Το κείμενο της Ρέας Βιτάλη από το protagon.gr για τη Ζωή Λάσκαρη, ότι καλύτερο για μια γυναίκα που σημάδεψε γενιές. Τα λέει νομίζουμε όλα …

 

Πες μου «Ζωή Λάσκαρη» κι εγώ αυτόματα θα σκεφτώ ένα σώμα, μα τι σώμα! Όχι όμως γυμνό. Θα σκεφτώ μια γυναίκα που φορούσε μια καπαρντίνα, με σφιχτή, στραγγαλισμένη μέση. Μια καπαρντίνα που να σ΄ αφήνει να φανταστείς ένα συγκλονιστικό σώμα. Κι ένα ζευγάρι γόβες μαύρες μυτερές. Ανατριχιαστικά μυτερές. Θα τη δω να περπατάει. Να ορίζει κάθε της βήμα. Να εξουσιάζει το σύμπαν και τον εαυτό της. Μια γυναίκα αποφασισμένη να σκοτώσει, να «καθαρίσει». Σκηνή από μαυρόασπρο κινηματογράφο σας περιγράφω. Το έργο «Κατήφορος» του Γιάννη Δαλιανίδη. Την πρώτη της ταινία που η επιτυχία της την έχρισε έκτοτε «Παιδί της Φίνος Φιλμ». Κι ύστερα ήρθε η δόξα. Αλλά εγώ… Κολλημένη σ’ εκείνη τη σκηνή. Την πρώτη.

Εκείνα τα χρόνια γλεντούσαμε τους διχασμούς. Καταχωριζόμασταν σε στρατόπεδα. Κανονικά στρατόπεδα.  Ιταλικά ή γιαπωνέζικα αυτοκίνητα; Παναθηναϊκός ή Ολυμπιακός; Νίκος Κούρκουλος ή Δημήτρης Παπαμιχαήλ; Αλίκη Βουγιουκλάκη ή Τζένη Καρέζη; Αυτό κι αν ήταν δίλημμα! Πλην η Ζωή… Μία. Χωρίς ανταγωνισμό. Δεν είχε γλύκες και τσαχπινιές, δεν είχε καθαρή ομορφιά, δεν είχε τερτίπια. Είχε «γυναίκα». Μοιραία. Είχε ύφος που σε έφτυνε αν ήθελε ή και σε σκότωνε. Απ’ αυτές τις γυναίκες που φαντάζομαι ότι παρακαλάνε οι άνδρες να πέσουν, και να μην πέσουν στο δρόμο τους. Απ’ αυτές που λες «καλά ξεμπερδέματα» αλλά δεν αποφεύγεις τα μπερδέματα. Μοιραία.Η Ζωή Λάσκαρη έκτισε «τύπο», όχι χειραφετημένης, όχι ανεξάρτητης αλλά αυτό-διαθέσιμης γυναίκας. Στα χρόνια της παρθενιάς, μάλλον της μυξοπαρθενιάς, και των ατέρμονων «προκαταρκτικών», που δεν κατέληγαν σε σεξ… Κάτι σαν εξάσκηση αυτοσυγκράτησης… Ερωτικές συμπεριφορές που αποδίδονταν στον κινηματογράφο με τη γνωστή εικόνα, ένα ζευγαράκι που κυνηγιέται σε δασάκι ή πιτσιλιέται σε θαλασσίτσα (επίτηδες χρησιμοποιώ γλυκανάλατα) για να καταλήξει σε φιλάκι κάτω από δεντράκι… Μα η Ζωή, ακόμα και σε σκηνές ρομαντικο-νοσταλγικές με ανοιχτά αυτοκίνητα και τραγούδια κάτω από τ΄αστέρια… Η Ζωή, Ζωή! Ίσως γι’ αυτό, στο μυαλό μου έρχεται, με την καπαρντίνα.

Κι ενώ κάπως έτσι την είχε στο μυαλό ανδρικός και γυναικείος πληθυσμός… Αυτή η ίδια… Τι σόι κόλλημα, άρα τι σόι γινάτι, τι μπελάς ψυχής… Δεν άφησε συνέντευξη για συνέντευξη να μην εξομολογηθεί -λες και καιροφυλακτούσε μην και δεν το πει- ότι γεύτηκε την απιστία με το κουτάλι. Και άπλωνε στο τέλος κι ένα γέλιο… Της Ζωής το γέλιο. Ένα τόσο περίεργο γέλιο, που πάντα το εκλάμβανα ως πονόγελιο και μη με ρωτήσεις γιατί. Η Ζωή, όσες φορές μίλησε για τη ζωή της, εκθέτοντας τον εαυτό της ηρωικά αγέρωχα, σίγουρα δεν φορούσε την καπαρντίνα με τη στραγγαλισμένη μέση και τις μαύρες γόβες με την αιχμηρή μύτη. Δεν πήγαινε να καθαρίσει κανέναν Νίκο Κούρκουλο. Γι’ αυτό σας λέω… Η Ζωή, για μια γενιά ολόκληρη, ήταν τελικά ιδέα. Βασανιστικό μπορεί για τον εαυτό της (όπως αποτυπώθηκε και στο πρόσωπό της) αλλά ευεργετικό για την πορεία της γυναίκας στην επόμενη σελίδα ιστορίας.

Καλό της ταξίδι.

Ο Πάρις Καρβουνόπουλος είναι δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016