον δεν ευνοούν οι εποχές.

Για την δε Νέα Δημοκρατία, αν όντως οι κομμουνιστές είναι το ίδιο με τους ναζί, μήπως τελικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν έπρεπε να αναγνωρίσει το ΚΚΕ το 1974; Τελικά η δίωξη και η παρανομία αυτών των κακοποιών στοιχείων έπρεπε σήμερα να είναι ενεργή, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη Γερμανία; Εντέλει τη ΝΔ την εκφράζει ο Κυριάκος, η Κεραμέως ή η λογική Άδωνι; Γιατί όλοι μαζί ταυτόχρονα δεν γίνεται.

Από τη μια μεριά έχουμε το αριστερό άλλοθι που ψάχνει ο ΣΥΡΙΖΑ για να δικαιολογήσει τις μνημονιακές πολιτικές του. Από την άλλη έχουμε τη δεξιά ενοχή της ΝΔ που πασχίζει να την απενεχοποιήσει, προσπαθώντας να πάρει μια ιδεολογική ρεβάνς. Πραγματικά πιστεύει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι η αφύπνιση των αντιδεξιών ανακλαστικών θα δώσει συγχωροχάρτι για τη συγκυβέρνηση με τον Πάνο Καμμένο; Πραγματικά πιστεύει η ΝΔ ότι η χρήση των αντι-ΣΥΡΙΖΑ ανακλαστικών θα εξωραϊσει στοιχεία αντι-ΠΑΣΟΚισμού και αντικομμουνισμού που δυστυχώς ακόμη αισθάνεται βολικά μ’ αυτά;

Με το ζόρι οι ηγεσίες ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ προσπαθούν να αναστήσουν την πόλωση της δεκαετίας του ’80, ανάμεσα στο “παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ” και την “μητσοτακική ΝΔ”. Πέρα ότι αυτή η πόλωση δεν έχει πια ακροατήριο και την ιστορική φόρτιση που κουβαλούσαν οι Ανδρέας Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, είναι μια πόλωση βαθιά απολίτικη, λες και από την Ελλάδα δεν πέρασε η κρίση, λες και οι θεσμοί είναι τόσο σταθεροί για να αντέξουν ένα τέτοιο τζαρτζάρισμα, λες και πέρασε πολύ καιρός από τον διχασμό της περιόδου 2010–2015. Αν ο Τσίπρας δεν μπορεί να γίνει Ανδρέας και ο Μητσοτάκης δεν πρέπει να γίνει ο πατέρας του, που ανέβηκε στην εξουσία με το άρμα του αντι-ΠΑΣΟΚισμού και της κάθαρσης των Ειδικών Δικαστηρίων. Εκείνη η πλειοψηφία ήταν θνησιγενής και η θητεία της παρένθεση.

Φαντάζει αντιφατικό το ότι όσο ωριμάζει το μνημόνιο στην ελληνική πραγματικότητα, άλλο τόσο ανώριμο γίνεται το πολιτικό σύστημα, όπως σήμερα εκφράζεται από τους δύο κυρίαρχους πόλους. Αν το μνημόνιο τελικά απέτυχε στην Ελλάδα ήταν επειδή ο χρόνος που δόθηκε για την εξυγίανση της οικονομίας, πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων για την εξυγίανση του πολιτικού προβλήματος της χώρας, το οποίο εν πολλοίς πρώτα οδήγησε στην χρεοκοπία και έπειτα στην αδυναμία απεμπλοκής από την επιτροπεία.

Και παράλληλα είναι απογοητευτικό και ταυτόχρονα απογοητευτικό να βλέπεις τη μάχη ανάμεσα στους χειρότερους εαυτούς των κομμάτων και των προσώπων που τα εκπροσωπούν στον δημόσιο διάλογο, αδυνατώντας κανείς να προβλέψει που θα οδηγήσει η μάχη ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο. Τρανό παράδειγμα το σημερινό πρωτοσέλιδο της “Αυγής” που μιλά για ξέπλυμα του ναζισμού από τη ΝΔ, αλλά και τα χθεσινά tweets της πρώην Υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου, η οποία είτε λίγο πολύ κατέταξε τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ ως ρεύμα του σοσιαλισμού.

Γι αυτό επείγει η ανασυγκρότηση του δημοκρατικού προοδευτικού χώρου, όχι μόνο ως ανάγκη εύρεσης ενός αξιόπιστου και σοβαρού εκλογικού μηχανισμού, αλλά και ως ανάγκη εξεύρεσης ισορροπίας σε επίπεδο θεσμών και ιστορικής αφήγησης του “όλα ή τίποτα”.

Η χώρα δεν χρειάζεται μια ουδέτερη παράταξη που θα κάνει τον διαιτητή σε εμφυλιοπολεμικά πάθη, ούτε μια παράταξη που θα βάλει τους σκελετούς και πάλι πίσω στη ντουλάπα. Αλλά χρειάζεται μια παράταξη που και θα υπερασπιστεί την ιστορική της προσφορά και θα συμβάλλει με αυτοπεποίθηση στη δίκαιη ιστορική αποτίμηση αλλά προπαντός θα βάλει και πάλι τους κανόνες στο πολιτικό παιχνίδι.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016