Η ΣΣΕ και η απειλή εισαγγελέα! Απάντηση του Π.Μαυρόπουλου στους καθηγητές

Tου  Παναγιώτη Μαυρόπουλου, απόστρατου αξιωματικού

Με αφορμή επιστολή του Συλλόγου Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων η οποία αναφέρεται σε επιστολή μου που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «Ινφογνώμων Πολιτικά», θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ο τίτλος του άρθρου που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο προέκυψε εκ παραδρομής και εξαιτίας κακής επικοινωνίας μου με τον διαχειριστή της ιστοσελίδας κατά την ανάρτηση και δεν ανταποκρίνεται στις απόψεις μου, όπως μπορεί εύκολα και καλόπιστα να συναχθεί από τα ακόλουθα.

  • Η ίδια επιστολή δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο Militaire χωρίς τους επίμαχους χαρακτηρισμούς.
  • Στην επιστολή δεν γίνεται καμία αναφορά σε ανάλογα θέματα, ούτε και θίγεται κατά οιονδήποτε τρόπο η ακαδημαϊκή κοινότητα της ΣΣΕ.
  • Κανέναν δεν ενδιαφέρουν, και πολύ περισσότερο τον υπογράφοντα, οι πολιτικές πεποιθήσεις των διδασκόντων, όπως πολύ καλά γνωρίζουν ορισμένα από τα μέλη του με τα οποία συνεργάστηκε κατά την εξαετή παραμονή του στην Σχολή.

Όμως, το Προεδρείο του Συλλόγου, ενώ δικαίως διαμαρτυρήθηκε (απειλώντας με εισαγγελέα) για τον τίτλο, προχώρησε και σε σχόλια τόσο για τις απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο όσο και προσωπικά για τον συντάκτη του, τα οποία δεν μπορώ να αφήσω αναπάντητα. Θα ήθελα κατ’ αρχάς να διευκρινίσω ότι σε κανένα σημείο του άρθρου μου δεν αποκάλεσα τον εαυτό μου «ελληνόψυχο» και «υπερπατριώτη». Όμως, μια και ετέθη το θέμα, θα ήθελα να δηλώσω ότι οι συγκεκριμένοι χαρακτηρισμοί ουδόλως με προσβάλουν. Από πότε άραγε η αγάπη για την πατρίδα και το έθνος είναι προσβολή και όχι υψίστη αρετή; Γιατί δεν ρωτάει το Προεδρείο του Συλλόγου τους σπουδαστές της Σχολής για την γνώμη τους περί του θέματος; Η τακτική του χαρακτηρισμού κάθε πολίτη αυτής της χώρας ως «ακραίας ιδεολογίας» για τον απλό λόγο ότι αγαπάει την πατρίδα και το έθνος και με απώτερο σκοπό την απαξίωσή του δεν συνάδει με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού δασκάλου.

Είναι επίσης ακατανόητη η αναφορά στον σεβασμό στο Σύνταγμα. Σε κανένα σημείο του άρθρου μου δεν αμφισβήτησα την πίστη των μελών του Συλλόγου στο Σύνταγμα για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχω καμία γνώση και κατά συνέπεια καμία άποψη περί αυτού. Όμως ο υπαινιγμός περί μη σεβασμού του από μέρους μου είναι άδικος, προσβλητικός και δεν προκύπτει από πουθενά. Στο πλαίσιο των υποχρεώσεων μου ως στρατιωτικού ορκίστηκα «πίστην εις το Σύνταγμα» και το εννοούσα περισσότερο από ότι φαντάζονται οι συντάκτες της επιστολής.

Επί της ουσίας τώρα, λυπάμαι για το γεγονός ότι από το άρθρο μου το Προεδρείο του Συλλόγου κατάλαβε ότι ο υπογράφων «προσπαθεί να εκλεγεί κατ’ εξαίρεση» και «χωρίς τα απαραίτητα επιστημονικά προσόντα» καθηγητής στην ΣΣΕ. Είναι προφανές ότι υπάρχει πρόβλημα επικοινωνίας. Το θέμα αφορά στην εκλογή αποστράτων αξιωματικών, χωρίς διδακτορικό, για την διδασκαλία εξειδικευμένων μαθημάτων, διαδικασία η οποία γίνεται σύμφωνα με ισχύουσες διατάξεις και τελεί υπό την εποπτεία της ακαδημαϊκής κοινότητας της Σχολής. Στο πλαίσιο αυτό, τόσον εγώ όσον και άλλοι συνάδελφοί μου, όπως είχαμε το δικαίωμα, θέσαμε υποψηφιότητα για την διδασκαλία σχετικών μαθημάτων, μετά από σχετική προκήρυξη της Σχολής. Συγκεκριμένα ο υπογράφων έθεσε υποψηφιότητα για την διδασκαλία του μαθήματος της Στρατιωτικής Στρατηγικής. Η κατ’ επανάληψη (από το 2010 έως το 2016) εκλογή μου κατά την κρίση των αντιστοίχων ακαδημαϊκών συμβουλίων, και όχι «χωρίς τα απαραίτητα επιστημονικά προσόντα», μάλλον σημαίνει ότι διέθετα τα ζητούμενα προσόντα, οπότε δεν καταλαβαίνω τα σχόλια περί έλλειψης προσόντων. Ο διδακτορικός τίτλος σπουδών δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των συγκεκριμένων προσόντων, όπως μπορεί πολύ εύκολα να διαπιστωθεί από τις αντίστοιχες προκηρύξεις. Παρεμπιπτόντως, μάλλον διαφεύγει από το Προεδρείο του Συλλόγου ότι σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 8 του Ν.3183/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6, παράγραφος 2 του Ν.3413/2005, προβλέπεται η εκλογή διδακτικού προσωπικού στις στρατιωτικές σχολές χωρίς την προϋπόθεση κατοχής διδακτορικού τίτλου σπουδών («Η προϋπόθεση κατοχής διδακτορικού διπλώματος δεν απαιτείται κατ’ εξαίρεση, για γνωστικά αντικείμενα εξαιρετικής και αδιαμφισβήτητης ιδιαιτερότητας, για τα οποία δεν είναι δυνατή ή συνήθης η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής»).

Αν το Προεδρείο του Συλλόγου έχει πρόβλημα με την προκήρυξη ή την παρουσία αποστράτων αξιωματικών ως διδασκόντων, ή έστω μόνο με τον υπογράφοντα, αυτό είναι δικό του πρόβλημα, στο οποίο εγώ θα τον διευκολύνω αρνούμενος να θέσω υποψηφιότητα ως απόστρατος αξιωματικός στο μέλλον, για οποιαδήποτε θέση διδάσκοντος. Επειδή όμως το θέμα της διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων από αποστράτους αξιωματικούς με κατάλληλη εμπειρία και σπουδές είναι κεντρικό για την λειτουργία μιας στρατιωτικής σχολής, έχει δε αντιμετωπισθεί από πολλές Στρατιωτικές Ακαδημίες παγκοσμίως, είμαι στη διάθεση του Προεδρείου του Συλλόγου για μια σοβαρή συζήτηση περί των προσόντων που πρέπει να διαθέτει κάποιος που διδάσκει Στρατιωτική Στρατηγική, Πολεμική Τέχνη και Ηγεσία στην Σχολή. Η αναφορά περί διαδικασιών του 1968 ειλικρινώς δεν με αφορά. Παρά την υποψία (ή μάλλον την βεβαιότητα) του Προεδρείου, δεν γνωρίζω τίποτα περί αυτού και κατά συνέπεια δεν μπορώ να το βοηθήσω στις ανησυχίες του.

Η αφορμή για την σύνταξη και δημοσίευση του επίμαχου άρθρου ήταν η διακοπή της πρόσληψης αποστράτων αξιωματικών για την διδασκαλία συγκεκριμένων μαθημάτων, εξαιτίας του νόμου 4387/2016, παράγραφος 2, άρθρο 20, της 12ηςΜαΐου του 2016. Είναι αυτονόητο ότι κανένας δεν φέρει ευθύνη για την ψήφιση του νόμου, αλλά δεν μπορεί παρά κάποιος να είναι υπεύθυνος για να δώσει μια λύση, οποιαδήποτε λύση. Αυτό που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς είναι ότι συγκεκριμένα μαθήματα, τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα της Στρατιωτικής Επιστήμης (κατά τον τίτλο του πτυχίου) δεν διδάχθηκαν. Το Προεδρείο του Συλλόγου εντέχνως αναφέρει ότι «καλύφθηκαν σχεδόν όλα τα διδακτικά αντικείμενα», όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι τα μαθήματα της Στρατιωτικής Στρατηγικής και της Πολεμικής Τέχνης δεν διδάχθηκαν ως αυτοτελή μαθήματα. Αυτό δεν μπορεί παρά να εμβάλει κάποιον σε ανησυχία. Άραγε σημαίνει ότι στο μέλλον τα συγκεκριμένα μαθήματα δεν θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα της Σχολής με την αιτιολογία ότι «καλύπτονται σχεδόν όλα τα διδακτικά αντικείμενα»; Όμως, αυτό πραγματικά οδηγεί στον πυρήνα του προβλήματος με το οποίο καλόν θα ήταν να ασχοληθεί το Προεδρείο του Συλλόγου ως καθ’ ύλην αρμόδιο, αντί να αναζητεί φανταστικούς εχθρούς.

Συνεπώς, η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι η απάντηση του Προεδρείου του Συλλόγου αγνοεί την ουσία του δημοσιεύματος, η κεντρική ιδέα του οποίου είναι ότι πρέπει να προστατευθεί η ακαδημαϊκή διάσταση της Σχολής, ως ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να παράγει καταρτισμένα στελέχη. Ο «αρθρογράφος», απόφοιτος ο ίδιος του εν λόγω ιδρύματος, πολύ φυσιολογικά δεν θα ήθελε να καταλήξει η Σχολή «κέντρο εκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων αξιωματικών, ούτε στρατιωτικό λύκειο», αλλά να διατηρήσει τον ακαδημαϊκό της χαρακτήρα. Επειδή όμως νομίζω ότι το συγκεκριμένο σχόλιο αναφέρεται στην άποψή μου περί της μετατροπής της Σχολής σε σχολείο μεταπτυχιακών σπουδών και στρατιωτικής εκπαίδευσης, με την κατάταξη αποφοίτων πανεπιστημιακών τμημάτων, δεν θα έπρεπε να διαφεύγει από το Προεδρείο του Σύλλογο ότι αυτό είναι ένα σύστημα παραγωγής αξιωματικών ενόπλων δυνάμεων το  οποίο έχουν υιοθετήσει αρκετές προηγμένες ακαδημαϊκά και στρατιωτικά χώρες, όπως για παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία, οπότε η ασυλλόγιστη απόρριψή του υποκρύπτει είτε άγνοια είτε σκοπιμότητα.

Λυπάμαι όμως που ο Σύλλογος, δια του προεδρείου του, στον οποίο δεν απευθυνόταν το άρθρο, δεν εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία να λάβει δημόσια θέση για τα διάφορα θέματα που θίγονται σ’ αυτό, όπως για παράδειγμα ο χαρακτήρας της Σχολής, ο τρόπος διδασκαλίας, η έρευνα, το πρόγραμμα το οποίο αλλάζει συχνά, και τόσα άλλα, αλλά επικεντρώθηκε κυρίως στο θέμα της εκλογής αποστράτων αξιωματικών ως διδασκόντων.

Τέλος, θεώρησα ότι το πρόβλημα ήταν ο τίτλος του άρθρου, γεγονός για το οποίο το Προεδρείο του Συλλόγου δικαίως διαμαρτύρεται. Όμως η απαίτησή του για ανάκληση του άρθρου ως συνόλου για τις απόψεις που εμπεριέχονται σ’ αυτό και «επειδή μέσω αυτού διαβάλλονται σκοπίμως και ιδιοτελώς η ΣΣΕ και οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας» αποκαλύπτει δυσανεξία στον δημόσιο διάλογο και δεν αρμόζει στο πνεύμα της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και σε ακαδημαϊκούς δασκάλους· είναι κατ’ ελάχιστον μεσαιωνικός σκοταδισμός.

Εν κατακλείδι, ο μοναδικός σκοπός του άρθρου μου, το οποίο ήταν μεν «σκόπιμο» όχι όμως «ιδιοτελές», ήταν να αφυπνίσει την στρατιωτική ηγεσία της Σχολής προς την κατεύθυνση της διατήρησης της ακαδημαϊκής ταυτότητάς της ως τριτοβάθμιου ακαδημαϊκού ιδρύματος, γεγονός με το οποίο δεν νομίζω ότι διαφωνούμε με τον Σύλλογο. Προτείνω στο Προεδρείο, αντί να αναζητάει εχθρούς εκεί όπου ειλικρινώς δεν υπάρχουν, να οργανώσει μια ημερίδα περί των σπουδών στις στρατιωτικές σχολές, θέτοντας προς συζήτηση τα θέματα που θίγονται στο επίμαχο άρθρο και κυρίως το θέμα της διατήρησης και ενίσχυσης του ακαδημαϊκού χαρακτήρα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016