Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΖΙΜΑ*

Τον Ιούλιο του 2010 ο Ταγίπ Ερντογάν συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση δεκαπέντε χρόνων από την σφαγή 8.000 αμάχων μουσουλμάνων, από σερβοβοσνιακά στρατεύματα και παρακρατικές οργανώσεις στην Σρεμπρένιτσα.

 

Ήταν, δίχως αμφιβολία, ΤΟ πρόσωπο της τελετής και προς γενική έκπληξη διακήρυξε από τον τόπο θυσίας των ομοθρήσκων του ότι «το Βελιγράδι είναι ο καλύτερος φίλος της Άγκυρας», σε μια ομιλία-έκπληξη, λόγω και της συναισθηματικά φορτισμένης ατμόσφαιρας, που θεωρήθηκε από τους πάντες ως άφεση αμαρτιών στους Σέρβους.

 

Ο Τούρκος ηγέτης, είχε λόγους να μην «λούσει» τους Σέρβους για το μαζικό αυτό έγκλημα κατά των μουσουλμάνων.

 

Αμέσως μετά μετέβη στο Βελιγράδι συνοδευόμενος από πλειάδα συμπατριωτών του για να κλείσει δουλειές.

 

Υπέγραψε συμφωνία κατάργησης της βίζας μεταξύ των δύο χωρών, που ενίσχυσε το σερβικό τουριστικό ρεύμα προς την Τουρκία, αλλά και την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και άλλων έργων υποδομής, κυρίως στην περιοχή του Σαντζάκ όπου ζουν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί.

 

Φεύγοντας, μάλιστα, πήρε και μια δήλωση του τότε Προέδρου Μπόρις Τάντιτς ότι «η Τουρκία είναι ο στρατηγικός εταίρος της Σερβίας στην περιοχή».

 

Σ’ εκείνο τον λόγο του δεν έπιασε καν στο στόμα του τους Ολλανδούς, στους οποίους είχε ανατεθεί από τον ΟΗΕ η φρούρηση της κοιλάδας της Σρεμπρένιτσα και η προστασία, υποτίθεται, των χιλιάδων μουσουλμάνων αμάχων που είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από τα σερβοβοσνιακά στρατεύματα που έσφιγγαν τον κλοιό.

 

Το θυμήθηκε, τώρα, εφτά χρόνια μετά, με αφορμή τις εκλογές στην Τουρκία και την άρνηση της Ολλανδίας να επιτρέψει προεκλογικές ομιλίες κυβερνητικών στελεχών του στην επικράτειά της, και με τον γνωστό επιθετικό λόγο του επέρριψε, χρησιμοποιώντας προσβλητικές εκφράσεις, τις ευθύνες για τη σφαγή στους διακόσιους ελαφρά οπλισμένους άντρες του ολλανδικού τάγματος, αναγκάζοντας τον πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε να κάνει λόγο για «αποκρουστική παραποίηση της ιστορίας».

 

Ποια ήταν η απάντηση των Ολλανδών στις αιτιάσεις ότι δεν άνοιξαν πυρ για να εμποδίσουν την επέλαση των στρατευμάτων του στρατηγού Μλάντιτς και τη σφαγή των αμάχων που ακολούθησε;

 

Ας δούμε εν συντομία το όλο σκηνικό: στα μέσα του 1995 ο εμφύλιος της Βοσνίας είχε εισέλθει σε κρίσιμη καμπή, και η διεθνής κοινή γνώμη πίεζε να δοθεί τέλος σε αυτό το φοβερό αιματοκύλισμα, ενώ και ο Πρόεδρος Μπιλ Κλιίντον ήθελε οπωσδήποτε να επιδείξει μια επιτυχία στην εξωτερική του πολιτική.

 

Στο διεθνές παρασκήνιο προετοιμαζόταν το έδαφος για ειρήνευση, η οποία θα έλθει στο τέλος του χρόνου με την υπογραφή της συμφωνίας Σέρβων, Κροατών και Βοσνίων μουσουλμάνων στο Ντέιτον των ΗΠΑ, ενώ στα πεδία των μαχών οι εμπόλεμοι βιάζονταν να κερδίσουν εδάφη ώστε να τα κατοχυρώσουν στη συνέχεια στο τραπέζι της διπλωματίας.

 

Στην βορειοανατολική Βοσνία (κυρίως) τα στρατεύματα των Μλάντιτς-Κάρατζιτς επιδίδονταν σε εκκαθαρίσεις, με στόχο να εκδιώξουν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς ώστε να διεκδικήσουν στις διαπραγματεύσεις «εθνικά καθαρές» και εδαφικά ενοποιημένες με τη Σερβία περιοχές.

 

Με αιχμή του δόρατος επίλεκτα τμήματα του «Σώματος του Ντρίνα» έσφιγγαν την πολιορκία των θυλάκων, χαρακτηρισμένων από τη διεθνή κοινότητα ως «ασφαλών περιοχών» για την προστασία κυρίως των προσφύγων, μεταξύ των οποίων και τη Σρεμπρένιτσα.

 

Στη δασοσκεπή κοιλάδα της τελευταίας είχαν εγκλωβιστεί γύρω στους 40.000 -κατ΄ άλλους λιγότεροι, και αναμεσά τους και ένοπλες ομάδες μουσουλμάνων- άντρες, γυναίκες και παιδιά, οι οποίοι είχαν τεθεί, όπως τουλάχιστον νόμιζαν, υπό την προστασία δύναμης διακοσίων Ολλανδών κυανόκρανων οχυρωμένων με ελαφρύ οπλισμό και κάποια άρματα μάχης στην είσοδο της πόλης στο χωριό Ποτουτσάρι.

 

Όταν ο στρατηγός Μλαντιτς έκλεισε την στρατιωτική «τανάλια» με χιλιάδες επίλεκτους στρατιώτες του και στόχο την κατάληψη του θυλάκου, αξίωσε από τους Ολλανδούς, να του παραδώσουν την πόλη.

 

Για το τι έγινε όταν έφτασε στο αρχηγείο των κυανόκρανων και απαίτησε από τους επικεφαλής τους να του ανοίξουν τον δρόμο, πολλά λέγονται.

 

Μερικοί υποστηρίζουν πως φοβέρισε τους Ολλανδούς, απειλώντας πως θα τους σφάξει όλους, και αυτοί βρισκόμενοι σε μειονεκτική θέση ενέδωσαν.

 

Μια άλλη εκδοχή, θέλει τον Μλάντιτς να τους διαβεβαιώνει ότι δεν θα πειράξει τα γυναικόπαιδα και γενικά τους άοπλους, αλλά απλώς θα μεταφέρει εκτός θυλάκου και σε ασφαλές μέρος τους αμάχους μέχρις ότου εκδιώξει από τα γύρω δάση τους ενόπλους μουσουλμάνους, αυτοί τον πίστεψαν και του επέτρεψαν να περάσει ανενόχλητος.

 

Μερικοί υποστηρίζουν ότι τους αγνόησε εντελώς, δεδομένου ότι η δύναμη πυρός τους ήταν ασήμαντη και μια εκ μέρους τους προσπάθεια δυναμικής αντίστασης εναντίον των εισβολέων θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

 

Το τι ακολούθησε στα γύρω δάση και τις χαράδρες θα μαθευτεί αργότερα προκαλώντας σάλο διεθνώς.

 

Ως προς τον ρόλο των Ολλανδών φρουρών θα υπάρξει σύγχυση και θα γίνει διεθνώς μεγάλη συζήτηση γύρω από το πώς συμπεριφέρθηκαν και αν μπορούσαν να αναχαιτίσουν τους επελαύνοντες με τεράστια ισχύ πυρός, συγκριτικά με τη δική τους, Σερβοβόσνιους.

 

Στην ίδια την Ολλανδία, θα προκληθεί πολιτική κρίση που επέφερε την πτώση της τότε κυβέρνησης, ενώ θα διαταχθεί από το Κοινοβούλιο έρευνα για πιθανές ευθύνες του ολλανδικού τάγματος, στην οποία θα προσέλθουν με μαρτυρίες οι πρωταγωνιστές της πολύκροτης αυτής υπόθεσης.

 

Καταθέτοντας στην επιτροπή ο τότε υπουργός Εξωτερικών Γιαπ ντε Χοπ Σέφερ θα υποστηρίξει ότι οι δυνάμεις της χώρας του προδόθηκαν από τους νατοϊκούς συμμάχους την ώρα της επίθεσης.

 

«Η παράδοση της πόλης ήταν αναπόφευκτη από τη στιγμή που ο Γάλλος διοικητής του ΟΗΕ αρνήθηκε να παράσχει αεροπορική υποστήριξη στην εξουδετερωμένη φρουρά μας, και αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει αν υπήρχαν στη θέση των δικών μας γαλλικά ή βρετανικά στρατεύματα (Institute for War & Peace Reporting, 29.4.2005).

 

»Οι βρετανικές δυνάμεις είχαν συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο όταν χρειάστηκε να συνδράμουν στις συμμαχικές δυνάμεις σ΄ έναν άλλο θύλακο, τη Ζέπα, γι΄ αυτό και δεν θα πρέπει να επιρρίπτονται οι ευθύνες στα ολλανδικά στρατεύματα ότι σήκωσαν “λευκή σημαία”. Αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει εάν υπήρχαν γαλλικά ή βρετανικά στρατεύματα»**, προσέθεσε.

 

Στην ίδια επιτροπή, ο διοικητής του τάγματος Τομ Κάρεμανς παραδέχθηκε πως είχε υποσχεθεί στους μουσουλμάνους ηγέτες της Σρεμπρένιτσα από αέρος προστασία, που όμως δεν έφτασε ποτέ.

 

«Ήμουν πεπεισμένος ότι η αεροπορική συνδρομή ήταν διασφαλισμένη βάσει των όρων της συμφωνίας των Ηνωμένων Εθνών για παροχή ασφάλειας στον συγκεκριμένο θύλακο με τους 20.000 περίπου πρόσφυγες», θα καταθέσει.

 

Σύμφωνα με τον Κάρεμανς, στις 9 Ιουλίου, ο στρατιωτικός διοικητής των δυνάμεων του ΟΗΕ στη Βοσνία, Γάλλος στρατηγός Μπερνάρ Ζανβιέρ, με τον οποίο βρισκόταν σε διαρκή επαφή ζητώντας του αεροπορική βοήθεια, του έστειλε ένα FAX με το οποίο τον διαβεβαιώνει πως «μπορείτε να βασίζεστε σε επιπρόσθετα μέτρα». Ταυτόχρονα φέρεται να του είπε πως διαμήνυσε στον στρατηγό Μλάντιτς ότι σε περίπτωση επίθεσης θα υπήρχε αεροπορική παρέμβαση του ΝΑΤΟ.

 

Ο Μλάντιτς, όμως, θα αγνοήσει προειδοποιήσεις και απειλές και τα ξημερώματα της 10ης Ιουλίου θα εξαπολύσει την τελική επίθεση. Το ολλανδικό τάγμα θα απαντήσει με προειδοποιητικά πυρά στον αέρα, αλλά οι σερβικές μονάδες θα παρακάμψουν τα χαρακώματα των Ολλανδών και θα επιτεθούν στην πόλη από άλλα σημεία. Στο αρχηγείο των δυνάμεων του ΟΗΕ, στο Ζάγκρεμπ, θα προκληθεί αναστάτωση καθώς δεν περίμεναν ότι ο Μλάντιτς θα επιτεθεί.

 

Ο εκπρόσωπος της ολλανδικής δύναμης στο στρατηγείο του Σεράγεβο, που είχε και την ευθύνη για την επιχείρηση Σρεμπρένιτσα, συνταγματάρχης Αρμ ντε Γιονγκ αποδίδει ευθύνες στον στρατηγό Ζανβιέρ.

 

«”Πρέπει να δράσετε τώρα. Το τάγμα σάς χρειάζεται τώρα. Οι Σέρβοι επιτίθενται”, του είπα, και με τη θέση αυτή συμφώνησαν όλοι οι άλλοι πλην εκείνου», θα υποστηρίξει -καταθέτοντας στην επιτροπή- ότι είπε στον Γάλλο ανώτερό του. Κατά τον ντε Γιονγκ, ο Ζανβιέρ θα ακυρώσει το σχέδιο για αεροπορική επίθεση «έπειτα από διάφορα τηλεφωνήματα προς άγνωστα πρόσωπα».

 

Οι Ολλανδοί φαίνεται να κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Γάλλος στρατηγός φοβήθηκε πιθανότατα ότι σε περίπτωση αεροπορικής επίθεσης εναντίον του Μλάντιτς υπήρχε κίνδυνος οι Σέρβοι να προβούν σε αντίποινα όμοια μ΄εκείνα του Μαΐου του 1995, σε απάντηση των βομβαρδισμών από νατοϊκά αεροσκάφη της πρωτεύουσας τους Πάλε.

 

Τότε οι Σερβοβόσνιοι συνέλαβαν ομήρους εκατοντάδες κυανόκρανους του ΟΗΕ, κυρίως Γάλλους, και τους έδεσαν σε παλούκια σε γέφυρες και άλλες εγκαταστάσεις που πίστευαν ότι ίσως αποτελέσουν στόχους αεροπορικών βομβαρδισμών.

 

Όλα αυτά βέβαια ελάχιστη ή ουδεμία σημασία είχαν τόσα χρόνια για τον Ταγίπ Ερντογαν.

 

Τώρα όμως που η ολλανδική κυβέρνηση ύψωσε εμπόδια στα προεκλογικά του σχέδια εξαπέλυσε, κατά την συνήθη πρακτική του, «κεραυνούς», προσεγγίζοντας ιστορικά γεγονότα και ανθρώπινες τραγωδίες, με τον τρόπο που τον εξυπηρετεί. Αδιαφορώντας αν με μισές αλήθειες «ρίχνει λάσπη», όπως του απάντησε ο πρωθυπουργός Ρουτε.

 

 

* Ο Σταύρος Τζίμας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

 

** Τα αποσπάσματα των καταθέσεων είναι από το βιβλίο του γράφοντος “Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και οι ελληνικές φαντασιώσεις”

ΠΗΓΗ:ΑΠΕ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Δημοσιογράφος από το 1986. Από το 1993 καλύπτει το ρεπορτάζ του ΥΠΕΘΑ. Εργάστηκε στον ΑΝΤΕΝΝΑ από το 1991 ως το 2015. Επικεφαλής της ιστοσελίδας Onalert.gr από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2016. Σήμερα είναι στρατιωτικός συντάκτης της Real News,της εφημερίδας ΕΙΔΗΣΕΙΣ, του ραδιοφωνικού σταθμού Flash 96.0 και συνεργάτης του Reuters . Επικεφαλής του Militaire.gr από τις 29 Φεβρουαρίου 2016